216/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated216/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Full text
Απόφαση 216 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 216/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Μ. του Ν. και 2) Ζ. Ζ. του Λ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Μαυρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή της, 3) Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Καστοριάς, που εδρεύει στην Καστοριά και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία ...", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 2ο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Κικιλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η και 3η δεν παραστάθηκαν.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στην: Πολυξένη Ζαέκη του Λαζάρου, κάτοικο Μελίτη Φλώρινας, που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2017 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2018 μη οριστική και 45/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 31/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-5-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και οι 2ο και 4η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 44/2023, ΑΠ 423/2023, ΑΠ 1191/2023). Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 1544/2021). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολιπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του.
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 26/2023,ΑΠ173/2022,ΑΠ 1487/2022,ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (19-4-2024 ).
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, κατά την ως άνω δικάσιμο, από τη σειρά της στο πινάκιο η πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ... και η τρίτη αναιρεσίβλητη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία Καστοριάς, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτές έγγραφη δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά τη συζήτηση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.
Παρέστησαν, όμως, νομίμως και προσηκόντως οι αναιρεσείοντες, το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και η τέταρτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "... Περαιτέρω, από τη με αριθμ. 5481Γ/6-2-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Γ. Κ. και τη με αριθμ533Γ/6-2-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας Χ.
Λ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις προαναφερόμενες πρώτη και τρίτη των αναιρεσίβλητων.
Επομένως, εφόσον οι τελευταίες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 80 και 81 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 1589/2023, ΑΠ498/2023, ΑΠ 1466/2021, ΑΠ 877/2017, ΑΠ 680/2016).
Είναι, δε, η πρόσθετη παρέμβαση αυτοτελής, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, όταν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη πρόκειται να αναπτύξει ενέργειες όχι απλώς ανακλαστικές, αλλά όταν τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου της, η εκτελεστότητα και η διαπλαστική της ενέργεια εκτείνονται και στις έννομες σχέσεις του παρεμβάντος προς τον αντίδικό του .Πάντως, αν η αίτηση αναίρεσης του καθ' ου η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, δεν ιδρύεται απαράδεκτο και εκτιμάται ως κλήση για συζήτηση της αίτησης.
Αν, όμως, η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε ή κηρύχθηκε (χωρίς να επαναληφθεί) απαράδεκτη η συζήτησή της, ο παρεμβάς δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις, η δε απεύθυνση κατ' αυτού της αίτησης αναίρεσης δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως κλήση για συζήτηση αλλά αυτή (η αίτηση) απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1589/2023, ΑΠ 682/2020, ΑΠ 684/2018, ΑΠ 1033/2014).
Στη προκείμενη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 16-5-2022( αριθμ. καταθ. 18/2022) αίτηση αναίρεσης των ηττηθέντων αιτούντων στην πρωτόδικη δίκη και εκκαλούντων στην κατ' έφεση δίκη, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 31/2022 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 739 επ.
ΚΠολΔ). Η αίτηση αυτή στρέφεται κατά καθ'ών η αίτηση στην πρωτόδικη δίκη και εφεσίβλητων στην κατ' έφεση δίκη, ήτοι κατά της ανώνυμης τα τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... κατά του Ελληνικού Δημοσίου αλλά και α) κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης ήτοι της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Καστοριάς, η οποία δεν ήταν διάδικος τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο βαθμό και β) κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης ήτοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ...
η οποία στο μεν πρώτο βαθμό δεν ήταν διάδικος, ενώ στην κατ 'έφεση δίκη, επικαλούμενη έννομο συμφέρον, άσκησε με τις προτάσεις της παρέμβαση ως ειδική διάδοχος της "...", την οποία, όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, εφόσον η τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων δεν ήταν ούτε κατέστησαν διάδικοι και ειδικότερα, αναφορικά με την τέταρτη αναιρεσίβλητη, κατά τα προπαρατεθέντα δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως κλήση για συζήτηση αφού η παρέμβαση έχει απορριφθεί, η υπό κρίση αίτηση, πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων.
Διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.
β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1521/2023, ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 486/2021).
Με την κρινόμενη από 16-5-2022 (με αριθμ. εκθ. κατάθ.18/19-5-2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 31/1-3-2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας , η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της ... και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τη διάδικο, που δικάστηκε ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.
Έτσι, η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 46/2022,ΑΠ 792/2022), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β` περ. β` του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019).
Στη προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ.
με άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ), η ως άνω ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ... είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη δικάσιμο της 4-11-2021 ενώπιον, του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, ενώ η συζήτηση της υπόθεσης έγινε με επίσπευση των εκκαλούντων-αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων, η δε η συζήτηση της υπόθεσης (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σα να ήταν και αυτή (η απολιπόμενη) παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Επομένως, ως προς την ως άνω ας ανώνυμη τραπεζική εταιρεία (η οποία είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα), η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 448/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 208/2020).
Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (1-3-2022), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 769 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη με αριθμό 31/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, που δίκασε ως Εφετείο και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2ΚΠολΔ), αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την με αρ. καταθ.13/25-5-2017 αίτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Φλώρινας οι ήδη αναιρεσείοντες, απευθυνόμενοι κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... και κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησαν, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, τη ρύθμιση των χρεών τους με την υπαγωγή τους στη διαδικασία του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση του ακινήτου, που ανήκει κατά κυριότητα στην ήδη πρώτη αναιρεσείουσα και αποτελεί την κύρια κατοικία τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλαν, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσαν.
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 16/2018 μη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Φλώρινας, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς την πρώτη αιτούσα και διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης στην εγγυήτρια Π. Ζ., ενώ παράλληλα αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης ως προς τον δεύτερο αιτούντα, προκειμένου να προσκομιστούν τα εκεί αναφερόμενα έγγραφα.
Επαναφερθείσης της αίτησης προς συζήτηση εκδόθηκε η αριθμό 45/2018 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου , με την οποία αυτή (η αίτηση) απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι αιτούντες με την από 12-12-2018 ( με αρ. καταθ.22/12-12-2018) έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.31/2022 απόφασή του δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων,)όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 12-5-2017 αίτηση των αναιρεσειόντων , περί υπαγωγής τους στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Φλώρινας υποβλήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του ήτοι στις 16-5-2017] ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει, δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Όλα 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 604/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 448/2022, ΑΠ 550/2020, ΑΠ208/2020).
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 208/2020).
Επισημαίνεται ότι ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ ( ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 426/2019, ΑΠ 1446/2018).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1228/2023, ΑΠ 1163/2023, ΑΠ 987/2023, ΑΠ 608/2023,ΑΠ 758/2020).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ, εφαρμοζόμενο και στη διαδικασία της κατ' αναίρεση δίκης ( 573 ΚΠολΔ), το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.
Η παρεχόμενη από την ανωτέρω διάταξη εξουσία περιλαμβάνει και το δικαίωμα του δικαστηρίου να διατάξει, εκτός άλλων, την επανάληψη, όταν διαπιστώνει μετά το πέρας της συζήτησης κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, κενά ή αμφίβολα σημεία που σχετίζονται με την βασιμότητα λόγου της αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες -αιτούντες την υπαγωγή τους στο ν. 3869/2010, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έπρεπε να απορρίψει ως αόριστη την ένσταση του δόλου, που πρότεινε η πρώτη των καθ'ών η αίτηση και ήδη πρώτη αναιρεσιβλητη.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, απέρριψε τον περί αοριστίας της ένστασης λόγο της έφεσης, που άσκησαν κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι ήδη αναιρεσείοντες-εκκαλούντες ως αβάσιμο. Πλην όμως, δεν προσκομίζονται οι προτάσεις, που υπέβαλε η προτείνασα την ένσταση πρώτη των καθ'ών και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ...
με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος, εν όψει των όσων εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση, ο έλεγχος της βασιμότητας το συγκεκριμένου λόγου της αναίρεσης. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται αναγκαίο να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομιστεί, από τον επιμελέστερο των διαδίκων, το δικόγραφο των προτάσεων, που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η πρώτη των καθ'ών και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ...
ώστε να καταστεί δυνατή η κρίση (του Δικαστηρίου τούτου), αναφορικά με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά α) της τρίτης αναιρεσίβλητης, ήτοι της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Καστοριάς, και β) κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης, ήτοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ...
Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομιστεί, από τον επιμελέστερο των διαδίκων, το αναφερόμενο στο σκεπτικό δικόγραφο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 07 Φεβρουαρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ