216/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 252/2020 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-4-2021 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated216/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 25/9/2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 166/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 3-7-2018 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου και περί διόρθωσης της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 216 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 216/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελισάβετ Παπαδοπούλου-Μερτζεμεκίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μ. Κ., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μ. Κ., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 3) Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Π. Α., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 252/2020 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-4-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 14-4-2021 (αρ. κατ. 25/2021) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 252/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 25/9/2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 166/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 3-7-2018 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου και περί διόρθωσης της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων.
Με το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 ορίζονται τα εξής: "Παρ. 1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής, βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. παρ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ....".
Έτσι, από τις άνω διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 1042 Α.Κ., προκύπτει ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο του δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία απαιτούνται αδιατάρακτη νομή επί 30 έτη του πράγματος και καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή.
Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει, όταν ο χρησιδεσπόζων, έστω και αν γνωρίζει ότι το ακίνητο ανήκει στην κυριότητα τρίτου, όμως, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει, κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα.
Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής που διανύθηκε, με τις ίδιες προϋποθέσεις, στο πρόσωπο του διακαιοπαρόχου, συνυπολογίζεται στο χρόνο νομής του διαδόχου. Με τις προμνημονευόμενες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1. και 2. του ν. 3127/2003 εισάγεται εξαίρεση από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1. και 2. του α.ν. 1539/1938, που ρυθμίζουν το απαράγραπτο των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακίνητων κτημάτων του, που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του η εάν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 4/2010, 1/2013).
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020). Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωσή του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 214/2021, ΑΠ 549/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, τα ακόλουθα: "Τα επίδικα ακίνητα είναι τρία γεωτεμάχια εμβαδού 503 τ.μ., 251 τ.μ. και 251 τ.μ., τα οποία βρίσκονται στο ΟΤ 33 εντός του οριοθετημένου οικισμού ...ς του Δήμου ... με ..., ... αντίστοιχα. Τα γεωτεμάχια αυτά συναποτελούσαν το υπ' αριθμ. 237 οικόπεδο της αρχικής διανομής του έτους 1939 του ..., συνολικού εμβαδού 1.020 τ.μ., το οποίο στον πίνακα διανομής έφερε την ένδειξη "...".
Το χωριό ... μέχρι το έτος ... κατοικούνταν από μουσουλμάνους, υπηκόους της τότε ..., οι οποίοι αντηλλάγησαν σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη Συνθήκη της ..., οπότε στο χωριό εγκαταστάθηκαν Έλληνες πρόσφυγες. Χαρακτηρίζεται ως οικισμός, που υφίσταται μετά το έτος 1923, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή έχει 1.226 κατοίκους και τα όρια αυτού εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμ. 1-1882/1987 απόφαση του Νομάρχη Έβρου (ΦΕΚ 532Δ/11-6-1987).
Η Κ. Γ., γιαγιά των τριών εναγόμενων, πρόσφυγας από την ..., εγκαταστάθηκε αρχικά στο ... Το έτος 1928 καθ' υπόδειξη των αρμοδίων οργάνων του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος ... μετακόμισε στην ... και εγκαταστάθηκε στο επίδικο μείζον οικόπεδο, εντός του οποίου είχε ανεγερθεί με δαπάνες του Δημοσίου ισόγεια πλινθόκτιστη οικία.
Ουδέποτε εκδόθηκε στο όνομα της τίτλος κυριότητας (παραχωρητήριο), ωστόσο έκτοτε η Κ. Γ. κατείχε με διάνοια κυρίου το εν λόγω ακίνητο αδιάλειπτα και αδιατάρακτα ενεργώντας σε αυτό εκείνες τις υλικές εμφανείς πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και θέση του ακινήτου, με τις οποίες εκδηλωνόταν η βούληση της για εξουσίαση.
Ειδικότερα κατοικούσε με την οικογένεια της στην ισόγεια οικία, η οποία είχε ανεγερθεί επ' αυτού. Αυτό επιβεβαιώνεται τόσο από τον πίνακα διανομής, στον οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, φερόταν ότι το επίδικο κατεχόταν από την Κ. Γ., όσο και από το διάγραμμα της διανομής, όπου εμφαίνεται στο βόρειο τμήμα του επιδίκου η ανεγερθείσα από το Ελληνικό Δημόσιο το έτος 1928 οικία.
Η Κ. Γ. απεβίωσε στις 28-12-1977, ενώ προηγουμένως το έτος 1959, δυνάμει του από 21-4-1959 ιδιωτικού συμφωνητικού, προέβη σε άτυπη δωρεά του μισού οικοπέδου έκτασης περίπου μισού στρέμματος στον υιό της Ν. και του άλλου μισού ίδιας έκτασης περίπου (μισό στρέμμα) στην κόρη της Α.. Οι μεταβιβάσεις αυτές επικυρώθηκαν αντίστοιχα με την υπ' αριθμ. 142/25-5-1967 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
στις 29-5-1967 στον τόμο 109 με αύξοντα αριθμό 57 και την υπ' αριθμ. 143/25-5-1967 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στις 29-5-1967 στον τόμο 109 με αύξοντα αριθμό 58. Από το έτος αυτό (1959) ο Ν. Γ. κατείχε με διάνοια κυρίου το κείμενο βορειοδυτικά ήμισυ του επιδίκου ακινήτου και η Α.
Γ. κατείχε με διάνοια κυρίου το κείμενο νοτιοανατολικά ήμισυ του ιδίου ακινήτου. Ειδικότερα το έτος 1974 ο πρώτος ανήγειρε επί του ακινήτου ισόγεια οικία εμβαδού 56 τ.μ., στην οποία διέμενε με την οικογένεια του ενώ η δεύτερη το έτος 1967 γκρέμισε την ευρισκομένη επί του οικοπέδου παλαιά πλινθόκτιστη οικία και προέβη στην ανέγερση νέας εμβαδού 47 τ.μ., στην οποία εγκαταστάθηκε με την οικογένεια της.
Για την ανέγερση της οικίας αυτής εκδόθηκε η προσκομισθείσα με επίκληση υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια του Σταθμού Χωροφυλακής ... ενώ η ανεγερθείσα οικία ρευματοδοτήθηκε νομίμως (βλ. την επίσης προσκομισθείσα από 18-12-1967 σύμβαση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος για οικιακή χρήση της ΔΕΗ). Επιπλέον η Α. Γ. για την κάλυψη των δαπανών ανοικοδόμησης έλαβε δάνειο ποσού 35.000 δραχμών από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος και προς εξασφάλιση της απαίτησης απόδοσης του δανείου ενεγράφη υποθήκη στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ...
στον τόμο Λ με αύξοντα αριθμό 6.200, η οποία εξαλείφθηκε λόγω εξόφλησης (βλ. το υπ' αριθμ. 3725/13-11-1989 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου ...). Ο Ν. Γ. απεβίωσε στις 23-1-1997 και με την υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Θ. Μ. και δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ.... πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., κατέλειπε στην ανιψιά του Γ.
Κ. (πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη) μεταξύ άλλων το συγκεκριμένο οικόπεδο εμβαδού 503 τ.μ. Την κληρονομιά αυτή η πρώτη εναγομένη αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Θ. Μ. και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
στις 16-10-1997 στον τόμο 731 με αύξοντα αριθμό 96, ενώ από το χρόνο θανάτου του θείου της κατέχει με διάνοια κυρίου το ακίνητο αυτό χρησιμοποιώντας την οικία, που είχε ανεγείρει ο τελευταίος ως πρώτη κατοικία της. Η Α. Γ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... δωρητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Μ. Β., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
στις 31-8-1977 στον τόμο 208 με αύξοντα αριθμό ..., δώρησε στην κόρη της Κ. Κ. (δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη) το νότιο τμήμα του οικοπέδου, που είχε στην κατοχή της εμβαδού 251 τ.μ. Έκτοτε η δεύτερη εναγομένη νέμεται το τμήμα αυτό του οικοπέδου αφού το ίδιο έτος (1977) προέβη στην ανέγερση επ' αυτού ισόγειας οικίας αποτελούμενης από δύο δωμάτια, σαλόνι και κουζίνα.
Το υπόλοιπο τμήμα του ως άνω οικοπέδου κράτησε στην κατοχή της η Α. Γ. μέχρι το θάνατο της την 1η Δεκεμβρίου 2016. Τόσο η Α. Γ. μέχρι το θάνατο της όσο και οι κόρες της Γ. και Κ. μέχρι την άσκηση της αγωγής κατέβαλαν κάθε φόρο και οικονομικό βάρος, που συνδέονται με τα επίδικα ακίνητα και προέβησαν σε σχετικές δηλώσεις ιδιοκτησίας κατά την κτηματογράφηση της περιοχής.
Εξάλλου τα επίδικα ακίνητα έχουν έκταση μικρότερη των 2.000 τ.μ., βρίσκονται εντός οριοθετημένου οικισμού κάτω των 2.000 κατοίκων και περιλαμβάνονται στην ιδιωτική περιουσία του ενάγοντας και ήδη εκκαλούντος ... αφού δεν πρόκειται για εκτός συναλλαγής δημόσια ακίνητα προοριζόμενα προς κοινή χρήση ή εξυπηρετούντα εν γένει δημόσιο σκοπό, ούτε αποτελούν πάρκο ή άλσος.
Επίσης μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 3127/2003 (19-3-2003) είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο των δύο πρώτων εναγόμενων και της Α. Γ., η οποία απεβίωσε, όπως ήδη αναφέρθηκε, την 1η Δεκεμβρίου 2016, προσμετρούμενου στο χρόνο νομής τους και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, συνεχής και αδιατάρακτη τριακονταετής και πλέον νομή επί των επιδίκων ακινήτων.
Επιπροσθέτως καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα η Α. Γ. και οι κόρες της και πριν από αυτές οι δικαιοπάροχοι τους τελούσαν σε καλή πίστη έχοντας την πεποίθηση χωρίς να τους βαρύνει βαρεία αμέλεια ότι απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων, η δε πεποίθηση αυτή υφίστατο κατά το χρόνο κτήσης της νομής από την κάθε μία από αυτές.
Η κρίση του Δικαστηρίου περί της καλής πίστης ενισχύεται από το γεγονός ότι το Ελληνικό Δημόσιο μέσω των αρμοδίων οργάνων του ουδέποτε προέβαλε δικαιώματα επί των ακινήτων επιδίδοντας εμπράγματη αγωγή ή πρωτόκολλο αποβολής ούτε όχλησε με οποιοδήποτε τρόπο τους δικαιοπαρόχους των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων ή τις ίδιες στην άσκηση της νομής τους επί των επιδίκων ακινήτων ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επ'αυτών.
Συνεπώς εφόσον συντρέχουν στην υπό κρίση περίπτωση όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 4§§1 περ. β και 2 ν. 3127/2003 αποδεικνύεται ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες και ήδη δύο πρώτες εφεσίβλητες και η Α. Γ. απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων, που ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο. Ως εκ τούτου κατά την κτηματογράφηση της περιοχής ορθώς τα εν λόγω ακίνητα, που έλαβαν στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... ..., ..., καταχωρήθηκαν το πρώτο ως ιδιοκτησία της πρώτης εναγόμενης και ήδη πρώτης εφεσίβλητης κατά ποσοστό 100% με αιτία κτήσης κληρονομιά και φερόμενο τίτλο κυριότητας το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Θ. Μ., το δεύτερο ως ιδιοκτησία της δεύτερης εναγομένης και ήδη πρώτης εφεσίβλητης κατά ποσοστό 100% με αιτία κτήσης δωρεά και φερόμενο τίτλο κυριότητας το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Μ. Κ. και το τρίτο ως ιδιοκτησία της Α. Γ. κατά ποσοστό 100% με αιτία κτήσης δωρεά και φερόμενο τίτλο κυριότητας το ίδιο ως άνω συμβόλαιο".
Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ενάγοντος εκκαλούντος ..., δεχόμενο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη κάνοντας δεκτή την ένσταση κτήσης ιδίας κυριότητας των εναγομένων κατ' άρθρο 4 ν. 3127/2003 και απορρίπτοντας την αντένσταση περί κακής πίστης των τελευταίων κατά το χρόνο μεταβίβασης της νομής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 και 1042 του Α.Κ., που αναφέρονται στο αναιρετήριο, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του δικονομικού συλλογισμού.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή η μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφήρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν με τις σαφείς παραδοχές ως προς τα ουσιώδη ζητήματα σχετικά με τη φύση του επιδίκου και αναφορικά με την ύπαρξη καλής πίστης στο πρόσωπο των εναγόμενων - αναιρεσίβλητων και συγκεκριμένα ότι στα επίδικα ακίνητα, εμβαδού μικρότερου των 2000 τ.μ, εντός οικισμού κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί και που ανήκε στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, έχει εφαρμογή το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 και κατά συνέπεια αυτά μπορούσαν να χρησιδεσποσθούν κατ' εξαίρεση έναντι του τελευταίου, και ότι οι αναιρεσίβλητες το έτος 1997 οι δύο πρώτες, αλλά και οι δικαιοπάροχοι της μεν πρώτης Ν.
Γ. και των άλλων Α. Γ. το έτος 1959, που άρχισαν να το νέμονται αποκλειστικά, βρισκόταν σε καλή πίστη κατά την κτήση της νομής του επιδίκου ακινήτου και ότι έτσι το αναιρεσείον Δημόσιο απώλεσε την κυριότητά του, καθόσον επί συνεχές χρονικό διάστημα κατά πολύ μεγαλύτερο των τριάντα ετών (από το έτος 1959 έως 19-3-2003) δεν άσκησε καμία διακατοχική πράξη σ' αυτό και δεν τις όχλησε στην άσκηση της νομής τους μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003.
Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, σημειούμενου εξάλλου και του ότι δι' αυτών το αναιρεσείον, απαραδέκτως κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚπολΔ, βάλλει κυρίως κατά της εκτίμησης των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με το θέμα της ύπαρξης καλής πίστης στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπάροχων τους κατά το χρόνο κτήσης της νομής επί των επιδίκων.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους, σε βάρος του αναιρεσείοντος ..., λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ., άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-4-2021 (αρ. κατ. 25/2021) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 252/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ