Legislator Case Law & Legislation
216/2023 AI generated

216/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 216/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

216/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι με την 15η Οργανωτική Αλλαγή, που τέθηκε σε ισχύ εκ μέρους της εναγομένης από την ..., επήλθε αδικαιολόγητα και χωρίς αποχρώντα λόγο μη επιτρεπόμενη υποβάθμισή του σε απλό στέλεχος, που συνιστά κατάφωρη παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων της από ... σύμβασης εργασίας του. Ότι παρά την υποβάθμισή του σε απλό στέλεχος μετακινήθηκε στη νέα του θέση, πλην, όμως, ουδέποτε αποδέχθηκε την βλαπτική μεταβολή των ουσιωδών όρων της από ...

Keywords

AI generated
redundancy administrative status of officials abandonment of employment change of job dismissal of civil servant unemployment benefits of directors
AI generated
733/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
108/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
9/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
799/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη-Εισηγήτρια, Σταυρούλα Κουσουλού και Ευαγγελία Γιακουμάτου, Αρεοπαγίτες.
998/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 216 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 216/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. - Ά. Β. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λουκά Αποστολίδη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ Ανώνυμος Εταιρεία - ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Παπασταύρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/11/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 501/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1955/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-12-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 21 Δεκεμβρίου 2021 και με αριθ. κατάθ. 10230/1275/27.12.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθ. 1955/30.3.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 15.4.2019 με αριθ.

καταθ. 35195/2644/16-4-2019 έφεσης του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθ. 501/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 22.11.2017 με αριθ. καταθ. 605519/3055/8-12-2017 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης.

Με την ως άνω αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων εξέθετε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη την ... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως ανώτατο στέλεχος διοίκησης, ότι από την πρόσληψή του και επί 20 έτη υπηρέτησε σε διάφορες διευθυντικές θέσεις, τις οποίες αναλυτικά εκθέτει σ'αυτή και ότι έχει ανταπεξέλθει επιτυχώς και χωρίς προβλήματα στην άσκηση των καθηκόντων που έχει αναλάβει, ότι επιπροσθέτως έχει συμμετάσχει ενεργά στη διοίκηση της εναγομένης, ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της και ότι έχει διατελέσει και εκπρόσωπος των εργαζομένων σ' αυτό.

Ότι με την 15η Οργανωτική Αλλαγή, που τέθηκε σε ισχύ εκ μέρους της εναγομένης από την ..., επήλθε αδικαιολόγητα και χωρίς αποχρώντα λόγο μη επιτρεπόμενη υποβάθμισή του σε απλό στέλεχος, που συνιστά κατάφωρη παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων της από ... σύμβασης εργασίας του. Ότι παρά την υποβάθμισή του σε απλό στέλεχος μετακινήθηκε στη νέα του θέση, πλην, όμως, ουδέποτε αποδέχθηκε την βλαπτική μεταβολή των ουσιωδών όρων της από ...

σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι κοινοποίησε στην εναγομένη την ... εξώδικη δήλωση με την οποία δήλωσε προς αυτή ότι εμμένει στην τήρηση των συμβατικών όρων εργασίας του και ότι επιφυλάσσεται για τη διεκδίκηση της νόμιμης αποκατάστασής του, για τα εργασιακά του δικαιώματα και για την προστασία της προσωπικότητάς του, η οποία βλήθηκε συνεπεία της υποβάθμισής του.

Ότι η υποβάθμισή του σε απλό στέλεχος έγινε παράνομα και καθ' υπέρβαση των ορίων των επιβαλλομένων από την καλή πίστη και των χρηστών και συναλλακτικών ηθών, καθόσον δεν ανταποκρίνεται στα συμφωνηθέντα στην από ... καταρτισθείσα με την εναγομένη σύμβαση, ούτε στα προσόντα του, ούτε στην πολυετή εμπειρία του κατά την πλήρωση διευθυντικών καθηκόντων του στην εναγομένη και ότι αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του.

Με βάση δε το ανωτέρω περιεχόμενο και μετά από παραδεκτό μερικό περιορισμό καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ζήτησε : α) Να αναγνωριστεί ότι η τοποθέτησή του στη θέση του στελέχους Τ. Υ. Π. Α. συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης και ως τέτοια υπήρξε άκυρη, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, ανάλογες με αυτές που ασκούσε μέχρι την επέλευση της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, γ) να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγομένη να του καταβάλει λόγω απώλειας του επιδόματος υπεύθυνης θέσης Διευθυντού από την παράνομη αφαίρεση των ως άνω καθηκόντων του το συνολικό ποσό των 9.900 ευρώ, δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την ως άνω έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δέχθηκε τυπικά την έφεση και α) απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία το μοναδικό λόγο της έφεσης, με τον οποίο ο ενάγων ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης με σκοπό να γίνει καθολοκληρία δεκτή η αγωγή του ως προς όλα της τα αιτήματα και β) έκρινε, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, ως μη νόμιμο το αγωγικό κονδύλιο καταβολής επιδόματος ευθύνης Διευθυντού, το οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορρίψει ως κατ' ουσία αβάσιμο, και, ως εκ τούτου, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος ως βάσιμη κατ' ουσία, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως κατ' ουσία αβάσιμο το ως άνω αγωγικό κονδύλιο, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή ως προς το κονδύλιο αυτό, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349-351, 648, 652 και 656 ΑΚ, 7 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 συνάγονται τα εξής:

Ο εργοδότης, με επιφύλαξη των τυχόν αντιθέτων όρων της σύμβασης εργασίας, έχει δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του εργαζομένου και να καθορίζει, μονομερώς και με τον τρόπο που ο ίδιος θεωρεί ορθό, το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού, για αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχείρησης και επίτευξη των στόχων της (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 481/2018).

Κατά την ενάσκηση, όμως, του εν λόγω διευθυντικού δικαιώματος δεν του επιτρέπεται να προκαλεί υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό, με παράβαση διάταξης νόμου ή όρου της ατομικής σύμβασης εργασίας ή με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Τέτοια καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας αποτελεί και η εκ μέρους του ανάθεση στο μισθωτό καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσης απ` αυτή που ήδη κατείχε, χωρίς να δικαιολογείται από υπηρεσιακές ανάγκες, κατά τρόπο που συνεπάγεται δυσμενείς υλικές ή ηθικές, ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του, συνέπειες (ΑΠ 824/2020, ΑΠ 130/2016, ΑΠ126/2011).

Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 του ΑΚ, 2 παρ. 2 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει, ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ως πράξη παράνομη, συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ (ΟλΑΠ 11/2007, ΟλΑΠ 14/1998) και δημιουργείται δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει αποζημίωση για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που υπέστη από την παράλειψη (ΟλΑΠ 11/2007) και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση (ΑΠ 824/2020, ΑΠ 130/2016).

Αντίθετα δεν είναι καταχρηστική, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχείρησής του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.

Και τούτο διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχείρησης.

Για να είναι καταχρηστική, στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1219/2020, ΑΠ 798/2018, ΑΠ 1233/2018).

Τέτοια πραγματικά περιστατικά είναι η εξειδικευμένη γνώση του αντικειμένου, η εξαιρετική κρίση και αντίληψη, η αδιαμφισβήτητη ικανότητα αντιμετώπισης υπηρεσιακών προβλημάτων και η μεθοδικότητα επίλυσής τους, η πολύχρονη εμπειρία και το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΠ 1127/2018, ΑΠ 1074/2018, ΑΠ 927/2013).

Περαιτέρω, με το άρθρο 7 του ν. 1876/1990 ορίζεται ότι: "1. Οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ. 2. Οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ' όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους. 3.

Όροι εργασίας συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, με αμφιμερή ενέργεια". Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση της ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.

Με βάση τα παραπάνω, συνάγεται, ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των εργαζομένων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής σύμβασης εργασίας και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργατική σχέση (ΑΠ 832/2019, ΑΠ 464/2012).

Από το συνδυασμό της προαναφερθείσας διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 1876/1990 και του άρθρου 3 του ΑΚ προκύπτει ότι η ως άνω γενική αρχή δεν εφαρμόζεται επί κανόνων αναγκαστικού δικαίου (δηµοσίας τάξης) µε αµφιµερή ενέργεια, δηλαδή νόµων που δεν δύναται να αποκλειστούν µε τη βούληση των ενδιαφερομένων και που τείνουν κυρίως στην προστασία του γενικότερου συμφέροντος και των πολιτών (Ολ ΑΠ 20/2006, ΟλΑΠ 10/1998, ΑΠ 832/2019, ΑΠ 464/2012, ΑΠ 433/2011).

Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 3891/2010 με τίτλο "Αναδιάρθρωση, εξυγίανση και ανάπτυξη του ομίλου ΟΣΕ και της ΤΡΑΙΝΟΣΕ και άλλες διατάξεις για το σιδηροδρομικό τομέα" (Α 188) ορίζεται ότι "1. Εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου, το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε Εταιρίας, λαμβάνοντας υπόψη τις λειτουργικές ανάγκες και ειδικότερες απαιτήσεις της, καταρτίζει Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας, που περιλαμβάνει τουλάχιστον τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 3429/2005, τίθεται σε ισχύ με απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και κατισχύει κάθε άλλου" και με το άρθρο 21 του ιδίου νόμου και υπό τον παράτιτλο "Κατεπείγον επιτακτικό γενικότερο συμφέρον και ρύθμιση γενικών όρων εργασίας" ορίζεται στις παραγράφους 1 και 2 αυτού, αντίστοιχα, ότι: "1.

Οι διατάξεις των άρθρων 15-21 ρυθμίζουν γενικούς όρους εργασίας και τίθενται σε ισχύ, ισχύουν, ακολουθούνται και εξυπηρετούν λόγους κατεπείγοντος επιτακτικού γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, που συνδέεται ιδίως με το πρόγραμμα εξυγίανσης και την ανάπτυξη της εταιρείας, την προστασία και την διασφάλιση των θέσεων εργασίας και την ανόρθωση των δημόσιων οικονομικών εν γένει και κατισχύουν κάθε αντίθετης ή άλλης, γενικής ή ειδικής, διάταξης, συμφωνίας, όρου ή ρήτρας νόμου, ή κανονισμού έχοντος ισχύ νόμου, κανονιστική ή άλλη ή συμβατικού ή οργανισμού ή συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης ή συλλογικής συμφωνίας ή ατομικής σύμβασης ή συμφωνίας ή επιχειρησιακής πρακτικής ή εργασιακής συνήθειας ή άλλης, πάσης μορφής και είδους, πηγής δικαίου" και "2.

Κάθε ρύθμιση αντίθετη, άμεσα ή έμμεσα προς τις διατάξεις των άρθρων 15-21 καταργείται, των διατάξεων των άρθρων 15-21 θεωρουμένων ως ειδικότερων". Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 18 παρ.1 του ως άνω νόμου, με την υπ' αριθμ. 2716/18.2.2011 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης καταρτίσθηκε και εγκρίθηκε ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας της, που τέθηκε σε ισχύ με την υπ' αριθμ.

Φ 37/10594/1183/14.3.2011 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (ΦΕΚ Β 473/24.3.2011) και έχει ισχύ νόμου. Με το άρθρο 9 του ως άνω Κανονισμού ορίζεται ότι "Η εταιρεία δικαιούται, ανάλογα με τις ανάγκες της, να τοποθετεί σε οποιαδήποτε θέση και να αναθέτει οιαδήποτε καθήκοντα, σε οποιοδήποτε εργαζόμενο, λαμβανομένων υπόψη των ουσιαστικών προσόντων και ικανοτήτων του" και με το άρθρο 16 ορίζεται ότι " Εκτός του συνολικού συμβατικού μισθού, κάθε άλλη παροχή σε είδος ή σε χρήμα (π.χ.

ασφαλιστικό πρόγραμμα που καλύπτει ζωή, υγεία, ατυχήματα, σύνταξη ή και οποιοδήποτε άλλο, μεταφορά από και προς τον τόπο εργασίας, παροχή ή επιχορήγηση γευμάτων, δαπάνες εκπαίδευσης, ή μετεκπαίδευσης, παροχή προμηθειών, bonus, επιδόματος θέσεως ή οτιδήποτε σχετικού, καταβολή αυξημένων επιδομάτων, δώρων και αδείας ...) ακόμη και αν αυτή επαναλαμβάνεται τακτικά και μακροχρόνια, είναι οικειοθελής και η Εταιρία επιφυλάσσεται του δικαιώματος της να την τροποποιεί ή και να την καταργεί οποτεδήποτε μονομερώς και ελευθέρως".

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 308/2020).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1044/2020).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η διάταξη αυτή αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 1410/2017).

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 109/2022, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 1392/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό έλεγχο μέρος δέχθηκε τα εξής: Α) Όσον αφορά την νομική βασιμότητα της αγωγής, κατά το κονδύλιο καταβολής επιδόματος υπεύθυνης θέσης διευθυντού: "...Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα (...) είναι απορριπτέα η αγωγή ως νόμω αβάσιμη, όσον αφορά το αιτούμενο κονδύλιο για καταβολή του επιδόματος υπεύθυνης θέσης διευθυντού από το, χρόνο της παράνομης αφαίρεσης των αναφερομένων στην αγωγή υπεύθυνων καθηκόντων του (εννοεί του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος) ως Διευθυντή Διοικητικού μέχρι την πιθανή ημερομηνία εκδίκασης της αγωγής του ήτοι μέχρι την ..., καθόσον το ποσό αυτό δεν αποτελεί μισθολογική παροχή που καταβάλλεται σε αυτόν ανεξαρτήτως της ασκήσεως των καθηκόντων του ως αντάλλαγμα της εργασίας του, αλλά αντιθέτως αποτελεί ανακλητή οικειοθελή παροχή της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Εσωτερικού Κανονισμού της, συνδεόμενη οπωσδήποτε με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων ως Διευθυντή.

Ειδικά δε το ανωτέρω κονδύλιο σκοπό έχει να αντιμετωπίσει ο ασκών τα ανακύπτοντα συνεπεία της ανωτέρω θέσης αυξημένης ευθύνης καθήκοντα υπάλληλος. Εξ αυτού παρέπεται ότι σε περίπτωση που δεν ασκήθηκαν τέτοια καθήκοντα έστω και λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εργοδότριάς του ΕΡΓΟΣΕ, που δεν ανέθεσε στον ενάγοντα τέτοια καθήκοντα, ο τελευταίος δεν υφίσταται τέτοια περιουσιακή ζημία με τη μορφή διαφυγόντος κέρδους.

Και τούτο διότι γιατί ειδικά ως προς το επίδομα υπεύθυνης θέσης διευθυντού, το οποίο εκ της μη αναθέσεως των καθηκόντων Διευθυντή στερήθηκε, ως προορισμένο να αναλωθεί για τις παραπάνω ανάγκες δεν επρόκειτο κατά πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει δια της απολήψεώς του επαύξηση της περιουσίας αυτού, ώστε η μη ανάθεση των ως άνω καθηκόντων να συνεπάγεται ματαίωση της εν λόγω περιουσιακής επαύξησης (....).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε νόμιμο το εν λόγω κονδύλιο εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. (...). Και Β) Όσον αφορά την ουσιαστική βασιμότητα αυτής (αγωγής) κατά τα λοιπά αιτήματα, ότι από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων πτυχιούχος οικονομολόγος προσελήφθη από την εναγόμενη, δυνάμει συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου την ... ως Διευθυντής στη Δ. Δ. Υ. (μετονομασθείσα στη συνέχεια σε Δ. Π. και Δ. Μ.) αντί μηνιαίων αποδοχών 828.000 δραχμών ή 2.429,93 ευρώ. Ο ενάγων απασχολήθηκε με την παραπάνω ιδιότητα στην εναγόμενη μέχρι την …….., οπότε η περαιτέρω εξέλιξή του ήταν η εξής:

Από τις ….. έως την ………απασχολήθηκε ως Δ. Α. Π. και μέλος της Επιτροπής Κ. Δ.-Π., από ... έως ... ως Προϊστάμενος Διεύθυνσης, Σ. και Α., από ... έως ... ως Προϊστάμενος Διεύθυνσης Σ. και Α., από ... έως ... (ενν. ...) ως Προϊστάμενος Τμήματος Π. Σ. έκτακτης ανάγκης. Ακολούθως, δυνάμει της 3285/9.11.2016 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, κατόπιν της υπ' αριθμ. 285631/9.11.2016 εισήγησης του Διευθύνοντος Συμβούλου της, αποφασίστηκε η τροποποίηση του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας της ως προς το άρθρο 3 αυτού, ήτοι ως προς τη διάρθρωση του Τμήματος Σχεδιασμού, Ανάπτυξης και εφαρμογής προγράμματος του Τμήματος Οργάνωσης Εκπαίδευσης και Διασφάλισης Ποιότητας και των αναγκών στελέχωσης και κατανομής του Προσωπικού στην οργανωτική μονάδα με την οργανωτική δομή που αποκτά αυτή πλέον και εξουσιοδοτήθηκε ο Διευθύνων Σύμβουλος αυτής να προβεί στο σύνολο των απαιτουμένων ενεργειών για την αναθεώρηση της οργανωτικής δομής της, των αρμοδιοτήτων των επιμέρους οργανωτικών ομάδων και της κατανομής του προσωπικού σ' αυτές.

Περαιτέρω, δυνάμει της με αριθμ. πρωτ. 289260/03/02/2017 απόφασης του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης με θέμα "Έγκριση των απαιτούμενών προσόντων για τη στελέχωση των Οργανωτικών Μονάδων της νέας Οργανωτικής Δομής της ΕΡΓΟΣΕ ΑΕ και κατανομή του προσωπικού σ' αυτές" και με έναρξη ισχύος την ... (15η έκδοση Οργανογράμματος), ο ενάγων τοποθετήθηκε ως στέλεχος του Τ.

Υ. Π. Α.. Δια των ως άνω αποφάσεων, οι οποίες μάλιστα έτυχαν της επιδοκιμασίας του επιχειρησιακού σωματείου των εργαζομένων (βλ. την από ... ανακοίνωση του Συλλόγου Εργαζομένων ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε.) με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία της εναγομένης, ενόψει των νέων διαμορφούμενων αναγκών της, αναδιοργάνωσε την επιχείρησή της, καταργώντας, αλλάζοντας, συγχωνεύοντας Διευθύνσεις, Τμήματα και Θέσεις αναπροσαρμόζοντας αρμοδιότητες και καθήκοντα των Θέσεων αυτών και κατανέμοντας το υφιστάμενο προσωπικό στις θέσεις αυτές αναλόγως των προσόντων καθενός εξ αυτών.

Συνεπεία της αναδιοργάνωσης αυτής και κατ' ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, τοποθέτησε 18 εργαζομένους σ' αυτήν, ανάμεσά τους και τον ενάγοντα, σε νέες θέσεις, βάσει της εμπειρίας και των προσόντων που διέθετε καθένας εξ αυτών.

Συνεπώς, από όλα τα παραπάνω πλήρως αποδειχθέντα καθίσταται σαφές ότι η τοποθέτηση του ενάγοντος από την ... ως στελέχους του Τ. Υ. Π. Α. δεν αποτέλεσε μεμονωμένη μετακίνηση αυτού, αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο γενικών υπηρεσιακών μεταβολών και διαμόρφωσης της νέας οργανωτικής δομής στην εναγομένη κατ' εφαρμογή του νέου οργανογράμματος αυτής, ήτοι έγινε εντός των πλαισίων του εύλογου συμφέροντος της εναγομένης για την εύρυθμη και αποτελεσματική οργάνωση των υπηρεσιών της, που ως τέτοια περιλαμβανόταν στις αρμοδιότητές της και ήταν θεμιτή και η οποία δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο από πλευράς σκοπιμότητας ή αναγκαιότητας και κατά συνέπεια δεν στοιχειοθετείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος, όπως ο ίδιος αβάσιμα ισχυρίζεται.

Προς στήριξη δε του ανωτέρω ισχυρισμού του, ήτοι ότι η εναγομένη - εργοδότριά του δεν είχε κανένα δικαίωμα να μεταβάλει τους όρους της εργασίας του, επικαλείται τη σύμβαση εργασίας που κατάρτισε με αυτήν δυνάμει του πρώτου όρου της οποίας αναφέρεται ρητά ότι προσλήφθηκε για να ασκεί καθήκοντα ανώτατου στελέχους της Διοίκησης.

Ο ισχυρισμός του αυτός κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 9 του Εσωτερικού Κανονισμού λειτουργίας της εναγομένης (ΦΕΚ Β' 473/24.03.2011), η τελευταία δικαιούται ανάλογα με τις ανάγκες της, να τοποθετεί σε οποιαδήποτε θέση και να αναθέτει οιαδήποτε καθήκοντα σε οιονδήποτε;

εργαζόμενο λαμβανομένων υπόψη των ουσιαστικών προσόντων και ικανοτήτων του, όπως έπραξε και στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, η ενέργεια της εναγομένης να τοποθετήσει τον ενάγοντα στα πλαίσια των ανωτέρω αναπροσαρμογών στην οργανωτική της δομή στις οποίες προέβη, στη θέση του Σ. Τ. Υ. Π. Α., δεν καθίσταται καταχρηστική για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε, ούτε άλλωστε ο εναγών με την αγωγή του ισχυρίστηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του, σε σχέση με τον συνάδελφό του που κατέλαβε τη θέση του και άλλες περιστάσεις, που συνδυαζόμενες με την κατά τα τυπικά και ουσιαστικά του προσόντα υπεροχή, θα ήταν ικανές να στηρίξουν προφανή αντίθεση στην καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό ή κοινωνικό σκοπό του άνω δικαιώματος της εναγομένης.

Στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής ο ενάγων εκθέτει ότι η υποβάθμισή του έγινε χωρίς ύπαρξη σπουδαίου λόγου, και ότι υφίστανται ερωτήματα σχετικά με τη σκοπιμότητα αυτής της υποβάθμισης, που όμως κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα αναιρείται ο ισχυρισμός του αυτός, ενώ το πρώτον απαραδέκτως στο δικόγραφο της κρινόμενης έφεσης εκθέτει ότι η επίδικη τοποθέτησή του έλαβε χώρα λόγω εμπάθειας και κακότητας στο πρόσωπό του από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης αναφέροντας τα γεγονότα από τα οποία κατ' αυτόν αποδεικνύεται η εμπαθής συμπεριφορά της εναγομένης, όπως ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης ζήτησε, αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, από τον ενάγοντα να παραιτηθεί από αιρετό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, παρότι ήταν νόμιμα εκλεγμένος από τους συναδέλφους του, ή ότι η σε βάρος του κίνηση πειθαρχικής δίωξης αποδείχθηκε αβάσιμη και αστήρικτη, πλην όμως αυτά δεν εκτέθηκαν στην αγωγή ώστε να αποτελέσουν αντικείμενο απόδειξης.

Αντιθέτως στην αγωγή εκθέτει ότι ουδέποτε ασκήθηκε σε βάρος του πειθαρχική δίωξη καθ' όλο το χρονικό διάστημα όπου προσέφερε και εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του (βλ. σελ. 5 του δικογράφου της αγωγής). Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ενήργησε καθ' υπέρβαση της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του ως άνω δικαιώματος της, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένου συνεπώς ως κατ' ουσίαν αβάσιμου του μοναδικού λόγου της κρινόμενης έφεσης. Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε μεταξύ άλλων ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αγωγικό κονδύλιο περί καταβολής στον ενάγοντα των επιδομάτων υπεύθυνης θέσης Διευθυντού, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου τούτου, χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (...).

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το ανωτέρω αγωγικό αίτημα, αναγκαίως δε και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων που θα καθοριστούν εξ αρχής και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί η αγωγή, όσον αφορά το εν λόγω αγωγικό αίτημα να απορριφθεί τούτο ως νόμω αβάσιμο...".

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι με το να κρίνει ότι η αναιρεσίβλητη με την τοποθέτηση αυτού από ... ως στελέχους του Τ. Υ. Π. Α. δεν αποδείχθηκε ότι ενήργησε καθ' υπέρβαση της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του ως άνω δικαιώματος της και να απορρίψει ως κατ' ουσία αβάσιμο το αγωγικό του αίτημα να αναγνωρισθεί ότι η ως άνω τοποθέτησή του συνιστούσε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 του ν. 2112/1920, 648, 652, 656, 349-351 και 281 του ΑΚ και 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955.

Ότι, ειδικότερα, ενώ με την από ... σύμβαση εργασίας του με την εναγόμενη, είχε συμφωνηθεί να παρέχει τις υπηρεσίες του σ' αυτή ως διευθυντής διοικητικών υπηρεσιών και ως ανώτατο στέλεχός της, χωρίς η εναγόμενη να έχει επιφυλάξει για τον εαυτό της τη δυνατότητα μετατροπής των όρων της σύμβασης εργασίας του.

Η ως άνω εργοδότριά του, κατά παράβαση του ως άνω όρου της σύμβασης εργασίας του υποβίβασε αυτόν στις ... από τη θέση του Προϊσταμένου του Τ. Π. Σ. Έ. Α. σε εκείνη του απλού στελέχους και ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η εναγόμενη δικαιούταν, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας της, που τέθηκε σε ισχύ με την υπ' αριθμ.

Φ 37/10594/1183 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (ΦΕΚ Β' 473/24.3.2011), να τοποθετεί οιονδήποτε εργαζόμενο σε οποιαδήποτε θέση και να του αναθέτει τα αντίστοιχα καθήκοντα, είναι εσφαλμένη, γιατί δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο ότι η ως άνω διάταξη του Κανονισμού είναι πολύ μεταγενέστερη της σύμβασης εργασίας του, στην οποία (σύμβαση εργασίας) δεν υφίστατο όρος που να αναφέρεται στο δικαίωμα της εργοδότριας να τον τοποθετεί σε οποιαδήποτε θέση ανάλογα με τις ανάγκες της.

Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο με τις ανέλεγκτες ως προς τα πράγματα παραδοχές του: α) ότι με την υπ' αριθμ. 3285/9.11.2016 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, αποφασίσθηκε η τροποποίηση του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας της ως προς το άρθρο 3 αυτού, ως προς τη διάρθρωση του Τμήματος Σχεδιασμού, Ανάπτυξης και Εφαρμογής Προγράμματος του Τμήματος Οργάνωσης Εκπαίδευσης και Διασφάλισης Ποιότητας και των αναγκών στελέχωσης και κατανομής του προσωπικού στην οργανωτική μονάδα με την οργανωτική δομή που αποκτά αυτή πλέον, β) ότι δυνάμει της με αριθμ.

πρωτ. 289260/03/02/2017 απόφασης του εξουσιοδοτηθέντος από την ως άνω απόφαση του Δ/Σ της αναιρεσίβλητης Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής, με θέμα "Έγκριση των απαιτούμενών προσόντων για τη στελέχωση των Οργανωτικών Μονάδων της νέας Οργανωτικής Δομής της ΕΡΓΟΣΕ ΑΕ και κατανομή του προσωπικού σ' αυτές" με έναρξη ισχύος την ... (15η έκδοση Οργανογράμματος), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων τοποθετήθηκε ως στέλεχος του Τ.

Υ. Π. Α., γ) ότι δια των ως άνω αποφάσεων, η εναγόμενη, με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία της, ενόψει των νέων διαμορφούμενων αναγκών της, αναδιοργάνωσε την επιχείρησή της, καταργώντας, αλλάζοντας, συγχωνεύοντας διευθύνσεις, τμήματα και θέσεις αναπροσαρμόζοντας αρμοδιότητες και καθήκοντα των θέσεων αυτών και κατανέμοντας το υφιστάμενο προσωπικό στις θέσεις αυτές αναλόγως των προσόντων καθενός εξ αυτών, δ) ότι συνεπεία της αναδιοργάνωσης αυτής, η εναγόμενη, και κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, τοποθέτησε 18 εργαζομένους σ' αυτήν, ανάμεσά τους και τον ενάγοντα, σε νέες θέσεις, βάσει της εμπειρίας και των προσόντων που διέθετε καθένας εξ αυτών, ε) ότι η τοποθέτηση του ενάγοντος από την ...

ως στελέχους του Τ. Υ. Π. Α. δεν αποτέλεσε μεμονωμένη μετακίνηση αυτού, αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο γενικών υπηρεσιακών μεταβολών και διαμόρφωσης της νέας οργανωτικής δομής στην εναγομένη, κατ' εφαρμογή του νέου οργανογράμματος αυτής, ήτοι έγινε εντός των πλαισίων του εύλογου συμφέροντος της εναγομένης για την εύρυθμη και αποτελεσματική οργάνωση των υπηρεσιών της, που ως τέτοια περιλαμβανόταν στις αρμοδιότητές της και ήταν θεμιτή και κατά συνέπεια δεν στοιχειοθετείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος, και στ) ότι η σχετική ενέργεια του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης να τοποθετήσει τον ενάγοντα στην προαναφερόμενη θέση δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό ή κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, αλλά ήταν δικαιολογημένη από τις πιο πάνω υπηρεσιακές ανάγκες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 του Ν. 2112/1920, 648,652, 656, 349-351 και 281 του ΑΚ και 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955 και του άρθρου 9 του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας της αναιρεσίβλητης.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το άρθρο 9 του ως άνω Κανονισμού, που ορίζει ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται ανάλογα με τις ανάγκες της να τοποθετεί σε οποιαδήποτε θέση και να αναθέτει οιαδήποτε καθήκοντα σε οιονδήποτε εργαζόμενο, λαμβανομένων υπόψη των ουσιαστικών προσόντων και ικανοτήτων του, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωσή του, καθότι τέθηκε σε ισχύ μετά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας του, βάσει της οποίας είχε συμφωνηθεί αυτός να ασκεί διευθυντικά καθήκοντα ως ανώτατο στέλεχος αυτής, δεν είναι βάσιμος, καθότι ο Κανονισμός αυτός, που καταρτίσθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 18 παρ.1 του Ν. 3891/2010 έχει, όπως προεκτέθηκε, ισχύ ουσιαστικού νόμου και οι διατάξεις του, σύμφωνα με τις παρ.1 και 2 του άρθρου 21 του ως άνω νόμου, κατισχύουν κάθε αντίθετης ή άλλης, γενικής ή ειδικής, διάταξης, συμφωνίας, όρου ή ρήτρας νόμου, ή κανονισμού, ή Σ.Σ.Ε., ή Δ.Α., ή ατομικής σύμβασης κλπ.

και συνεπώς κατισχύουν και του όρου της από ... ατομικής σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, με τον οποίο συμφωνήθηκε ότι αυτός θα απασχολείται ως διευθυντής διοικητικών υπηρεσιών και ως ανώτατο στέλεχος της αναιρεσίβλητης. Περαιτέρω η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό της πόρισμα και το απορριπτικό διατακτικό της.

Ειδικότερα για να καταλήξει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η τοποθέτηση του ενάγοντος στην προαναφερθείσα θέση, δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό ή κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, αλλά ότι έγινε για την εύρυθμη και αποτελεσματική οργάνωση των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε :

α) ότι συνεπεία της αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης και κατ' ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, τοποθετήθηκαν …. εργαζόμενοι, ανάμεσά τους και ο ενάγων, σε νέες θέσεις, βάσει της εμπειρίας και των προσόντων που διέθετε καθένας εξ αυτών, β) ότι η τοποθέτηση του ενάγοντος από την ...

ως στελέχους του Τ. Υ. Π. Α. δεν αποτέλεσε μεμονωμένη μετακίνηση αυτού, αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο γενικών υπηρεσιακών μεταβολών και διαμόρφωσης της νέας οργανωτικής δομής στην εναγομένη κατ' εφαρμογή του νέου οργανογράμματος αυτής, ήτοι έγινε εντός των πλαισίων του εύλογου συμφέροντος της εναγομένης για την εύρυθμη και αποτελεσματική οργάνωση των υπηρεσιών της, που ως τέτοια περιλαμβανόταν στις αρμοδιότητές της και ήταν θεμιτή και ότι με την τοποθέτηση αυτή δεν στοιχειοθετείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος, γ) ότι η ενέργεια της εναγομένης να τοποθετήσει τον ενάγοντα στην ως άνω θέση δεν καθίσταται καταχρηστική για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε, ούτε άλλωστε ο εναγών με την αγωγή του ισχυρίστηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του, σε σχέση με τον συνάδελφό του που κατέλαβε τη θέση του και άλλες περιστάσεις, που συνδυαζόμενες με την κατά τα τυπικά και ουσιαστικά του προσόντα υπεροχή, θα ήταν ικανές να στηρίξουν προφανή αντίθεση στην καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό ή κοινωνικό σκοπό του άνω δικαιώματος της εναγομένης, αιτιολογίες που είναι επαρκείς και σαφείς και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και συνεπώς αυτή δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Με το δεύτερο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με το να κρίνει ότι "....είναι απορριπτέα η αγωγή ως νόμω αβάσιμη, όσον αφορά το αιτούμενο κονδύλιο για καταβολή του επιδόματος υπεύθυνης θέσης διευθυντού από το χρόνο της παράνομης αφαίρεσης των αναφερομένων στην αγωγή υπεύθυνων καθηκόντων του ως Διευθυντή Διοικητικού μέχρι την πιθανή ημερομηνία εκδίκασης της αγωγής του ήτοι μέχρι την ..., καθόσον το ποσό αυτό δεν αποτελεί μισθολογική παροχή, που καταβάλλεται σε αυτόν ανεξαρτήτως της ασκήσεως των καθηκόντων του ως αντάλλαγμα της εργασίας του, αλλά αντιθέτως αποτελεί ανακλητή οικειοθελή παροχή της εναγομένης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Εσωτερικού Κανονισμού της, συνδεόμενη οπωσδήποτε με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων ως Διευθυντή.

Ειδικά δε το ανωτέρω κονδύλιο σκοπό έχει να αντιμετωπίσει ο ασκών τα ανακύπτοντα συνεπεία της ανωτέρω θέσης αυξημένης ευθύνης καθήκοντα υπάλληλος", υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες, της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 7 του Ν.2112/1920. Και τούτο διότι από τη σύμβαση εργασίας του, που είχε συνάψει με την εναγόμενη και η οποία προέβλεπε ότι "αυξήσεις των αποδοχών αυτών, καταβολή πριμ, Bonus, επιπλέον παροχές, όπως χρήση εταιρικού αυτοκινήτου, πρόσθετες ασφαλιστικές καλύψεις και λοιπά ευεργετήματα, το δικαίωμα για προαγωγή (ιεραρχική και μισθολογική) καθώς και η πειθαρχική ευθύνη του εργαζομένου διέπονται από την εκάστοτε ισχύουσα ρύθμιση της λειτουργίας της ΕΡΓΟΣΕ (οργανωτικές διατάξεις κανονισμό κλπ.) η οποία και αποτελεί ουσιώδες και αναπόσπαστο τμήμα της παρούσης σύμβασης" συνάγεται ότι αυτή (εναγόμενη) δεν επιφύλαξε το δικαίωμα της ανάκλησης του επιδόματος θέσης ευθύνης, το οποίο έπαυσε να του καταβάλλεται λόγω της υποβάθμισής του από τη θέση του Διευθυντή, σε θέση απλού στελέχους και ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.1 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας της εναγόμενης, που δεν ήταν εφαρμοστέα, καθότι η διάταξη αυτή δεν ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης εργασίας του.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα, με τον ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης, αιτίαση, ότι δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 16 παρ.1 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας της αναιρεσίβλητης, καθότι ο Κανονισμός αυτός δεν ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης εργασίας του και ότι το Εφετείο με την εφαρμογή του παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, δε είναι βάσιμη, καθότι, όπως προεκτέθηκε, οι διατάξεις του ως άνω Κανονισμού, που έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 16 παρ.1 αυτού (με την οποία ορίζεται ότι εκτός του συνολικού συμβατικού μισθού, κάθε άλλη παροχή, σε είδος ή σε χρήμα και συνεπώς και το επίδομα θέσης, ακόμη και αν η παροχή αυτή επαναλαμβάνεται τακτικά και μακροχρόνια, είναι οικειοθελής και ότι η αναιρεσίβλητη μπορεί να την τροποποιεί ή και να την καταργεί οποτεδήποτε μονομερώς και ελευθέρως), κατισχύουν, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, κάθε διάταξης, συμφωνίας και όρου της ατομικής σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, με συνέπεια, ακόμη και αν στη σύμβαση αυτή περιέχονται ευμενέστερες του ως άνω Κανονισμού διατάξεις, να μην εφαρμόζεται η αρχή της εύνοιας υπέρ των εργαζομένων.

Επιπρόσθετα η επίκληση από τον αναιρεσείοντα, με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, επιμέρους όρων της έγγραφης σύμβασης εργασίας του με την αναιρεσίβλητη, με βάση τους οποίους ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη όφειλε να του καταβάλει το επίδομα θέσης ευθύνης ύψους 400 ευρώ το μήνα, που ελάμβανε ως Δ. Δ. μέχρι την υποβάθμισή του σε απλό μέλος, σε κάθε περίπτωση προβάλλεται αλυσιτελώς, εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εξέτασε κατ' ουσία το ως άνω αγωγικό κονδύλιο, αλλά το απέρριψε ως μη νόμιμο.

Κατά το μέρος δε που με τον ως άνω λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, που προϋποθέτει κατά τα προαναφερθέντα ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο, όπως προεκτέθηκε, δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης ως προς το αγωγικό αυτό κονδύλιο (επίδομα θέσης ευθύνης), αλλά το απέρριψε ως μη νόμιμο.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Δεκεμβρίου 2021 και με αριθ. κατάθ. 10230/1275/27.12.2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 1955/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ