216/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/9/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 3/3/2016 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 908/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως για τους λόγους που αναφέρει στο σκεπτικό της. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 29/10/2018 κλήση του.
Legislator headnote
AI generated216/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμοι, αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι (Ολ ΑΠ 2/89, ΑΠ 867/1988, ΑΠ 1058/98), καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Full text
Απόφαση 216 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 216/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Β. του Β., κατοίκου … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευσταθία Κακοσαίου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Μ. του Σ., 2) Κ. Μ. του Σ., κατοίκων … , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρίνα Φιλιππίδου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/9/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 3/3/2016 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 908/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως για τους λόγους που αναφέρει στο σκεπτικό της. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 29/10/2018 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 29-10-2018 κλήση του αναιρεσείοντος φέρεται προς συζήτηση η από 3-3-2016 αίτηση αναίρεσης, η συζήτηση της οποίας είχε αναβληθεί με την υπ' αριθ. 908/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειάς του επί του ζητήματος, που είχε παραπεμφθεί σ' αυτή και είχε σχέση με το εμπρόθεσμο της άσκησής της, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 10/2018 απόφασής της.
Με την αναίρεση αυτή προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 45/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, το οποίο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 8-3-2012 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθ. 16/2012 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καβάλας, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και απέρριψε την από 13-9-2010 αγωγή του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος κατά των ήδη αναιρεσίβλητων για την καταβολή τιμήματος από συμβάσεις πώλησης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 του ίδιου Κώδικα. "Πράγματα", κατά την έννοια των άνω διατάξεων, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμοι, αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι (Ολ ΑΠ 2/89, ΑΠ 867/1988, ΑΠ 1058/98), καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Για την πληρότητα δε του άνω λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποιά ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι, προτάθηκαν παραδεκτά, και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1632/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει, ότι το μονομελές πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο την αγωγή του περί υποχρέωσης των αναιρεσίβλητων να του καταβάλουν το τίμημα των αναφερομένων σ' αυτή δύο συμβάσεων πώλησης προς αυτούς πραγμάτων της εμπορίας του, που καταρτίστηκαν στις 26-5-2007 και 28-7-2008, δέχτηκε, ότι οι επικαλούμενες ως άνω δύο συμβάσεις πώλησης δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκαν, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε, ότι το σύστημα ψύξης, που αυτός πώλησε και εγκατέστησε το 2006 στο πλοίο των αναιρεσίβλητων εμφάνισε από την αρχή πραγματικά ελαττώματα, ότι μετά ταύτα οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν προφορικά και άτυπα το νόμιμο δικαίωμα της διόρθωσης, χωρίς επιβάρυνσή τους (άρθρο 540 ΑΚ) και ζήτησαν από αυτόν να επιδιορθώσει το άνω σύστημα ψύξης, ότι αυτός συμμορφώθηκε στα τέλη Μαίου 2007 στο αίτημα των αναιρεσίβλητων και αφού μετέβη στην … και εντόπισε τα προβλήματα λειτουργίας του συστήματος ψύξης, το επισκεύασε, χρησιμοποιώντας τα υλικά, που αναφέρονται στο με αριθμό ...
δελτίο αποστολής και στο με αριθμό ... τιμολόγιο πώλησης, ότι παρά την πρώτη επισκευή το Μάϊο 2007, το σύστημα ψύξης του πλοίου εξακολούθησε να παρουσιάζει τα ίδια προβλήματα λειτουργίας, ότι για το λόγο αυτό οι αναιρεσίβλητοι δήλωσαν προφορικά και άτυπα σ' αυτόν, ότι εμμένουν στην άσκηση του νομίμου δικαιώματος της διόρθωσης, χωρίς επιβάρυνσή τους (άρθρο 540 ΑΚ) και ζήτησαν από αυτόν να επιδιορθώσει για μια ακόμη φορά το άνω σύστημα ψύξης, ότι αυτός αποδέχθηκε και το νέο αίτημά τους και αφού μετέβη στην … τον Ιούλιο 2008 και διαπίστωσε, ότι συνεχίζονται τα ίδια προβλήματα λειτουργίας στο σύστημα ψύξης το επισκεύασε, χρησιμοποιώντας τα υλικά που αναφέρονται στο με αριθ. 816/28-7-2008 δελτίο αποστολής και το με αριθμό ...
τιμολόγιο πώλησης και κατέληξε το εφετείο, ότι, μετά ταύτα, τα υλικά, που χρησιμοποιήθηκαν για τις επιδιορθώσεις δεν αποτέλεσαν αντικείμενο σύμβασης πώλησης μεταξύ αυτού και των αναιρεσίβλητων, καθώς η επιδιόρθωση των προβλημάτων λειτουργίας του συστήματος ψύξης, σύμφωνα με το νόμο και εφόσον δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη αντίθετης συμφωνίας, έγινε χωρίς οικονομική επιβάρυνση των αναιρεσίβλητων και απέρριψε την αγωγή του.
Κατόπιν αυτών ψέγεται το εφετείο, για πλημμέλεια από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, και συγκεκριμένα, ότι κατέληξε στην άνω κρίση του το εφετείο, χωρίς όμως να λάβει υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δη τον ισχυρισμό του, ότι, όταν το έτος 2008 παρέστη ανάγκη αντικατάστασης του CHILER της δεξαμενής ψύξης θαλασσινού νερού, τους γνωστοποίησε, ότι δεν έχει ανοξείδωτο υλικό και θα αντικαταστήσει αυτό με χάλκινο, ότι αυτοί συμφώνησαν και συνεπώς το παρέλαβαν ανεπιφύλακτα, γνωρίζοντας ευθύς εξαρχής ότι η δεξαμενή ψύξης θαλασσινού νερού του πλοίου τους θα λειτουργεί με χάλκινο CHILER.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων με την από 13-9-2010 αγωγή του κατά των ήδη αναιρεσίβλητων εξέθετε, ότι στα πλαίσια της εμπορικής του δραστηριότητας πώλησε και παρέδωσε σ' αυτούς στις 26-5-2007 και στις 28-7-2008 τα λεπτομερώς αναφερόμενα προϊόντα αντί συνολικού τιμήματος 6.834,36 ευρώ, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την επισκευή του αλιευτικού τους σκάφους, που ανήκει σ' αυτούς κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, το οποίο τίμημα πιστώθηκε και έπρεπε να καταβληθεί, κατά τη συμφωνία τους, εντός 60 ημερών από την έκδοση των σχετικών τιμολογίων και ζήτησε να υποχρεωθεί καθένας από τους εναγόμενους να του καταβάλει το ποσό των 3.417,18 ευρώ με το νόμιμο τόκο.
Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι προς απόκρουση της αγωγής αυτής τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του εφετείου με την έφεσή τους, ισχυρίσθηκαν, δέχτηκε δε και το εφετείο, ότι δεν οφείλουν τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά, διότι αυτά αντιστοιχούν σε πράγματα, τα οποία δεν πωλήθηκαν σ' αυτούς, αλλά χρησιμοποιήθηκαν από τον αναιρεσείοντα, προκειμένου αυτός να διορθώσει, όπως όφειλε, χωρίς επιβάρυνση αυτών, μετά από αιτήματά τους, τα οποία αποδέχτηκε, τη δεξαμενή ψύξης του θαλασσινού νερού του αλιευτικού σκάφους τους, που τους είχε πωλήσει και εγκαταστήσει το έτος 2006 σ' αυτό και συγκεκριμένα τις σωληνώσεις (CHILER), που είχαν τοποθετηθεί εντός της δεξαμενής, διότι το έτος 2007 εμφάνισαν πραγματικά ελαττώματα, αλλά και το έτος 2008, παρά τη διόρθωση και την τοποθέτηση των σωληνώσεων (CHILER) εξωτερικά της δεξαμενής και επιπλέον ότι και μετά τη διόρθωση που έγινε το έτος 2008, (με την τοποθέτηση των σωληνώσεων (CHILER) εξωτερικά της δεξαμενής), το σύστημα ψύξης εμφάνισε εκ νέου πραγματικά ελαττώματα (θολερότητα του ψυχόμενου νερού, λόγω σκουριάς), επειδή οι άνω σωληνώσεις ήταν από χαλκό και όχι από ανοξείδωτο υλικό, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η υγιεινή και ασφαλής συντήρηση των αλιευμάτων και οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν εκ νέου από τον αναιρεσείοντα να αντικαταστήσει τις χάλκινες σωληνώσεις (CHILER) με άλλες που θα είναι ανοξείδωτες, πλην όμως ο αναιρεσείων δεν ικανοποίησε το αίτημα αυτό των αναιρεσίβλητων.
Μετά ταύτα ο άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν ευθύνεται, διότι, όταν το έτος 2008 αυτός προέβη στην αντικατάσταση του CHILER και το τοποθέτησε εξωτερικά της δεξαμενής ψύξης θαλασσινού νερού, τους δήλωσε, ότι, επειδή δεν έχει ανοξείδωτο, θα τους τοποθετήσει χάλκινο και επομένως αυτοί γνώριζαν και ανεπιφύλακτα παρέλαβαν το CHILER αυτό, ορθώς δεν ελήφθη υπόψη υπό του εφετείου, διότι δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού δεν ήταν αντικείμενο της ενώπιόν του δίκης.
Επομένως, ο από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται ποιά η επίδραση του άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος στην έκβαση της δίκης, είναι και αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1. εδάφ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.
τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.
της ουσίας της υπόθεσης (Ολ ΑΠ 8, 10, 11/2005, ΑΠ 1662/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων ψέγεται το ως εφετείο δικάσαν μονομελές πρωτοδικείο για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι τα χρησιμοποίησε εσφαλμένα ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα του άρθρου 540 ΑΚ, δεχόμενο, ότι δεν υπάρχει μεταξύ αυτού και των αναιρεσίβλητων σύμβαση πώλησης, αλλά ότι όλα τα προμηθευθέντα είδη χρησιμοποιήθηκαν από αυτόν, προκειμένου να διορθώσει, όπως όφειλε, χωρίς επιβάρυνση των αναιρεσίβλητων, μετά από αιτήματά τους, τα οποία αποδέχτηκε, τα πραγματικά ελαττώματα της δεξαμενής ψύξης του θαλασσινού νερού του αλιευτικού σκάφους τους, που τους είχε πωλήσει και εγκαταστήσει, μη αποδεχόμενο τα εκδοθέντα υπ' αυτού παραστατικά πώλησης, τα οποία, σύμφωνα με την καθημερινή πρακτική των συναλλαγών, αποτελούν αποδεικτικό πώλησης και παραδίδονται στον αγοραστή σε εύλογο χρονικό διάστημα και πράγματι απεστάλησαν από αυτόν στους αναιρεσίβλητους αμέσως μετά την έκδοσή τους και πριν την άσκηση της αγωγής.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι κατά την εφαρμογή ή την υπαγωγή αυτών στον κανόνα δικαίου.
Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος και όταν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βούλησης.
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο, ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 604/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος της, ο αναιρεσείων προσάπτει στο ως εφετείο δικάσαν μονομελές πρωτοδικείο την αιτίαση ότι, προκειμένου να κρίνει, περί του εάν τα αναφερόμενα στα παραστατικά πώλησης είδη, αποτελούν αντικείμενο συμβάσεων πώλησης μεταξύ αυτού και των αναιρεσίβλητων ή εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν, κατόπιν αιτήματος των αναιρεσίβλητων για τη διόρθωση εκ μέρους του, χωρίς επιβάρυνσή τους, των πραγματικών ελαττωμάτων πωληθέντων ήδη προς αυτούς πραγμάτων, προέβη στην ερμηνεία αυτής, αν και βεβαιώνει ότι η δήλωση των μερών ήταν σαφής, χωρίς όμως να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, σε ουδεμία ερμηνεία προέβη, ούτε αμέσως ούτε εμμέσως δικαιοπρακτικής δήλωσης, υπό το πρόσχημα δε της παραβίασης των ανωτέρω ερμηνευτικών διατάξεων πλήττεται ουσιαστικά η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς τη μη απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, περί κατάρτισης μεταξύ του αναιρεσείοντος και των αναιρεσίβλητων σύμβασης πώλησης, αλλά την απόδειξη των ισχυρισμών των τελευταίων.
Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και όταν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο λόγος αυτός ουσιαστικά ταυτίζεται με το λόγο του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, όπως όταν προέβη το δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι το ως εφετείο δικάσαν μονομελές πρωτοδικείο δέχτηκε ότι "...σχετικά με το ζήτημα του πραγματικού ελαττώματος στο σύστημα ψύξης, που πώλησε ο ενάγων, πρέπει να σημειωθεί πως δεν αποδείχθηκε ότι η δυσλειτουργία του προκλήθηκε από πλημμελή εκτέλεση των οδηγιών του ενάγοντος ή από κακή συντήρηση.
Αντίθετα αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων γνώριζε ακόμη από το χρόνο πώλησης και τοποθέτησης του συστήματος ψύξης τους κινδύνους ηλεκτροχημικής διάβρωσης των υλικών που το απαρτίζουν...", ότι με τις παραδοχές του αυτές εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ περί ιδίου πταίσματος των αναιρεσίβλητων και συγκεκριμένα δεν δέχτηκε την από μέρους τους "κακή χρήση" του συστήματος ψύξης, παρά το γεγονός, ότι αυτό αποδείχθηκε περίτρανα, καθώς από την επισκόπηση των πρακτικών της συζήτησης προκύπτει ότι ο ίδιος ο μάρτυράς τους κατέθεσε "...Μας έδειξε πώς να λειτουργούμε τους πίνακες...Ήρθε ο ενάγων έφτιαξε τους σπασμένους σωλήνες, ρύθμισε το σύστημα...Άρχισε πάλι να ακούγεται θόρυβος.
Όταν ακούγαμε το θόρυβο από τον πάγο δεν κάναμε τίποτα...Δεν σταματούσαμε τη λειτουργία της μηχανής..." και επιπλέον οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν, καθόσον ο ίδιος τους επισήμαινε συνεχώς, ότι θα έπρεπε, όχι μόνον να ενισχύσουν την ανοδίωση του σκάφους τους με την τοποθέτηση ανοδίου μαγνησίου, που θα προστατεύσει το πιο ηλεκτροαρνητικό μέταλλο, αλλά και να προβαίνουν σε συχνό έλεγχο και αντικατάσταση ανοδίου.
Το ως εφετείο δικάσαν μονομελές πρωτοδικείο με τις παραπάνω παραδοχές του δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, αλλά ορθώς δεν την εφάρμοσε, αφού δέχτηκε, ότι τα πραγματικά ελαττώματα του συστήματος ψύξης δεν αποδείχθηκε ότι οφείλονται σε δυσλειτουργία που προκλήθηκε από πλημμελή εκτέλεση των οδηγιών του ενάγοντος ή από κακή συντήρηση.
Οι αιτιάσεις δε που προβάλλονται με τον λόγο αυτό, σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τον άνω από το άρθρο 300 ΑΚ ισχυρισμό και έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα περί απόρριψής του ως αβάσιμου, που βρίσκεται σε αντίθεση με τις απόψεις του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι ο αναιρεσείων, μέσω των αιτιάσεων αυτών, πλήττει πλέον την ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, (άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-3-2016 αίτηση του αναιρεσείοντος Π. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 45/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ