216/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated216/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της προαναφερόμενης απόφασης το αναιρεσίβλητο άσκησε την από 9-7-2014 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία παραπονέθηκε (εκτός των άλλων) ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έκρινε ως νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, και ακολούθως δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή ως προς τα ως άνω κονδύλια.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 216 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 216/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ουρανία Μενδρινού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Ι., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21644/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 875/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-6-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος, με την από 10-5-2012 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρίστηκε ότι ο Δ. Ξ., στρατιωτικός, οδηγώντας στις 15-5-2007 κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας, το … επιβατικό όχημα, κυριότητας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, προκάλεσε, από υπαιτιότητά του, τον τραυματισμό αυτού, αστυνομικού, οδηγού της … δίκυκλης μοτοσικλέτας της Ελληνικής Αστυνομίας, κατά τη σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται σ' αυτή.
Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε αποζημίωση, στην οποία περιλαμβάνονται και τα κονδύλια των 5.151,34 ευρώ για νοσήλια, τα οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, καλύφθηκαν από τον ασφαλιστικό του φορέα και των 21.593,39 ευρώ για απώλεια εισοδημάτων λόγω ανικανότητάς του προς εργασία, για την οποία το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο του κατέβαλε μισθούς του αυτού ποσού, πρόσθετη χρηματική παροχή λόγω αναπηρίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνολικού ύψους 206.338,47 ευρώ.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 21644/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, σε σχέση με τα προαναφερόμενα δύο κονδύλια, τα οποία ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, κρίθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται να εισπράξει αθροιστικά, κατ' άρθρο 930 παρ. 3 του ΑΚ, τόσο την αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο ως υπόχρεο προς αποζημίωση όσο και τους μισθούς από το ίδιο ως εργοδότη και την παροχή του ασφαλιστικού του φορέα (Ο.Π.Α.Δ.), απορριπτομένου του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί νόμω αβασίμου της αγωγής ως προς τα κονδύλια αυτά.
Κατά της προαναφερόμενης απόφασης το αναιρεσίβλητο άσκησε την από 9-7-2014 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία παραπονέθηκε (εκτός των άλλων) ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έκρινε ως νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, και ακολούθως δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή ως προς τα ως άνω κονδύλια.
Η έφεση αυτή συνεκδικάστηκε με αντίθετη έφεση του αναιρεσιβλήτου και εκδόθηκε η προσβαλλομένη, 875/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το Εφετείο, ως προς το θέμα της αθροιστικής απόληψης των παραπάνω παροχών από τον αναιρεσίβλητο, έκρινε όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας το σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 298 του ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. H αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 929 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του.
Από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων προκύπτει ότι η αποζημίωση που οφείλει να καταβάλει ο ζημιώσας περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα βρισκόταν αν δεν συνέβαινε το γεγονός αυτό. Όταν δε από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας.
Από τη γενική αυτή αρχή του συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους εισάγει εξαίρεση η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 930 του ΑΚ, κατά την οποία η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε, υπό την έννοια ότι ο τελευταίος δικαιούται να απαιτήσει αθροιστικά και τις δύο παροχές, δηλαδή την αποζημίωση και την οφειλόμενη από τον τρίτο παροχή (ωφέλεια), ακόμη και όταν αυτές έχουν ως αιτία το ίδιο επιζήμιο γεγονός.
Άλλος κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης μπορεί να είναι οποιοσδήποτε τρίτος (δημόσιο, ασφαλιστικοί οργανισμοί, ασφαλιστικές εταιρείες, ιδιώτης, συγγενής, ο εργοδότης, κλπ).
Συνεπώς, κατ' εφαρμογήν της ως άνω διάταξης του άρθρου 930 του ΑΚ, ο παθών από αδικοπραξία δικαιούται σε σωρευτική απόληψη πέραν των παροχών του τρίτου και της οφειλόμενης από τον αδικοπραγήσαντα αποζημίωσης (ΑΠ 152/2017, ΑΠ 1488/2014). Τέτοια δυνατότητα για πρόσκτηση από τον παθόντα αθροιστικά της αποζημίωσης από τον υπόχρεο και της παροχής του τρίτου δεν υφίσταται όταν ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά, όπως συμβαίνει κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, σύμφωνα με την οποία η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος μεταβιβάζεται εκ του νόμου στο ΙΚΑ, το οποίο είτε κατέβαλε είτε υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα την οικεία κοινωνικοασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του.
Η ρύθμιση αυτή επεκτάθηκε από 11-7-2014, δυνάμει του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014, και στον Εθνικό Οργανισμό Παροχών Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ο οποίος συνεστήθη με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 3819/2011 και αποτελεί φορέα κοινωνικής ασφάλισης (ν.π.δ.δ.). Στον τελευταίο δε ασφαλιστικό φορέα έχουν μεταφερθεί και ενταχθεί, δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 2 του ίδιου νόμου, οι κλάδοι υγείας άλλων ασφαλιστικών οργανισμών, μεταξύ των οποίων και του ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία "Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου Ο.Π.Α.Δ." που είχε συσταθεί με το άρθρο 6 του ν. 2768/1999 με σκοπό την παροχή υγειονομικής περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Δημοσίου. Στην περίπτωση όμως κατά την οποία ο υπόχρεος κατά νόμο να αποζημιώσει τον παθόντα είναι ο ίδιος υπόχρεος να του χορηγήσει και την ωφέλεια, τότε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, χωρεί συμψηφισμός της ωφέλειας και της ζημίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο υπόχρεος προς αποζημίωση ταυτίζεται με τον εργοδότη του ζημιωθέντος και ως εργοδότης κατέβαλε σ' αυτόν μισθούς κατά τη διάρκεια της αποχής από την εργασία του συνεπεία του τραυματισμού του. Έτσι, επί τραυματισμού δημοσίου υπαλλήλου σε τροχαίο ατύχημα, το οποίο προκλήθηκε από αυτοκίνητο ανήκον στην κυριότητα του Δημοσίου κατά την οδήγησή του από άλλον υπάλληλό του, που το Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει στον τραυματισθέντα υπάλληλό του αφενός αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων λόγω ανικανότητάς του προς εργασία και αφετέρου τους μισθούς του λόγω της ανυπαίτιας αποχής από την εργασία του εξαιτίας του τραυματισμού του, χωρεί συνυπολογισμός ωφέλειας και ζημίας, καθόσον, εν προκειμένω, ωφέλεια του υποχρέου προς αποζημίωση δεν υφίσταται.
Σε διαφορετική περίπτωση το Δημόσιο θα υποχρεωνόταν να καταβάλει δύο φορές στον ίδιο υπάλληλό του το αυτό χρηματικό ποσό και θα υπερακοντιζόταν ο σκοπός του νόμου, που είναι να μην αποβαίνει η ωφέλεια εις βάρος του ζημιώσαντος (ΑΠ 1635/2018, ΣτΕ 1085/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης από 26-6-2018 αίτησης για αναίρεση της 875/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 930 εδ. 3 ΑΚ, αποζημίωση ίση α) με τις αποδοχές που έλαβε από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά τον κρίσιμο χρόνο αποχής από την εργασία του ως αστυνομικός εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του και β) με τα νοσήλια που απαιτήθηκαν για την περίθαλψή του, παρότι καταβλήθηκαν από το αναιρεσείον οι αποδοχές του και καλύφθηκε η δαπάνη νοσηλείας από τον ασφαλιστικό του φορέα και συνεπώς αυτός ουδεμία υπέστη ζημία, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την παραπάνω διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ.
Ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Στις 15-5-2007 και περί ώρα 12.30 περίπου, ο ενάγων οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας της Ελληνικής Αστυνομίας επί της λεωφόρου ......Κατά τον ίδιο χρόνο ο Δ. Ξ., δημόσιος υπάλληλος-στρατιωτικός του ελληνικού στρατού και όργανο του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου που υπηρετούσε στο 2ο Επιτελείο Γ.Ε.Σ., οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας … επιβατικό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του εναγομένου και κινούνταν επί της ανωτέρω λεωφόρου Στρατού, στην αυτοκινητοπομπή που οδηγούσε ως προπομπός ο ενάγων...Ο Δ.
Ξ....δεν αντιλήφθηκε καθόλου ότι ο οδηγός του προπορευόμενου οχήματος, αφού είχε μειώσει σταδιακά την ταχύτητά του, είχε διακόψει τελικά την πορεία του, προκειμένου να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του, στο οπίσθιο και δεξιό τμήμα της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγων.
Εξαιτίας της ένδικης σύγκρουσης προκλήθηκαν υλικές ζημιές σε αμφότερα τα εμπλεκόμενα οχήματα, καθώς και ο τραυματισμός του ενάγοντος. Η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Δ. Ξ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … αυτοκινήτου...Εξαιτίας της ένδικης σύγκρουσης ο ενάγων τραυματίστηκε και διακομίστηκε στο 424 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάκωση ΟΜΣΣ και ΘΜΣΣ...
Ο ενάγων υποβλήθηκε στις ακόλουθες δαπάνες που συνδέονται αιτιωδώς με τον επίδικο τραυματισμό του και συγκεκριμένα δαπάνησε: 1) το ποσό των 5.151,34 ευρώ λόγω χειρουργικής επέμβασης διαδερμικής δισκεκτομής...που κατέβαλε ο ασφαλιστικός του φορέας (ΟΠΑΔ)...Ο ενάγων εργαζόταν ως μόνιμος υπάλληλος της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης (ΑΜΕΣΗ ΔΡΑΣΗ) της Ελληνικής Αστυνομίας, έχοντας το βαθμό του Αρχιφύλακα.
Λόγω του ένδικου τραυματισμού του κατέστη ανίκανος για εργασία καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 15-5-2007 έως 1-4-2008, λαμβάνοντας συνεχόμενες αναρρωτικές άδειες...από την Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή της Διεύθυνσης Υγειονομικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας εξαιτίας του τραυματισμού του, ... καθισταμένου βέβαιου ότι αν δεν είχε μεσολαβήσει ο ένδικος τραυματισμός του θα συνέχιζε κανονικά την εργασία του καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα κατά το οποίο κρίθηκε ανίκανος προς εργασία.
Κατά το διάστημα αυτό ο ενάγων θα αποκόμιζε αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του και εργαζόταν κανονικά το σύνολο των μικτών/ακαθαρίστων αποδοχών του ανερχομένων, σύμφωνα με τις δύο υπ' αριθμόν πρωτ. …/…/…-6-2008 βεβαιώσεις του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, στα ακόλουθα ποσά, συνολικού ύψους 21.593,39 ευρώ...Περαιτέρω ...ανεξαρτήτως του ότι ο ενάγων δεν υπέστη ζημία λόγω της ανικανότητάς του για εργασία, δεδομένου ότι το Δημόσιο συνέχισε να του καταβάλει τις νόμιμες ακαθάριστες τακτικές αποδοχές του, ο ενάγων έχει δικαίωμα για αθροιστική απόληψη αυτών και συνεπώς δικαιούται την αναζήτηση του ανωτέρω κονδυλίου των 21.593,39 ευρώ, όπως και του ως άνω κονδυλίου των 5.151,34 ευρώ που του κατέβαλε ο ασφαλιστικός του φορέας (ΟΠΑΔ), κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, που επιτρέπει στον παθόντα από αδικοπραξία τη σωρευτική απόληψη.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε νόμιμη την (σωρευτική) αναζήτηση των ανωτέρω κονδυλίων από τον ενάγοντα, ακολούθως δε αξιολογώντας τις αποδείξεις έκρινε ουσία βάσιμα τα παραπάνω κονδύλια, τα οποία επιδίκασε στον ενάγοντα, ορθά το νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από το εναγόμενο-εκκαλούν-εφεσίβλητο με τον πρώτο λόγο της έφεσής του τυγχάνουν απορριπτέα".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης για τη δαπάνη νοσηλείας του αναιρεσιβλήτου, ύψους 5.151,34 ευρώ, δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον, καθόσον, υπό τις παραδοχές του, τα νοσήλια του αναιρεσιβλήτου καλύφθηκαν από τον Οργανισμό Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (Ο.Π.Α.Δ.) και όχι από το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ κατά τον κρίσιμο χρόνο του ένδικου ατυχήματος (15-5-2007) δεν υπήρχε νομοθετική ρύθμιση που να αποκλείει τη σωρευτική απόληψη από τον παθόντα και των δύο παροχών, ήτοι της αποζημίωσης που υποχρεούται να του καταβάλει το αναιρεσείον ως υπόχρεο προς αποζημίωση και της παροχής του τρίτου, του Ο.Π.Α.Δ., που αποτελούσε αυτοτελές νομικό πρόσωπο.
Τέτοια πρόβλεψη υπάρχει για τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., στον οποίο εντάχθηκε ο Ο.Π.Α.Δ., για ατυχήματα που συμβαίνουν από 11-7-2014 και εφεξής. Κρίνοντας όμως περαιτέρω το Εφετείο ότι, κατ' εφαρμογή της αυτής ως άνω διάταξης, ο αναιρεσίβλητος, αρχιφύλακας της Ελληνικής Αστυνομίας, που έλαβε υπό την ιδιότητά του αυτή από τον εργοδότη του, αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, τις νόμιμες αποδοχές του κατά το χρονικό διάστημα της ανυπαίτιας αποχής από την εργασία συνεπεία του τραυματισμού του, ύψους 21.593,39 ευρώ, δικαιούται σε σωρευτική απόληψη, πέραν των παροχών αυτών του αναιρεσείοντος και των αποδοχών του ίδιου χρονικού διαστήματος της ανικανότητάς του προς εργασία ως αποζημίωση από το υπόχρεο προς καταβολή αυτής αναιρεσείον, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, καθόσον, όπως αναφέρθηκε στη σχετική μείζονα σκέψη, όταν ο υπόχρεος προς αποζημίωση είναι υπόχρεος προς παροχή και της ωφέλειας, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση, στην οποία το υπόχρεο σε αποζημίωση του παθόντος αναιρεσιβλήτου Ελληνικό Δημόσιο ταυτίζεται με τον εργοδότη του και υπόχρεο προς καταβολή των μισθών του, χωρεί συνυπολογισμός ωφέλειας και ζημίας.
Και αυτό γιατί το αναιρεσείον δεν ωφελείται, αφού παρείχε στον αναιρεσίβλητο τις αποδοχές του κατά το χρόνο που αυτός αδυνατούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του, ενώ σκοπός της ως άνω διάταξης είναι να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το ότι τρίτος είναι υπόχρεος να αποζημιώσει αυτόν που αδικήθηκε, γεγονός που, όπως προεκτέθηκε, δεν συμβαίνει όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει το ζημιωθέντα είναι ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει σε αυτόν και την ωφέλεια.
Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε σε ανεπιεική αποτελέσματα και θα υπερακόντιζε το σκοπό του νόμου, αφού θα υποχρέωνε το ίδιο πρόσωπο να καταβάλει στον παθόντα δύο φορές το ίδιο χρηματικό ποσό. Κατά συνέπεια, ο αναιρεσίβλητος, εφόσον έλαβε από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως εργοδότη του, το σύνολο των αποδοχών του για το διάστημα της ανικανότητάς του προς εργασία, ύψους 21.593,39 ευρώ, δεν δικαιούται να αξιώσει από αυτό το ίδιο ποσό ως αποζημίωση και ο λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό κεφάλαιο είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο και να αναιρεθεί ως προς αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, κατά την οποία οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται ότι, εφόσον δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για την επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, τότε η υπόθεση κρατείται και δικάζεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 700/2019, ΑΠ 1292/2017).
Στη προκείμενη περίπτωση, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της έφεσης του αναιρεσείοντος και ειδικότερα επί του πρώτου λόγου αυτής που αφορά στο κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης με το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης για απώλεια εισοδημάτων λόγω ανικανότητάς του προς εργασία, ποσού 21.593,39 ευρώ.
Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναίρεσης που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η αγωγή, κατά το πιο πάνω μέρος της που είχε γίνει δεκτή, είναι μη νόμιμη. Επομένως, αφού, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν απαιτείται άλλη διευκρίνιση παρά μόνον η διατύπωση του διατακτικού της, πρέπει να κρατηθεί και να δικαστεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο.
Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ως προς τον πρώτο λόγο αυτής ως και ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της για το ενιαίο του εκτελεστού τίτλου και εν συνεχεία να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων του ενάγοντος, ποσού 21.593,39 ευρώ, να γίνει δεκτή εν μέρει κατά τα υπόλοιπα ως και ουσιαστικά βάσιμη, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα 15.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει ακόμη 16.674,76 ευρώ (38.268,15-21.593,39), επίσης με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής.
Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, κατ' άρθρο 22 παρ. 2 εδ. β' του ν. 3693/1957 σε συνδ. με τα άρθρα 178 και 183 του ΚΠολΔ, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 875/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την από 9-7-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2975/2014) έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 21644/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Εξαφανίζει την παραπάνω απόφαση.
Κρατεί και δικάζει επί της από 10-5-2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. 14722/2012) αγωγής του Α. Γ..
Δέχεται αυτή εν μέρει.
Υποχρεώνει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής.
Αναγνωρίζει ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει ακόμη στον ενάγοντα δεκαέξι χιλιάδες εξακόσια εβδομήντα τέσσερα ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτά (16.674,76 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής.
Συμψηφίζει ολικά τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ