216/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Legislator headnote
AI generated216/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Full text
Απόφαση 216 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός: 216/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος Ι. Σ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κούρκουλο.
Των αναιρεσιβλήτων - Καθ' ων η κλήση: α) C. χα D. R., το γένος B. C., β) E. R. του D. και γ) R. R. του D., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Γκόγκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2010 αγωγή των αναιρεσιβλήτων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2012 του παραπάνω Δικαστηρίου και 63/2015 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-1-2016 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας επανήλθε, μετά από ματαίωση, με την από 8-11-2017 κλήση του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Λάμπρος Καρέλος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 8-11-2017 κλήση του αναιρεσείοντος νόμιμα φέρεται για συζήτηση η υπό κρίση από 7-1-2016 αίτηση αναίρεσης, μετά τη ματαίωση της συζήτησής της στη δικάσιμο της 3-5-2017. Η παραπάνω αίτηση στρέφεται κατά της 63/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Με την απόφαση αυτή, κατά το μέρος που αφορά την προκείμενη δίκη, έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 101/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία είχε απορριφθεί, ως αόριστη, διεκδικητική ακινήτου αγωγή τους κατά του αναιρεσείοντος και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, έγινε δεκτή η παραπάνω αγωγή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που προβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραίτητα σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η επίκληση με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη, αλλά απαιτείται και σύντομη περίληψη των ισχυρισμών και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν (ΑΠ 1346/2012).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για την αλήθεια ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα), τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη των οποίων εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, της ενεργείας, δηλαδή, του δικαστηρίου με πρωτοβουλία των διαδίκων, ως αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, νοούνται εκείνες των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά με τις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει, όμως, εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η επίκληση στη δίκη στο Εφετείο εγγράφου, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα, που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτόδικα, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου ή με ενσωμάτωση των προτάσεων του πρώτου βαθμού ή προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΟλΑΠ 23/2008, 14/2005, 9/2000, ΑΠ 696/2017, 1231/2013, 622/2012, 368/2012).
Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, για την οποία αρκεί η ύπαρξη αμφιβολιών και μόνο για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τέτοια αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1494/2009, 1506/2006), πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο για άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, που επιδρά, δηλαδή, στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμιμο ή ισχυρισμό για αρχή έγγραφης απόδειξης (ΟλΑΠ 1190/1982, ΑΠ 1711/2008).
Συνεπώς, για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει, να καθορίζονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκόμισή τους κατά τη συζήτηση στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπάγγελτα υπόψη (ΟλΑΠ 30/1997). Επίσης, πρέπει να καθορίζεται και ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα και ο οποίος ισχυρισμός θα πρέπει να είναι ουσιώδης, δηλαδή να επιδρά στο διατακτικό (ΑΠ 88/2003, 584/1993).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε μ' αυτή, πλην άλλων και ότι "στην προκειμένη περίπτωση, ο εφεσίβλητος με τις από 15-1-2015 έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, επικαλείται αντίγραφα α) των από 24-11-2008 και 24-11-2010 αγωγών επί των οποίων εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, β) των υπ' αρ. 101/2012 πρακτικών συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καθώς και της εκκαλούμενης απόφασης, και γ) όπως επί λέξει αναφέρει "των από 23-4-2012 νομοτύπως κατατεθεισών πρωτοδίκως προτάσεών μου (σχετ.
Ε, Ζ), προς αντίκρουση των ανωτέρω αγωγών, καθώς και όλων των με αυτές προσαγομένων και επικαλουμένων αποδεικτικών εγγράφων μου (σχετ. 1-13)". Η κατά τον ανωτέρω τρόπο επίκληση των εγγράφων, που αναφέρονται στις προτάσεις, που ο εφεσίβλητος κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα νομική σκέψη, καθόσον δεν γίνεται παραπομπή σε συγκεκριμένο μέρος των πρωτόδικων προτάσεων, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων.
Επίσης με τις ως άνω προτάσεις του εφεσιβλήτου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δεν γίνεται επίκληση άλλων εγγράφων, πλην των παραπάνω διαδικαστικών εγγράφων. Κατά συνέπεια τα προσκομιζόμενα από τον εφεσίβλητο έγγραφα, πλην των παραπάνω επικαλουμένων από αυτόν διαδικαστικών εγγράφων, δεν θα ληφθούν υπόψη.
Επίσης οι ως άνω από 15-1-2015 έγγραφες προτάσεις του εφεσιβλήτου δεν περιέχουν ισχυρισμούς όσον αφορά την ένδικη αγωγή, ενώ οι περιεχόμενοι στις πρωτόδικες προτάσεις του εφεσιβλήτου ισχυρισμοί, σύμφωνα με όσα προεκτέθησαν, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον δεν επαναφέρονται στο Δικαστήριο τούτο με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεών του που υπέβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο".
Ήτοι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς και τα έγγραφα που προσκόμισε, ως εφεσίβλητος, ο αναιρεσείων, διότι, όπως δέχτηκε, αυτός υπέβαλε τους ισχυρισμούς του και προσκόμισε τα έγγραφά του μόνο με προσκόμιση με τις προτάσεις του στο Εφετείο των πρωτόδικων προτάσεών του, που περιείχαν τους ισχυρισμούς του και μνημονεύονταν τα έγγραφά του και όχι, ως προς μεν τους ισχυρισμούς, με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεών του, που τους περιείχαν, ως προς δε τα έγγραφα, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιεχόταν σαφής και ορισμένη επίκληση κάθε εγγράφου.
Ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του και ο δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν απέρριψε την αγωγή για νομική (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) και για ποσοτική και ποιοτική αοριστία (άρθρο 559 αρ. 8 κ' 14 ΚΠολΔ), αφού οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, που στηρίζουν τους λόγους αυτούς, δεν επαναφέρθηκαν, κατά τα ανωτέρω, παραδεκτά στο Εφετείο.
Επίσης, πρέπει να απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν λήφθηκαν υπόψη τα αποδεικτικά έγγραφα που προσκόμισε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του στο Εφετείο (άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ), αφενός μεν ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται τα έγγραφα αυτά, το περιεχόμενό τους και ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω έγγραφα, αφετέρου δε ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα ανωτέρω, δεν έγινε νόμιμη επίκληση των αποδεικτικών αυτών εγγράφων από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο.
2. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται απ' αυτή, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν αυτά που εκτίθενται δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 30/1997, 28/1997).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ή μη νόμιμη, ορισμένη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, 44/1990, ΑΠ 701/2011, 121/2009) ή στη σκέψη για το παραδεκτό και νόμιμο των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, αφού, στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη, ανεπάρκεια και αντίφαση αιτιολογιών καθ' ο μέρος κρίθηκε μ' αυτή ορισμένη η παραπάνω αγωγή των αναιρεσιβλήτων και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο, από τον ίδιο αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέρος του, για αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ του ότι, ενώ δεν λαμβάνει υπόψη τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά μέσα του αναιρεσείοντος που επικαλέστηκε με τις προτάσεις του στο Εφετείο, λόγω μη τήρησης του άρθρου 240 ΚΠολΔ, λαμβάνει, εν τούτοις, υπόψη ομολογία του αναιρεσείοντος που περιέχεται στις πρωτοβάθμιες προτάσεις του για το ότι αυτός είναι νομέας και κάτοχος του επιδίκου. Είναι δε απαράδεκτοι οι λόγοι αυτοί, διότι πλήττονται οι παραδοχές του Εφετείου, με τις οποίες αυτό έκρινε αφενός μεν ορισμένη την παραπάνω αγωγή, αφετέρου δε παραδεκτό και νόμιμο του ανωτέρω αποδεικτικού μέσου. Σε κάθε περίπτωση, ο δεύτερος παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, περιέλαβε στο παραπάνω απαράδεκτο μόνο τα έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε με τον ανωτέρω τρόπο ο αναιρεσείων και όχι τα λοιπά αποδεικτικά μέσαόπως είναι η ομολογία.
3. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 8α ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, έκρινε ορισμένη την παραπάνω αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως προς το στοιχείο της νομής ή κατοχής του επιδίκου από τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο, αφού έλαβε υπόψη του μόνο όσα εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής αυτής, αναφέροντας σχετικά στην εν λόγω απόφασή του, ότι "...η σωρευόμενη...διεκδικητική αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθώς από το όλο περιεχόμενο αυτής με σαφήνεια προκύπτει ότι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος αμφισβητεί τα δικαιώματά τους στο επίδικο ακίνητο, το έχει καταλάβει και το κατέχει κατά την άσκηση αυτής και γι' αυτό ζητούν να αναγνωρισθούν τα δικαιώματα επικαρπίας της πρώτης και ψιλής κυριότητας των λοιπών επί του καταληφθέντος από τον εναγόμενο τμήματος της ιδιοκτησίας τους και να αποβληθεί ο εναγόμενος από τη νομή και κατοχή αυτού.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ως άνω διεκδικητική αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, με την αιτιολογία ότι από τα επικαλούμενα σ' αυτήν περιστατικά δεν δύναται να προκύψει η ιδιότητα του εναγομένου ως νομέα ή κατόχου του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, έσφαλε...".
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μέρος του, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απαράδεκτη με την έφεση των αναιρεσιβλήτων συμπλήρωση της αγωγής ως προς το παραπάνω στοιχείο της νομής ή κατοχής του επιδίκου από τον εναγόμενο και, συγκεκριμένα, για το ότι "...οι αντίδικοι με την...αγωγή τους δεν...απέδιδαν σε εμέ καμία πράξη παρακωλυτική της νομής και κατοχής τους επί του επιδίκου, ούτε κατά την άσκηση της αγωγής...ούτε βέβαια και προγενέστερα, αλλά μόνο στη μητέρα μου...Μετά την ορθή απόρριψη της αγωγής τους λόγω αοριστίας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επιχείρησαν να καλύψουν την αοριστία του αγωγικού τους δικογράφου με την από 20-11-2012 έφεσή τους, επιχειρώντας απαράδεκτη συμπλήρωση των αγωγικών τους ισχυρισμών με παραπομπή στις προτάσεις μου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και προτείνοντας απαραδέκτως το πρώτον στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας ότι η μητέρα μου ενήργησε τις αναφερόμενες στην αγωγή τους πράξεις ως πληρεξούσιά μου.
Συγκεκριμένα στον δεύτερο λόγο της προαναφερόμενης έφεσής τους αναφέρουν...Δεχόμενη λοιπόν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η αγωγή των αντιδίκων τυγχάνει ορισμένη...δέχθηκε παρά το νόμο ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο οποίος δεν είχε προταθεί στον πρώτο βαθμό...και ο οποίος προτάθηκε απαραδέκτως στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, οδηγούμενη έτσι στην αποδοχή...της απολύτως αόριστης...αγωγής των αντιδίκων...".
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι το Εφετείο έκρινε ορισμένη την παραπάνω αγωγή, συνεκτιμώντας γι' αυτό και την έφεση των εναγόντων και στο ότι δέχτηκε νομή και κατοχή του επιδίκου από τον εναγόμενο διά της μητέρας του, ενώ, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που προαναφέρθηκε, το Εφετείο στήριξε την κρίση του για το ορισμένο της ένδικης αγωγής αποκλειστικά στο περιεχόμενο αυτής.
Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-1-2016 αίτηση του Ι. Σ. Μ., για αναίρεση της 63/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ