Legislator Case Law & Legislation
216/2018 AI generated

216/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 216/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 216 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 216/2018

Legislator headnote

AI generated

216/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 216 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 216/2018

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 216 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 216/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Κ. του Α., 2) Σ. Π. του Ζ. και 3) Α. Ρ. του Γ., κατοίκων ..., από τους οποίους οι μεν πρώτη και δεύτερη εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη, ο δε τρίτος παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαιου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ ΕΤΑΜ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Καραμίντζιου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1372/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 3837/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-3-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 20/2005, 28/1998), ενώ αν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε (Ολ. Α.Π. 28/1998). Εξ άλλου τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ. Α.Π. 10/2005). Για τη θεμελίωση του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν (Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 115/2010). Τέλος για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, εκτός από την παράθεση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ. Α.Π. 20/2005). Ο λόγος δε αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ. Α.Π. 9/2011, 1/2009). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και β Κ.Πολ.Δ. (πρώτο σκέλος) και 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. (δεύτερο σκέλος), για τη θεμελίωση δε αυτού παραθέτουν ερμηνεία των ρητρών 5 και 8 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, 5, 6 και 7 π.δ. 164/2004, χωρίς όμως να αναφέρουν το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή των διατάξεων αυτών και χωρίς να αναφέρουν αν η αγωγή τους απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμη ή ως ουσιαστικά αβάσιμη (αλλά μόνο ότι πρωτοδίκως αυτή είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη) ούτε να παραθέτουν, στην περίπτωση που η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη το περιεχόμενο αυτής, στην περίπτωση δε που απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη τις παραδοχές της προσβαλλομένης. Μάλιστα δε παρά την αναγραφή στο αναιρετήριο της φράσης: "Οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης έχουν ως εξής:", στη συνέχεια δεν παρατίθενται αυτές. Με βάση τα ανωτέρω οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι προεχόντως λόγω αοριστίας. Σε κάθε περίπτωση όμως, και αν κρινόταν ότι οι λόγοι αυτοί είναι ορισμένοι, από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 16-3-2010 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι προσελήφθησαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου στις 17-8-2005 και απασχολήθηκαν από αυτό κατά τα διαστήματα από 17-8-2005 έως 16-2-2007, από 16-12-2007 έως 19-5-2008 και από 18-6-2008 έως 17-12-2009 με συμβάσεις που χαρακτηρίσθηκαν από αυτό ως συμβάσεις "κατάρτισης και απόκτησης εργασιακής εμπειρίας" ορισμένου χρόνου, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεδομένου ότι πληρούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, καθώς και ότι το τελευταίο μετά τη λήξη της τελευταίας επί μέρους σύμβασης έπαυσε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους. Ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί ότι με το εναγόμενο τους συνδέει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απόλυσής τους και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί με απειλή χρηματικής ποινής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, μετά δε από έφεση των εναγόντων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση. Με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δεδομένου ότι η αγωγή, έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, ήταν μη νόμιμη. Τούτο διότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα από τις 17-4-2001 και εφεξής δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου ούτε να εκτιμηθούν ως τέτοιες, έστω και αν συνάπτονται για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών, σε κάθε δε περίπτωση διότι οι επικαλούμενες με την αγωγή συμβάσεις δεν ήταν διαδοχικές (συνεχείς) αλλά μεσολαβούσαν μεταξύ αυτών μεγάλα κενά χρονικά διαστήματα.

Συνεπώς ο μεν πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και β Κ.Πολ.Δ., αν κρινόταν ορισμένος, θα ήταν σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως αβάσιμος, ο δε πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., θα ήταν και πάλι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όπως δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ. Α.Π. 25/2003). Για την πληρότητα του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα τα οποία, μολονότι δεν προτάθηκαν παραδεκτά, παρά το νόμο ελήφθησαν υπόψη ή μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 250/2007). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί γι' αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή χωρίς να εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη (Α.Π. 431/2016) και συνακόλουθα ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά τα τρίτο και τέταρτο σκέλη του λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες αντίστοιχα, για τη θεμελίωση όμως των λόγων αυτών δεν προβάλλουν κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό, πλην απαραδέκτων αιτιάσεων για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, ειδικότερα δε ο πρώτος κατά το τέταρτο σκέλος του και για τον επί πλέον λόγο ότι ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, όπως κατά τα προεκτεθέντα δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ. Α.Π. 15/2000). Η ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Α.Π. 72/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 4186/2013 δεν έλαβε υπόψη ότι ο τρίτος από αυτούς (αναιρεσείοντες) υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 56 του νόμου αυτού διότι είναι άτομο με αναπηρία. Ο λόγος αυτός, πέρα από την αοριστία του (για τους λόγους που αναφέρθηκαν σε σχέση με τον πρώτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης), είναι απορριπτέος σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτος διότι οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι προέβαλαν τον ισχυρισμό στον οποίο αυτός στηρίζεται ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατόπιν αυτών πρέπει η να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 21 παρ. 9 ν. 1902/1990 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-3-2016 αίτηση για αναίρεση της 3837/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ