Legislator Case Law & Legislation
216/2017 AI generated

216/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 216/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 216 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 216/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 216 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 216/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... " και διακριτικό τίτλο "..." (πρώην α) ..." με το διακριτικό τίτλο "....", β)"...."), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γάτσιο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Λ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 2)Γ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 3)Α. Κ. του Α., κατοίκου ... και 4)Ο. Χ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Μιχαήλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8680/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1664/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 16/12/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 14/10/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.(Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005, ΑΠ 757/2015). Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από την διάταξη αυτήν ως λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί ως μη νόμιμη, ή το αντίστροφο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά την συναφή αίτηση αναίρεσης παραβιάσθηκε (πρβλ. ΠλΟλΑΠ 8, 7/2011, ΑΠ 214/2006). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Tο κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών. Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 757/2015) (Β) Κατά το άρθρο 7 εδ. α’ ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας, ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του (ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος-άρθ.281 ΑΚ). Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής, αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ’ αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή/και ηθική ζημία. Από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652§1 και 656§1 ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας, ο τελευταίος έχει διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες (α) να αποδεχθεί την μεταβολή, με αποτέλεσμα την κατ’ άρθ.361 ΑΚ σύναψη (σιωπηρά) νέας σύμβασης, τροποποιητικής της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και (γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, στην περίπτωση δε αυτήν, εάν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας (ο μισθωτός) την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. Βλαπτική μεταβολή θεωρείται και ο υποβιβασμός και η ανάθεση στον εργαζόμενο καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσης στην επιχείρηση που συνεπάγεται, άμεσα ή έμμεσα, δυσμενείς υλικές ή/και ηθικές συνέπειες, όπως η μείωση των αποδοχών του κλπ. (ΑΠ 132/2016, 447/2015, 791/2014, 24/2014). Κρίσιμος χρόνος για τον χαρακτηρισμό της μονομερούς μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας ως βλαπτικής ή μη, και δη για την κρίση ως προς τον χαρακτήρα της νέας θέσης, στην οποία τοποθετείται ο εργαζόμενος από τον εργοδότη, ως υποδεέστερης ή μη σε σχέση με αυτήν που κατείχε προηγουμένως, είναι ο χρόνος της πραγματοποίησης της μεταβολής αυτής, αφού κατά τον χρόνο αυτόν και με τα υπάρχοντα τότε δεδομένα καλείται και ο εργαζόμενος να την αποδεχθεί ή να την αποκρούσει, εφόσον αυτή είναι οριστική και μόνιμη κατά τον ως άνω χρόνο (ΑΠ 126/2011). Τέλος, κατά το άρθ.281 ΑΚ η άσκηση κάθε δικαιώματος, όπως είναι και το δικαίωμα καταβολής αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Ειδικότερα, από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής με τις διατάξεις των άρθ.1 και 3 ν.2112/1920 και 1 και 5 ν.3198/1955 προκύπτει, ότι σε κάθε περίπτωση καταγγελίας από τον εργοδότη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου απαιτείται, εκτός των άλλων, και η καταβολή στον μισθωτό της νόμιμης αποζημίωσης, ανεξάρτητα από τον λόγο που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις (υποβολή μήνυσης για αξιόποινη πράξη, ανώτερη βία), ως εκ τούτου δε ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν καταγγέλλει την σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη (εκτός δηλ. της συνισταμένης σε καταμηνυθείσα αξιόποινη πράξη) υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού, όταν, όμως, ο τελευταίος δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή εκπληρώνει αυτές πλημμελώς, κακόβουλα, δηλ. με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση, τότε μόνον η ενάσκηση της αξίωσης για την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης είναι καταχρηστική με την έννοια του άρθ.281 ΑΚ (ΑΠ 38/2004, 1080/2003, 233/2003). Πρέπει να σημειωθεί, ότι κατά την έννοια της διάταξης αυτής και από την ρητή διατύπωσή της είναι προφανές ότι για την εφαρμογή της και την θεμελίωση της σχετικής ένστασης απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, η ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος (πρβλ. ΟλΑΠ 17/1995) και συνακόλουθα η καταρχήν παραδοχή αυτού (όπως ισχύει για όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις), του οποίου, όμως, η άσκηση και μόνον υπερβαίνει "προφανώς" στην συγκεκριμένη περίπτωση τα εκεί αναφερόμενα αντικειμενικά κριτήρια (Γ) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (i) Με την από 31-5-2013 και με αριθ. έκθ. κατ. .../2013 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι ήδη αναιρεσείουσες εξέθεταν (κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της και κατ’ εκτίμηση αυτής) ότι: (1) Την 17-1-1994, 20-9-1995, 17-1-1994 και 17-1-1994, αντίστοιχα, προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου από την εταιρεία ..., στην θέση της οποίας υπεισήλθε από το 2008 η 2η εναγομένη εταιρεία "... ΑΕ" (θυγατρική του ομίλου της 1ης εναγομένης αν. εταιρείας ... ΑΕ) (2) Η 2η εναγομένη ήδη από την δεκαετία του 1990 (ως ..., τότε) αναλαμβάνει ως εργολάβος την φύλαξη των εγκαταστάσεων του 3ου εναγομένου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "..." (...), με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις μεταξύ τους συμβάσεις έργου (3) Οι ενάγουσες από την ως άνω πρόσληψή τους και με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με την 2η εναγομένη και ανανεώνονταν αυτόματα κατά την λήξη τους, οι οποίες έγιναν προς καταστρατήγηση των περί καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης διατάξεων, εργάσθηκαν αδιάλειπτα ως διοικητικοί υπάλληλοι του 3ου εναγομένου ... εκτελώντας για όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους σ’ αυτό τα ίδια διοικητικά καθήκοντα στις θέσεις που τις τοποθετούσε, ως έμμεσος εργοδότης τους, προσδιορίζοντας τον τόπο και το ωράριο εργασίας τους, ειδικότερα δε (α) η 1η ενάγουσα από την ως άνω πρόσληψή της εργάσθηκε μέχρι την 17-2-2003 ως γραμματέας στο Τμήμα Φυσικής του ... και από 18-9-2003 ως γραμματέας στο Τμήμα Φιλολογίας (β) η 2η ενάγουσα από την πρόσληψή της απασχολήθηκε ως γραμματέας στο Τμήμα Ψυχολογίας του 3ου εναγομένου μέχρι 19-2-2006 και από 20-2-2006 ως γραμματέας στο Τμήμα Θεολογίας (γ) η 3η ενάγουσα εργάζεται από την αρχή στον Τομέα Χημικής Τεχνολογίας και Βιομηχανικής Χημείας του ... και η (δ) η 4η ενάγουσα από την ως άνω πρόσληψή της εργάζεται στον Τομέα Ηλεκτρονικής και Ηλεκτρονικών Υπολογιστών του Τμήματος Φυσικής του 3ου εναγομένου ... (4) Σύμφωνα με την ...2-5-2013 σύμβαση μεταξύ του 3ου (...) και της 2ης των εναγομένων η τελευταία ανέλαβε εκ νέου το έργο της φύλαξης κτιρίων, εγκαταστάσεων και εξωτερικών χώρων του ... για διάστημα 4 μηνών από 3-5-2013 (5) Την 8-5-2013 νόμιμοι εκπρόσωποι της 2ης εναγομένης ζήτησαν εκβιαστικά από τις ενάγουσες να υπογράψουν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης (καθόσον διαφορετικά θα έχαναν την εργασία τους) 30 ωρών εβδομαδιαία, 5 εργασίμων ημερών, με ημερομηνία έναρξης την 3-5-2013, διαγράφοντας ουσιαστικά την προϋπηρεσία τους στο ... με την μορφή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών τους, οι οποίες θα καθορίζονταν από 3-5-2013 σύμφωνα με την επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση των εργαζομένων στην 2η εναγομένη, με τόπο παροχής της εργασίας τους αρχικά και για διάστημα 4 μηνών το ... στην συνέχεια, όμως, η 2η εναγομένη θα μπορούσε να τον μεταβάλει μονομερώς οπουδήποτε εντός του νομού Θεσσαλονίκης, ανάλογα με τα αναλαμβανόμενα απ’ αυτήν έργα, ενώ, τέλος, η σύμβαση αυτή (προτεινομένη) προέβλεπε την υποχρέωση του μισθωτού να εκδώσει άδεια προσωπικού ασφαλείας και να την προσκομίσει αμέσως στην 2η εναγομένη, σε περίπτωση δε μη έκδοσης τέτοιας άδειας τεκμαιρόταν κώλυμα του μισθωτού ως προς την παροχή εργασίας, που παρείχε σ’ αυτήν το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης με υπαιτιότητα του μισθωτού (6) Οι ενάγουσες αρνήθηκαν να συναινέσουν στην συμβατική τροποποίηση των όρων απασχόλησής τους, θεωρώντας τους ως άνω όρους ως βλαπτική μεταβολή αυτών και συνέχισαν να παρέχουν με το προηγούμενο συμβατικό καθεστώς την εργασία τους στον έμμεσο εργοδότη τους 3ο εναγόμενο (...), οι υπηρεσίες του οποίου συνέχισαν να την αποδέχονται (7) Την 15-5-2013 η 2η εναγομένη τους επέδωσε εξώδικη δήλωση, με την οποία ενεργώντας εκδικητικά, επειδή δεν υπέγραψαν την σύμβαση τροποποίησης των όρων απασχόλησής τους, τις κάλεσε, ασκώντας, τάχα, το διευθυντικό της δικαίωμα, να εργασθούν ως προσωπικό ασφαλείας, προσερχόμενες στην έδρα της και προσκομίζοντας την απαιτουμένη άδεια εργασίας προσωπικού ασφαλείας, η απαίτηση, όμως, αυτή της 2ης εναγομένης ήταν προσχηματική, διότι τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται για την έκδοση αδείας προσωπικού ασφαλείας δεν ήταν προαπαιτούμενα κατά την πρόσληψή τους, ούτε ποτέ απαιτήθηκαν κατά την διάρκεια της απασχόλησής τους στο ... από την εναγομένη ή τον έμμεσο εργοδότη τους, το ... (8) Οι ενάγουσες αρνήθηκαν να υπογράψουν την τροποποίηση των συμβατικών όρων απασχόλησής τους που για πρώτη φορά προέβλεπε την υποχρέωσή τους να εκδώσουν άδεια εργασίας προσωπικού ασφαλείας και προσέφυγαν στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας καταγγέλλοντας την επιχειρουμένη μονομερή βλαπτική μεταβολή των συμβάσεων εργασίας τους (9) Η 2η εναγομένη με την από 28-5-2013 εξώδικη δήλωσή της γνωστοποίησε στις ενάγουσες με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι αρνείται να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ως διοικητικών υπαλλήλων και παύει να καταβάλλει τις αποδοχές τους, επικαλουμένη αδόκιμα "αναστολή" της εργασιακής σχέσης τους, ουσιαστικά, όμως, εμμένοντας στην μονομερή βλαπτική μεταβολή των συμβάσεών τους, έκτοτε δε οι υπηρεσίες του ... στις οποίες εκτελούσαν τα καθήκοντά τους όλα αυτά τα έτη, αρνούνται να αποδεχθούν τις υπηρεσίες τους (10) Οι ενάγουσες θεώρησαν ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των συμβάσεων εργασίας τους την επιμονή της (2ης) εναγομένης και του ... ως έμμεσου εργοδότη τους (α) να αποδεχθούν την μετατροπή των συμβάσεών τους σε συμβάσεις μερικής απασχόλησης με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών τους, το ύψος των οποίων θα καθοριζόταν πλέον από την επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση της εναγομένης (β) να υποχρεωθούν να εκδώσουν άδεια εργασίας προσωπικού φύλαξης, με δυνατότητα της εναγομένης να καταγγείλει με υπαιτιότητά τους την σύμβαση εργασίας, εάν δεν εκδοθεί από τις διοικητικές αρχές η σχετική άδεια εργασίας, αν και ουδέποτε άσκησαν καθήκοντα φύλαξης, άρα να αποδεχθούν και την μετατροπή των καθηκόντων τους από διοικητικά σε καθήκοντα προσωπικού ασφαλείας, που είναι ασφαλώς υποδεέστερα (γ) να αποδεχθούν ως συμβατικό τόπο παροχής της εργασίας τους οποιοδήποτε έργο τους υποδείξει η εναγομένη εντός του νομού Θεσσαλονίκης (δ) να αποδεχθούν την πρόσληψή τους από την εναγομένη την 3-5-2013 με σύμβαση αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, χωρίς να αναγνωρίζεται η προϋπηρεσία τους που αποκτήθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο ... ασκώντας δε με βάση τα παραπάνω το εκλεκτικό τους δικαίωμα και θεωρώντας ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους την άρνηση της (2ης) εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους (ενν. με τους πριν την μεταβολή όρους), όπως αυτή κλιμακώθηκε με διαδοχικές ενέργειές της και διατυπώθηκε ρητά στην από 28-5-2013 εξώδικη δήλωσή της, ζήτησαν, αφού παραιτήθηκαν (με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) από το αγωγικό αίτημα για την καταβολή αποδοχών και επιδόματος αδείας, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σ’ αυτές, κάθε ένας εις ολόκληρον, τα εκεί ποσά ως αποζημίωση απόλυσης. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αυτή, απορριφθείσα με την 8680/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως αόριστη ως προς την 1η εναγομένη και ως μη νόμιμη, καθόσον στρεφόταν κατά του 3ου εναγομένου, γενομένη δε ενμέρει δεκτή και κατ’ ουσίαν ως προς την 2η εναγομένη, ήταν νόμιμη ως προς αυτήν, ερειδομένη στις προαναφερθείσες διατάξεις και επομένως το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που δεν την απέρριψε ως μη νόμιμη (και ως προς την 2η εναγομένη) δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου συναφής από την ως άνω διάταξη κατά σειρά προβολής (και υπό στοιχ. IV.Z) τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (η οποία ασκήθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως τροποποιήθηκε η επωνυμία της 2ης εναγομένης), με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει, ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή (α) ήδη την 15-5-2013 η βλαπτική μεταβολή των όρων των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων εναγουσών ήταν οριστική και μόνιμη (β) οι ενάγουσες την απέκρουσαν και συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, άρα επέλεξαν να εμμείνουν στην σύμβαση και δεν μπορούσαν να θεωρήσουν ταυτόχρονα και ως καταγγελία την μονομερή μεταβολή (γ) το διαζευκτικά ασκούμενο δικαίωμά τους είχε αναλωθεί ρητά από την 17-5-2013, όταν με ρητή δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης (ο λόγος, όμως, αυτός αφορά τη νομιμότητα της αγωγής, με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν) δήλωσαν ότι αποκρούουν την βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους και εμμένουν στην τήρηση αυτών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής, χρόνος πραγματοποίησης της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων των συμβάσεων εργασίας τους κατά τρόπο οριστικό ήταν η 28-5-2013, όταν επιδόθηκε σ’ αυτές η με το ως άνω περιεχόμενο εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας εναγομένης, μετά την οποία, επομένως, οι αναιρεσίβλητες ενάγουσες νόμιμα άσκησαν διά της κρινόμενης αγωγής το εκλεκτικό τους δικαίωμα για την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης (ii) Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής των ήδη αναιρεσιβλήτων ύστερ’ από έφεση της τώρα αναιρεσείουσας 2ης εναγομένης, με την προσβαλλομένη 1664/2015 απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι την 17-1-1994, 20-9-1995, 17-1-1994 και 17-1-1994 καταρτίσθηκαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διαρκείας ενός έτος μεταξύ των εναγουσών, αντίστοιχα, και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ... ΟΕ", με έδρα την Θεσσαλονίκη και σκοπό την παροχή υπηρεσιών φύλαξης κινητών και ακινήτων περιουσιακών αγαθών καθώς και φυσικών προσώπων, η οποία (α) με το .../1996 συμβόλαιο της συμ/φου Θεσσαλονίκης Ευστ. Βουλγαράκη-Τσώτσου, που καταχωρήθηκε και δημοσιεύθηκε νόμιμα, μετατράπηκε σε ε.π.ε. με την επωνυμία "... ... ΕΠΕ" (β) με την .../1998 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, νόμιμα δημοσιευθείσα, μετατράπηκε σε α.ε. με την επωνυμία "... ... Α.Ε.", ότι στην συνέχεια η επωνυμία της τροποποιήθηκε σε (α) "... ... ... ΑΕ", με την από 28-8-2003 απόφαση της έκτακτης Γ.Σ των μετόχων της (β) "... ... ... ... ΑΕ", με την από 2-9-2008 απόφαση της ίδιας Γ.Σ. (γ) "... ΑΕ" με την από 7-9-2011 απόφαση της ίδιας Γ.Σ. (όλες οι παραπάνω αποφάσεις δημοσιεύθηκαν νόμιμα), δηλ. την (αρχικά δεύτερη) εναγομένη (και ήδη με την από 29-7-2015 απόφαση της έκτακτης Γ.Σ. σε ... ΑΕ", αναιρεσείουσα), η οποία ως καθολική διάδοχος των άνω εταιρειών υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών, ότι η προαναφερομένη ομόρρυθμη εταιρεία αρχικά και στην συνέχεια οι ως άνω διάδοχοι αυτής, από τις αρχές του 1994 έως και τον Μάιο του 2013 τουλάχιστον, στα πλαίσια της παραπάνω επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, αναλάμβαναν συνεχώς με διαδοχικές συμβάσεις έργου που συνήπταν, ύστερ’ από σχετικούς μειοδοτικούς διαγωνισμούς, με το ... που είναι ν.π.δ.δ., ως εργολάβοι, την φύλαξη των εγκαταστάσεων, κτιρίων και λοιπών χώρων αυτού κυρίως στην πόλη της Θεσσαλονίκης, ότι στα πλαίσια της εκτέλεσης του έργου αυτού η ως άνω εργοδότρια των εναγουσών, με σχετική μεταξύ τους συμφωνία, ανέθεσε σ’ αυτές, συγχρόνως με την κατάρτιση των παραπάνω συμβάσεων, να απασχολούνται σε υπηρεσίες του Πανεπιστημίου στην πόλη της Θεσσαλονίκης, που καθόριζε αυτό και έτσι για το χρονικό διάστημα ισχύος των ως άνω συμβάσεων εργασίας οι ενάγουσες απασχολήθηκαν με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου στις κτιριακές εγκαταστάσεις του ... Πανεπιστημίου, ειδικότερα δε η 1η στο τμήμα φυσικής, η 2η στο τμήμα ψυχολογίας, η 3η στον τομέα χημικής τεχνολογίας και βιομηχανικής χημείας και η 4η στον τομέα ηλεκτρονικής και ηλεκτρονικών υπολογιστών του τμήματος φυσικής, ότι μετά την λήξη των συμβάσεών τους αυτών εξακολούθησαν να εργάζονται με την ως άνω ειδικότητα συνεχώς έως την 27-5-2013, με την συναίνεσή τους και κατ’ ανάθεση αρχικά από την παραπάνω εργοδότριά τους ΟΕ και στην συνέχεια από τους καθ’ υποκατάσταση ως άνω εργοδότες τους, μεταξύ των οποίων και η εναγομένη που υποκαταστάθηκε τελικά ως καθολική διάδοχος στην θέση της εργοδότριάς τους, η 3η και 4η (των εναγουσών) στους ως άνω τομείς των τμημάτων του ... η 1η έως την 17-9-2003 στο αυτό ως άνω τμήμα και στην συνέχεια στο τμήμα Φιλολογίας, και η 2η στο αυτό ως άνω τμήμα έως την 19-12-2006 και στην συνέχεια στο τμήμα Θεολογίας, την εργασία δε αυτή παρείχαν στα πλαίσια εκτέλεσης του άνω έργου που διαδοχικά αναλάμβανε επί 20 σχεδόν έτη ως ανάδοχος-εργολάβος η εκάστοτε εργοδότριά τους, η οποία είχε την ευθύνη της εκτέλεσής του και κατέβαλλε τους νόμιμους μισθούς τους και τις ασφαλιστικές εισφορές από την αμοιβή που της κατέβαλλε το ... ως εργοδότης κύριος του έργου, ενώ ακόμη τους χορηγούσε και τις άδειες αναψυχής που δικαιούνταν, ότι ειδικότερα οι ενάγουσες απασχολούνταν με καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (από Δευτέρα έως Παρασκευή), επί 8 ώρες ημερησίως (07.00 έως 15.00), με αντικείμενο εργασίας κυρίως την κάλυψη αναγκών γραφείου και γραμματειακής υποστήριξης των άνω τμημάτων και τομέων του ... (κατά τα λεπτομερέστερα στην αναιρεσιβαλλομένη εκτιθέμενα), υπό τις περιστάσεις δε αυτές οι αρχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγουσών ανανεώθηκαν για αόριστο χρόνο, κατ’ άρθ.671 ΑΚ, με εργοδότρια την εναγομένη και συμφωνημένο τόπο παροχής εργασίας τις κτιριακές εγκαταστάσεις του ..., όπου οι ενάγουσες παρείχαν τις υπηρεσίες τους έως τον Μάιο του 2013, ότι με την ...24-5-2013 διακήρυξη του ... προκηρύχθηκε διεθνής δημόσιος διαγωνισμός για την φύλαξη των κτιριακών πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων για διάστημα 12 μηνών από την υπογραφή της σύμβασης με τον ανάδοχο του έργου και με δυνατότητα παράτασης για 12 ακόμη μήνες (συνολικά 24 μήνες), προϋπολογισμού 5.398.489,34€, ότι λόγω αδυναμίας σύντομης ολοκλήρωσης του ανωτέρω διαγωνισμού, αποφασίσθηκε από τον Πρύτανη η σύναψη σύμβασης με διαπραγμάτευση, δηλ. με κριτήριο κατακύρωσης την χαμηλότερη τιμή, για διάστημα 4 μηνών και με τους ίδιους ακριβώς όρους της προαναφερομένης διακήρυξης, τελικά δε κατόπιν διαπραγματεύσεων ανάδοχος του έργου αναδείχθηκε η εναγομένη και μεταξύ αυτής και του ... υπεγράφη η από 2-5-2013 σύμβαση διαπραγμάτευσης, με την οποία η εναγομένη ανέλαβε την εκτέλεση του έργου για χρονικό διάστημα 4 μηνών αρχόμενο από 3-5-2013, με την προϋπόθεση ότι δεν θα ολοκληρωθεί ο ως άνω διαγωνισμός, αντί συνολικής αμοιβής 1.068.177,64€, και σύμφωνα με τους όρους της παραπάνω ...2013 διακήρυξης, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης αυτής, ότι μεταξύ των όρων αυτών και λόγω μείωσης, ενόψει των περικοπών στις δαπάνες του δημόσιου τομέα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης, του προϋπολογισμού του έργου, ήταν απασχόληση του προσωπικού του αναδόχου επί 6 ώρες ημερησίως, δηλ. με μειωμένο από προηγουμένως ωράριο, με ανάλογη μείωση των αποδοχών του, καθώς και ο υποχρεωτικός προσδιορισμός των αποδοχών τους σύμφωνα με την από 7-12-2012 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργαζομένων στην εναγομένη, κατά την οποία (ΕΣΣΕ) οι εργαζόμενοι σ’ αυτήν θα αμείβονταν με τα νόμιμα κατώτατα όρια που προβλέπονται στην περ.1 της υποπαραγράφου ΙΑ 11 του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, ότι ύστερ’ απ’ αυτά η εναγομένη στις αρχές Μαΐου 2013 γνωστοποίησε στους εργαζομένους της τους ως άνω όρους και τα νέα δεδομένα της σύμβασης εργολαβίας, στα πλαίσια της οποίας παρείχαν τις υπηρεσίες τους, και πρότεινε σ’ αυτούς να μειωθεί το ημερήσιο ωράριο εργασίας τους από 8 σε 6 ώρες, δηλ. να μετατραπούν οι συμβάσεις τους από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών τους στα πλαίσια πάντοτε της από 7-12-2012 επιχειρησιακής σύμβασης εργασίας, προκειμένου να συνεχίσουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στις εγκαταστάσεις του ... ότι οι ενάγουσες αρνήθηκαν, όπως είχαν δικαίωμα, την πρόταση αυτή της εργοδότριάς τους (2ης) εναγομένης για μετατροπή της σύμβασης εργασίας τους από πλήρους σε μερικής απασχόλησης σύμφωνα με το άρθ.2 ν.2639/1998, και τότε αυτή τους επέδωσε την 15-5-2013 την με την με την ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, με την οποία τους γνωστοποίησε ότι, ενόψει της άρνησής τους να αποδεχθούν την πρότασή της (για μετατροπή των συμβάσεών τους από πλήρους σε μερικής απασχόλησης) και της εντεύθεν αδυναμίας ν’ απασχολούνται πλέον στο ως άνω έργο, εφεξής δεν υφίσταται αντικείμενο απασχόλησής τους σύμφωνα με την ειδικότητά τους, δεδομένου ότι σε κανένα άλλο έργο, την εκτέλεση του οποίου είχε αναλάβει στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, δεν υφίσταντο ανάγκες αντίστοιχες με την ειδικότητα με την οποία απασχολούνταν στο ... τα μόνα δε έργα στα οποία ήταν πλέον δυνατή η απασχόλησή τους ήταν τα έργα στα οποία παρείχε υπηρεσίες φύλαξης στο νομό Θεσσαλονίκης και στα οποία προτίθετο, κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, να τις μετακινήσει, προκειμένου να της παρέχουν εργασία φύλακα σ’ αυτά, εφόσον, βέβαια, εφοδιάζονταν με την απαιτουμένη από το νόμο άδεια εργασίας που τις κάλεσε να της προσκομίσουν αμέσως στην έδρα της στην ..., ότι μετά ταύτα οι ενάγουσες την 17-5-2013 παρέστησαν, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ενώπιον του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας Ανατολικού Τομέα Θεσσαλονίκης, κατά την συζήτηση της σχετικής εργατικής διαφοράς που είχε ανοιχθεί κατόπιν προσφυγής του Σωματείου Εργαζομένων Καθαριότητας και Φύλαξης Κεντρικής Μακεδονίας και Θράκης κατά της εναγομένης, και παρόντος του πληρεξουσίου δικηγόρου της δήλωσαν, ότι με την ως άνω δήλωση επιχειρείται από την εργοδότριά τους μονομερής μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας τους, την οποία θεωρούν βλαπτική και ότι κατόπιν τούτου επιφυλάσσονται για την άσκηση των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από την επιχειρούμενη αυτή βλαπτική μεταβολή, τα οποία και θα ασκήσουν, εφόσον η εργοδότριά τους εμμείνει σ’ αυτήν, ενώ μέχρι τότε εξακολουθούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, όπως και προηγουμένως και έτσι έως την 27-5-2013 εξακολούθησαν να εργάζονται στα ως άνω τμήματα του ... ότι την 28-5-2013 η εναγομένη επέδωσε στις ενάγουσες την με την ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση, στη οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε, ότι για τους προαναφερθέντες (στην από 15-5-2013 δήλωση) λόγους δεν μπορεί πλέον να τις απασχολεί στο ... με τα άνω καθήκοντα, ούτε σε άλλο έργο της με τα αυτά καθήκοντα και γι’ αυτό αποφάσισε, ως άνω, την μετακίνησή τους, όπως είχε από την σύμβασή τους δικαίωμα, σε άλλα έργα εντός του νομού Θεσσαλονίκης που θα παρέχουν τις υπηρεσίες τους με την ειδικότητα του φύλακα και ότι τυχόν αδυναμία τους να παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες, διότι δεν διαθέτουν τα απαραίτητα προσόντα, οφείλεται σε υπαιτιότητά τους, ότι έτσι τους δήλωσε ότι οι συμβάσεις εργασίας τους έκτοτε τελούν υπό αναστολή με υπαιτιότητά τους και ακολούθως έπαυσε να αποδέχεται τις ως άνω υπηρεσίες τους και να τους καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές, κοινοποιώντας προς τούτο στο ... και το .../24-5-2013 σχετικό έγγραφο, ότι υπό τα περιστατικά αυτά ο χρόνος πραγματοποίησης της εκ μέρους της εναγομένης τροποποίησης των όρων των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών οριστικά χωρίς την συναίνεσή τους, είναι η 28-5-2013, η δε κατά τα ως άνω αλλαγή των καθηκόντων τους και του αντικειμένου εργασίας τους, από υπαλλήλους γραφείου σε φύλακες, που κατ’ αντικειμενική κρίση είναι υποδεέστερα για τις εργαζόμενες γιατί συνεπάγονται μείωση των αποδοχών τους και μετακίνηση εκτός των ορίων της Θεσσαλονίκης και απαιτούν ειδικά προσόντα (άδεια εργασίας, εμπειρία, σωματική ρώμη), τα οποία αυτές δεν διαθέτουν, κατά παράβαση των όρων των ατομικών τους συμβάσεων εργασίας, δεδομένου ότι είχε συμφωνηθεί με την αρχική ως άνω εργοδότρια και τελικά με την καθολική αυτής διάδοχο εναγομένη ως τόπος εργασίας τους η Θεσσαλονίκη με καθήκοντα υπαλλήλων γραφείου και επιπλέον ότι επί 20 σχεδόν έτη ασκούσαν στην Θεσσαλονίκη τα καθήκοντα αυτά και η έκδοση αδείας που απαιτείτο για τη νομιμότητα της εργασίας τους στη νέα θέση απαιτούσε θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση και χρόνο πλέον των 3 μηνών, συνιστά μονομερή εκ μέρους της εναγομένης βλαπτική μεταβολή των όρων των συμβάσεων εργασίας τους, την οποία οι ενάγουσες, ασκώντας για πρώτη φορά μετά την ως άνω επιφύλαξή τους, με την κρινόμενη αγωγή το νόμιμο διαζευκτικά προβλεπόμενο δικαίωμά τους, θεώρησαν ως άτακτη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους μη αποδεχόμενες την μεταβολή αυτήν και δικαιούνται τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ανερχομένη, με βάση τις αποδοχές τους κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυση μήνα στα αναφερόμενα εκεί για κάθε μία ποσά, και ότι σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα δεν προέκυψε ότι οι ενάγουσες κατά κατάχρηση δικαιώματος αξιώνουν αποζημίωση απόλυσης, όπως ισχυρίσθηκε η εναγομένη, προβάλλοντας προς θεμελίωση της ένστασης αυτής από το άρθ.281 ΑΚ ότι δεν οφείλει αποζημίωση απόλυσης, γιατί δεν προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εναγουσών, ούτε η βούλησή της ήταν να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας τους, αλλά να συνεχίσει να τις απασχολεί ως φύλακες, γεγονός που δεν κατέστη δυνατόν από υπαιτιότητά τους, αφού δεν φρόντισαν για την έκδοση της απαιτουμένης προς τούτο άδειας εργασίας, ενώ αδιαμαρτύρητα αμείβονταν επί πολλά έτη με τις ΣΣΕ των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την ένσταση αυτή και την έφεση της εναγομένης αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο υπό τα γενόμενα δεκτά ανελέγκτως ως άνω περιστατικά: (Α) Ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ.7 ν.2112/1920, 648, 652, 656 ΑΚ και διέλαβε συναφώς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στην προσβαλλομένη απόφασή του και επομένως ο περί του αντιθέτου κατά σειρά προβολής πρώτος λόγος αναίρεσης (και υπό στοιχ. IV.Γ) ως προς το ζήτημα του χρόνου της πραγματοποίησης της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας των εναγουσών και της άσκησης των συναφών εκλεκτικών δικαιωμάτων τους, κατά τον οποίο το Εφετείο (α) δεχθέν με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ότι χρόνος της πραγματοποίησης της εκ μέρους της αναιρεσείουσας εναγομένης βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας των αναιρεσιβλήτων εναγουσών οριστικά ήταν η 28-5-2013, όταν κοινοποιήθηκε σ’ αυτές η ως άνω υπό την αυτήν ημερομηνία εξώδικη δήλωσή της και (β) μη διαγιγνώσκοντας ότι η μεταβολή αυτή έγινε με την πρώτη από 15-5-2013 εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας με το ως άνω περιεχόμενο και ότι την 15-5-2013 η μεταβολή αυτή ήταν οριστική και μόνιμη "οπότε εν συνεχεία την 17-5-2013 οι αναιρεσίβλητες άσκησαν ρητώς (διά δηλώσεως του πληρεξουσίου τους δικηγόρου) το εκλεκτικό τους δικαίωμα να αποκρούσουν την βλαπτική μεταβολή και να εμμείνουν στην τήρηση των όρων των συμβάσεων εργασίας τους προσερχόμενες μέχρι και την 27-5-2013 στο ..., όπως και πριν", υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ.1 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χρόνου της επέλευσης, οριστικά και μόνιμα, της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής και της ανάλωσης του εκλεκτικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων ως προς αυτήν, είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά περιστατικά, χρόνος πραγματοποίησης της εκ μέρους της αναιρεσείουσας εναγομένης μεταβολής των όρων των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων εναγουσών (η οποία, σύμφωνα με τις ίδιες παραδοχές, ήταν βλαπτική, όπως ορθά έκρινε το Εφετείο) ήταν η 28-5-2013, όταν επιδόθηκε σ’ αυτές η με την ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας, αφού με αυτήν δηλώθηκε κατά τρόπο οριστικό και μόνιμο η ως άνω μεταβολή, ενώ σε σχέση με την προηγουμένη, επιδοθείσα σ’ αυτές την 15-5-2013 και υπό την αυτήν ημερομηνία, δήλωση της αναιρεσείουσας οι αναιρεσίβλητες δήλωσαν ότι με αυτήν επιχειρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους και ότι επιφυλάσσονται για την άσκηση των απορρεόντων από την επιχειρουμένη βλαπτική μεταβολή δικαιωμάτων τους, τα οποία θα ασκήσουν, εφόσον η αναιρεσείουσα εμμείνει σε αυτήν (βλαπτική μεταβολή), ως εκ τούτου δε οι αναιρεσίβλητες, όπως ορθά δέχθηκε επίσης το Εφετείο, θεωρώντας την βλαπτική αυτήν μεταβολή ως καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους άσκησαν για πρώτη φορά με την ένδικη αγωγή το διαζευκτικά παρεχόμενο δικαίωμα καταβολής αποζημίωσης για την καταγγελία (απόλυση) (Β) Απορρίπτοντας ως άνω, με σαφές αποδεικτικό πόρισμα, την (παραδεκτά προταθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφερθείσα στο Εφετείο με τον 3ο λόγο έφεσης, άρθ. 561§2 ΚΠολΔ) ένσταση της αναιρεσείουσας εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων εναγουσών να αξιώσουν αποζημίωση απόλυσης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ.281 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθ.7 ν.2112/1920, και διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, καθόσον υπό τα ανελέγκτως γενόμενα ως άνω δεκτά με την αναιρεσιβαλλομένη περιστατικά, και δη ως προς την παροχή της εργασίας των αναιρεσιβλήτων επί 20 περίπου έτη στο ... με την ειδικότητα υπαλλήλων γραφείου αυτού για την γραμματειακή υποστήριξη τμημάτων και τομέων του (και όχι σε υπηρεσίες φύλαξης) και την βλαπτική εκ μέρους της αναιρεσείουσας μεταβολή των όρων της εργασίας τους αυτής (την μεταβολή δηλ. των καθηκόντων τους και του αντικειμένου της απασχόλησής τους από υπαλλήλους γραφείου σε φύλακες), δεν στοιχειοθετείται, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, περίπτωση προφανούς υπέρβασης των τιθεμένων στην ως άνω διάταξη ορίων κατά την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων και επομένως πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης (υπό στοιχ. IV.H, και τελευταίος) από τους αριθ.1 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον λόγο αυτόν, η αναιρεσείουσα εναγομένη προέβαλε τον ισχυρισμό, όπως αυτός περιέχεται και στο αναιρετήριο, ότι η άσκηση του επιδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων εναγουσών για την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης σύμφωνα με το άρθ.7 ν.2112/1920 είναι καταχρηστική (άρα δεν οφείλει την αποζημίωση αυτήν), καθόσον (α) ουδέποτε επιχείρησε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, ούτε έγινε τέτοια μεταβολή, και δεν τις εξανάγκασε να αποδεχθούν την μετατροπή των συμβάσεών τους από πλήρους απασχόλησης σε μερικής (β) βούλησή της δεν ήταν να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας τους, αλλά να συνεχίσει να τις απασχολεί με καθεστώς πλήρους απασχόλησης με έγκυρη σύμβαση εργασίας (παροχής υπηρεσιών φύλαξης), αυτό, όμως, δεν έγινε από δική τους υπαιτιότητα, αφού δεν θέλησαν να ακολουθήσουν την διαδικασία έκδοσης της σχετικής, απαιτούμενης κατά νόμον, για την εργασία αυτήν άδειας, δεδομένου ότι γνώριζαν ότι είχαν συμβληθεί με εταιρεία παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και αμείβονταν αδιαμαρτύρητα επί τόσα έτη με τις ΚΣΣΕ αυτών. Ο ισχυρισμός αυτός ως ένσταση από το άρθ.281 ΑΚ είναι μη νόμιμος αλλά και ερείδεται σε ανακριβείς προϋποθέσεις, διότι αναφέρεται στην άσκηση ανυπάρκτων, κατά την αναιρεσείουσα, δικαιωμάτων (αξιώσεων) και όχι υπαρκτών μεν αλλά καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθ.281 ΑΚ ασκουμένων (με την ένδικη αγωγή), εφόσον ερείδεται, στην πραγματικότητα, στην άρνηση της γέννησης καθ’ εαυτήν και της ύπαρξης των επιδίκων αξιώσεων (με την ειδικότερη άρνηση της συνδρομής της βασικής προϋπόθεσης για την δημιουργία αυτών, δηλ. της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας των αναιρεσιβλήτων) και όχι στην καταχρηστική άσκηση αυτών, υπαρκτών, πάντως, και ενεργών. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και σύμφωνα με αυτά είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, αλυσιτελείς και ερειδόμενες σε ανακριβείς προϋποθέσεις και οι προβαλλόμενες με τον λόγο αυτόν ειδικότερες αιτιάσεις από τους αριθ.1 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθ.281 ΑΚ και εκ πλαγίου του άρθ.7 ν.2112/1920, σε σχέση πάντοτε με την απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του σε δίκη καταχθέντος δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για την επιδίκαση αποζημίωσης απόλυσης, αφού επίσης βασίζονται στην μη ύπαρξη του δικαιώματος αυτού των αναιρεσιβλήτων εναγουσών (Γ) Δεν παραβίασεν ευθέως τις διατάξεις των άρθ.656 ΑΚ και 7 ν.2112/1920 δεχθέν, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, ότι οι αναιρεσίβλητες την 28-5-2013 θεώρησαν την άρνηση της αναιρεσείουσας εταιρείας να δεχθεί την προσφερομένη απ’ αυτές εργασία ως καταγγελία εκ μέρους αυτής των συμβάσεων εργασίας τους, επιδικάζοντας στην συνέχεια την ζητηθείσα με την αγωγή τους νόμιμη αποζημίωση για την καταγγελία αυτήν, αν και, εκθέτει επίσης η αναιρεσείουσα, μόνη η υπερημερία του εργοδότη περί την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας που παρέχει κατ’ άρθ.7 ν.2112/1920 το δικαίωμα στον μισθωτό να θεωρήσει την μεταβολή αυτήν ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, και ο συναφής περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης (υπό στοιχ. IV.E) από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ πρέπει ν’ απορριφθεί ως ερειδόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο ρητά δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες θεώρησαν ως άτακτη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους (δικαιούμενες εντεύθεν τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης) την μονομερή εκ μέρους της αναιρεσείουσας βλαπτική μεταβολή των όρων των συμβάσεων εργασίας τους πραγματοποιηθείσα την 28-5-2013 και συνισταμένη στην "αλλαγή των καθηκόντων των από υπαλλήλους γραφείου σε φύλακες, που κατ’ αντικειμενική κρίση είναι υποδεέστερα για τις εργαζόμενες ενάγουσες γιατί συνεπάγονται μείωση των αποδοχών τους, μετακίνηση εκτός των ορίων της πόλεως Θεσσαλονίκης και απαιτούν ειδικά προσόντα [άδεια εργασίας, εμπειρία, σωματική ρώμη] τα οποία δεν διαθέτουν αυτές, κατά παράβαση των όρων των ατομικών τους συμβάσεων εργασίας, δεδομένου ότι είχε συμφωνηθεί... με την... εναγομένη... ως τόπος εργασίας των η Θεσσαλονίκη με καθήκοντα υπαλλήλου γραφείου και ότι επί πλέον επί είκοσι σχεδόν έτη ασκούσαν στη Θεσσαλονίκη τα καθήκοντα αυτά και η έκδοση αδείας που απαιτείτο για τη νομιμότητα της εργασίας των στη νέα θέση, απαιτούσε θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση και χρόνο πλέον των 3 μηνών".

ΙΙ. Κατά το άρθρο 562§2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για (α) παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (β) σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή (γ) ισχυρισμό που αφορά στην δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλ. να αναφέρεται σ’ αυτό ότι ο ισχυρισμός, ο οποίος στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και ο τρόπος και χρόνος της προβολής του ή της επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, έστω και αν αυτός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 182, 183/2014, 2154/2013). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ. 64, 65, 67, 68, 70 ΑΚ και 18, 22 κ.ν.2190/1920 προκύπτει, ότι ναι μεν (δικαιοπραξία και δη) καταγγελία σύμβασης εργασίας γενομένη στο όνομα του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας δεσμεύει αυτήν, εάν επιχειρηθεί από το όργανο που την εκπροσωπεί (δηλ. καταρχήν από το διοικητικό συμβούλιο αυτής, που ενεργεί συλλογικά, ή, εφόσον προβλέπεται από το καταστατικό της, κατ’ ανάθεση από ένα ή περισσότερα μέλη του ΔΣ ή τους διευθυντές της ή άλλα πρόσωπα ή τρίτον), διαφορετικά η ανώνυμη εταιρεία δεν δεσμεύεται απ’ αυτήν (ούσα άκυρη ή κατ’ άλλη άποψη ανυπόστατη, πάντως ανίσχυρη), πλην, όμως, εφόσον δεν αμφισβητηθεί το κύρος της καταγγελίας λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης του ν.π. της ανώνυμης εταιρείας από το φυσικό πρόσωπο που προέβη σ’ αυτήν, ως γενομένης δηλ. από αναρμόδιο όργανό της, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να διαλάβει στην απόφασή του σχετική παραδοχή (και αντίστοιχα ο επικαλούμενος αυτήν να υποβάλει συναφή ισχυρισμό), να προσδιορίσει δηλ. το φυσικό πρόσωπο που προέβη σ’ αυτήν εκπροσωπώντας νόμιμα την ανώνυμη εταιρεία και κατά συνέπεια δεν καθίσταται ανεπαρκής ή ελλιπής η αιτιολογία του στην περίπτωση αυτήν της μη αναφοράς στην απόφασή του των προαναφερομένων στοιχείων, μη ιδρυομένου του συναφούς λόγου από τον αριθ.19 του άρθ.559 ΚΠολΔ (πρβλ. σε συνδ. ΑΠ 911/2013, 1625/2014, 880/2011, 461-2/2010). Με τον κατά σειράν δεύτερο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχ. IV.Δ), αληθώς μόνον από τον αριθ.19 του άρθ.559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς το πότε επήλθε οριστική και μόνιμη μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των αναιρεσιβλήτων και από ποιό αρμόδιο όργανο της αναιρεσείουσας εταιρείας, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά, εάν αναλώθηκε ή όχι το εκλεκτικό τους δικαίωμα από την μονομερή βλαπτική μεταβολή, αφού, επάγεται επίσης η αναιρεσείουσα, προκειμένου να θεωρηθεί από τον εργαζόμενο η μεταβολή αυτή των όρων εργασίας του ως καταγγελία της σύμβασης, πρέπει να γίνει από το αρμόδιο όργανο του εργοδότη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος (α) ως προς τον χρόνο πραγματοποίησης της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές που περιέχονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο ρητά δέχθηκε ότι ο χρόνος αυτός ήταν η 28-5-2013 (β) ως προς το αρμόδιο όργανο για την θεωρουμένη ως καταγγελία βλαπτική μεταβολή, ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο συναφής ισχυρισμός, ο οποίος στηρίζει τον λόγο αυτόν κατά το σκέλος τούτο και ο οποίος κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθ.562§2 ΚΠολΔ, είχε προταθεί και δη νόμιμα στο Εφετείο, το οποίο, σε περίπτωση μη προβολής τέτοιου ισχυρισμού, δεν ήταν υποχρεωμένο να προβεί στον προσδιορισμό αυτόν, ενώ εξάλλου και σε κάθε περίπτωση τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε με την έφεση της αναιρεσείουσας ή τις επ’ αυτής προτάσεις της (άρθ.561§2 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), που κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-12-2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ... ... Ανώνυμη Εταιρεία" για αναίρεση της 1664/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ