Supreme Court dismisses appeal regarding procedural inadmissibility of land expropriation compensation claims under specific time limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a lower court's rejection of their claim for land expropriation compensation. The appellants argued that the lower court incorrectly applied time limit provisions applicable only to national road openings, claiming this violated property rights. The court rejected this, ruling that the relevant time limit provisions apply equally to road openings resulting from urban planning studies within existing city plans.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 3, 6, 7, 8, 9 and 12 of Law 1337/1983; Article 33 of Law 2971/2001: The time limit provisions for filing objections regarding land expropriation compensation apply to road openings resulting from urban planning studies within existing city plans, not limited to national road openings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 216 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 216/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Τους αναιρεσείοντες: 1. Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 2. Β. Σ. του Σ., κατοίκου ... και 3. Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία Σ. Σ. και ΥΙΟΙ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ ΑΕΒΕ, η οποία εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Σωτήριο Χριστοδούλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Αγίου Ιωάννη Ρέντη, που εδρεύει στον οικείο Δήμο και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Ποσάντζη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2008 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πειραιώς.
Εκδόθηκε η απόφαση 810/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-6-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, ανέγνωσε την από 12-9-2012 έκθεσή της , με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1,2,3,6,7,8,9 και 12 του ν.1337/1983 "Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις", (όπως οι διατάξεις αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 5α του ν. 1512/1985 και με το άρθρο 6 παρ. 5 του ν. 2242/1994), για την επέκταση σχεδίων πόλεων, καθώς και οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, όπως και για την ένταξη σε πολεοδομικό σχέδιο και επέκταση οικισμών μεταγενέστερων του 1923, καταρτίζεται και εγκρίνεται, με απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.
γενικό πολεοδομικό σχέδιο, ακολούθως συντάσσεται και εγκρίνεται με π.δ/μα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., πολεοδομική μελέτη και τέλος καταρτίζεται πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, συνοδευόμενη από κτηματολογικό διάγραμμα εφαρμογής και πίνακα εφαρμογής, η οποία κυρώνεται με απόφαση του Νομάρχη και μεταγράφεται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο.
Η έγκριση της πολεοδομικής μελέτης έχει τις συνέπειες της έγκρισης σχεδίου πόλης. Για τη δημιουργία των κοινόχρηστων χώρων που αυτή προβλέπει, καθιερώνεται, σε αρμονία με το άρθρο 24 παρ. 3 του Συντάγματος, εκτός των άλλων, και υποχρέωση εισφοράς σε γη εκ μέρους των ιδιοκτητών. Η εισφορά σε γη πραγματοποιείται με την πράξη εφαρμογής.
Αυτή καθορίζει τα τμήματα που αφαιρούνται από κάθε ιδιοκτησία για εισφορά σε γη. Τα εδαφικά τμήματα που προέρχονται από την εισφορά γης διατίθενται κατά πρώτο για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων μέσα στην ίδια πολεοδομική ενότητα και ακολούθως για την παραχώρηση οικοπέδων σε ιδιοκτήτες της ίδιας πολεοδομικής ενότητας των οποίων τα οικόπεδα ρυμοτομούνται εξ ολοκλήρου ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από εκείνο με το οποίο αυτά βαρύνονται με εισφορά γης.
Μετά την κύρωσή της, με απόφαση του Νομάρχη, η πράξη εφαρμογής, η οποία μεταγράφεται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο, γίνεται οριστική και αμετάκλητη και αποτελεί ταυτόχρονα και πράξη βεβαίωσης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη, όπως και κάθε μεταβολής που επέρχεται με αυτή στα ακίνητα. Ως προς την εισφορά σε γη ορίστηκε ειδικότερα μεταξύ άλλων στο άρθρο 8 παρ.5 του ν. 1337/1983 που ενδιαφέρει εν προκειμένω.
Σε περίπτωση εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτησίας τα ποσοστά εισφοράς γης εφαρμόζονται στο εμβαδόν που αντιστοιχεί στο ιδανικό μερίδιο κάθε συνιδιοκτήτη όπως έχει διαμορφωθεί μέχρι την 10.3.1982. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 ΚΠολΔ, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ...
και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα τακτικά δικαστήρια δικάζοντας ιδιωτική διαφορά, που υπάγεται στη δικαιοδοσία τους, μπορούν να ερευνήσουν το κύρος διοικητικής πράξεως, το οποίο αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της κρινόμενης διαφοράς, παρόλο που δεν έχουν δικαιοδοσία να ακυρώσουν ή ν' αναγνωρίσουν την ακυρότητα της διοικητικής αυτής πράξης εκτός εάν πρόκειται για ουσιαστική κρίση του αρμοδίου οργάνου που εξέδωσε την ελεγχόμενη εκτελεστή πράξη οπότε αυτή δεν υπόκειται κατά το αντίστοιχο μέρος της ουσιαστικής κρίσης ούτε σε παρεμπίπτοντα έλεγχο. 'Ετσι, αν εισαχθεί ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου διαφορά αφορώσα τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων κήρυξης της απαλλοτρίωσης , όπως είναι και η πράξη εφαρμογής της οικείας Πολεοδομικής αρχής, υπάγεται ως διοικητική, στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, τα δε πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν την εξουσία να ακυρώνουν ή να αναγνωρίζουν την ακυρότητα των πράξεων αυτών ή να καθιστούν ανέφικτη την εφαρμογή τους μέσω παρεμπίπτοντος ελέγχου της νομιμότητάς τους.
Εξ' άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 653/1977 όπως έχει συμπληρωθεί και ισχύει, εφ' όσον πρόκειται για τη διάνοιξη εθνικών οδών εκτός σχεδίου πόλεων με πλάτος καταλήξεως μέχρι πενήντα μέτρα, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες της κάθε πλευράς υποχρεώνονται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους είκοσι πέντε μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες απαλλοτριώσεως των ακινήτων που καταλαμβάνονται από τις οδούς αυτές και η επιβάρυνση αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου.
Περαιτέρω, το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου προβλέπει ανάλογες υποχρεώσεις των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη οδών εκτός σχεδίου πόλεων πλάτους μεγαλυτέρου των πενήντα μέτρων. Στη συνέχεια με το άρθρο 62 παρ. 9 του Ν. 947/1979 ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν 653/1977 εφαρμόζονται και για τις νέες χαράξεις, που πραγματοποιούνται προς βελτίωση υφισταμένων οδών ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων αυτών.
Εξάλλου, με το άρθρο 3 παρ. 1 του ίδιου νόμου (ν. 653/1977), που αντικατέστησε το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 5269/1931, ρυθμίζονται οι υποχρεώσεις των παρόδιων ιδιοκτητών στην περίπτωση διανοίξεως ή διαδοχικών ευρύνσεων οδών εντός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων πλάτους μέχρι ή πλέον των τριάντα μέτρων αντίστοιχα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών καθίσταται φανερό ότι, λόγω τεκμαιρόμενης ωφέλειας, έχουν υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες αποζημιώσεως ακινήτων, που απαλλοτριώνονται για τη διάνοιξη οδών, όχι μόνον οι ιδιοκτήτες ακινήτων, που αποκτούν πρόσωπο σε εθνικό οδό εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά και εκείνοι των οποίων τα ακίνητα έχουν πρόσωπο σε υφιστάμενη οδό, εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, προς βελτίωση της οποίας πραγματοποιείται νέα χάραξη ή διαπλάτυνση.
Το τεκμήριο της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, που αρχικά είχε χαρακτηρισθεί ως αμάχητο, ορίζεται ήδη με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2971/2001, το οποίο ισχύει από τις 19.1.2002, ότι είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού.
Ειδικότερα, με την παρ.2 του άνω άρθρου ορίζεται ότι ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως.
Η υποβολή της αιτήσεως δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτριώσεως. Περαιτέρω, στην παρ.3 του ίδιου παραπάνω άρθρου ορίζεται ότι η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της αποφάσεως περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή αποτελούμενη από έναν μηχανικό του αρμόδιου από το σκοπό της απαλλοτριώσεως φορέα ως Πρόεδρο, έναν υπάλληλο της Κτηματικής Υπηρεσίας του νομού στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτής και ένα εμπειρογνώμονα οριζόμενο με αναπληρωτή, σύμφωνα με το άρθρο 372 ΚΠολΔ, με απλή πράξη, της οποίας αντίγραφο αποστέλλεται στον Πρόεδρο της Επιτροπής.
Τα λοιπά μέλη της Επιτροπής και οι αναπληρωτές τους ορίζονται με απόφαση του αρμοδίου για την κήρυξη της απαλλοτριώσεως φορέα. Στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου προβλέπεται το έργο της Επιτροπής και σύμφωνα με αυτή ορίζεται ότι αυτή συγκαλείται από τον Πρόεδρο και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει το αργότερο εντός τριών (3) μηνών στη σύνταξη εκθέσεως σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογώντας πλήρως τους λόγους και συνδέοντάς τους ιδίως με τη δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτριώσεως, τη δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του.
Τέλος στην παρ. 6 ορίζεται ότι η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της Επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτριώσεως αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο, ο Πρόεδρος του οποίου ορίζει δικάσιμο στις προθεσμίες που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη και το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που προσήχθησαν από τους διαδίκους γενικά, εκδίδει στη συνέχεια την απόφαση του.
Από τις διατάξεις αυτές καθίσταται προφανές ότι το αρμόδιο δικαστήριο για να αποφανθεί για την άρση ή μη του τεκμηρίου της ωφέλειας επιλαμβάνεται της σχετικής αιτήσεως, που υποβάλλεται, κατά τα παραπάνω οριζόμενα και ότι η έκθεση της Επιτροπής ως προς την ωφέλεια ή μη του ακινήτου από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση, εκτιμάται μεν ελεύθερα μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, πλην όμως αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για το σχηματισμό της κρίσεως του δικαστηρίου, με αποτέλεσμα η παράλειψη της Επιτροπής να τοποθετηθεί στα ζητήματα, που ορίζει η παράγραφος 4 του άρθρου 33 του Ν 2721/2001, να εμποδίζει το δικαστήριο στο να αποφανθεί για την άρση ή μη του τεκμηρίου της ωφέλειας και την αντίστοιχη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων".
Στην προκείμενη περίπτωση, στην από 23.5.2008 αίτηση ενώπιον του Εφετείου Πειραιά εκθέτουν οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες ότι τυγχάνουν εξ αδιαιρέτου συγκύριοι κατά ποσοστό 42,244%, 44,244% και 11,512% αντίστοιχα, ενός οικοπέδου εμβαδού 9.500 τμ. που βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο 216 του καθ'ού Δήμου Πειραιώς.
Ότι το εν λόγω οικόπεδο είχε πρόσβαση στην οδό Πέτρου Ράλλη με δύο ιδιωτικές οδούς εμβαδού 566 τμ και 420,75 τμ. αντίστοιχα που απέκτησαν αιτία αγοράς από ιδιοκτήτες γειτονικών ιδιοκτησιών. Ότι επί του οικοπέδου αυτού με το .../1961 συμβόλαιο του συμβ/φου Ιωάννου Κούγκουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, συνέστησαν δουλεία διόδου με συνεισφορά και 191,25 τ.μ.
από τους ιδιοκτήτες της 3ης παρόδιας, ιδιοκτησίας Γ. και Π.. 'Ότι στις 22.9.1988 εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη της ενότητας Αγίας Άννας του καθού η αίτηση Δήμου Αγίου Ιωάννη Ρέντη. Ότι με το από 11.2.1991 Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ 74 Δ/1991), εγκρίθηκε νέα πολεοδομική μελέτη, η οποία τελικά κατήργησε την ιδιωτική οδό της απευθείας πρόσβασης προς τη λεωφόρο Πέτρου Ράλλη με άμεση συνέπεια το κτίριο των γραφείων τους να στερηθεί της φυσικής τους προσόψεως επί της οδού Πέτρου Ράλλη, το δε οικόπεδό τους να καταστεί εσωτερικό.
Ότι στις 20.2.2006 εκδόθηκε η με αρ. πρωτ. Π968/Β/120/20.2.2006 απόφαση του Νομάρχη Πειραιά περί κύρωσης της Μ17/2004 Μεμονωμένης Πράξης Εφαρμογής στην περιοχή Ελαιώνα του Δήμου Αγίου Ιωάννη Ρέντη Αττικής στην έκταση που περικλείεται από τη λεωφόρου Πέτρου Ράλλη, το ρυμοτομικό σχέδιο του Ο.Ε.Κ., την οδό Αγίας Άννας, το ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής Αγίας Άννας και την οδό Καζαντζάκη.
Ότι με την υπ' αρ. 5918/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε επί της από 26.11.2007 αιτήσεως του καθ' ού και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου ορίστηκε τιμή μονάδας μετατροπής της εισφοράς σε γη 400 ευρώ ανά τμ., ενώ δεν έχει εκδοθεί απόφαση επί της από 11.2.2008 αιτήσεώς του για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας.
Ότι λόγω της πολεοδόμησης το οικόπεδό τους αυτό α) δεν έχει πρόσβαση στο δρόμο από δύο πλευρές και δεν μπορεί να αξιοποιηθεί σωστά με οικοδόμηση, β) η πρόσοψή του επί της οδού Καζαντζάκη εκτείνεται επί πλευράς 25 περίπου μέτρων και όχι επί όλης της πλευράς του των 125 μέτρων προς τον Κηφισσό, και γ) έχει ακανόνιστο σχήμα σε τρεις πλευρές, γεγονός που δυσχεραίνει τη διανομή του από τους συνιδιοκτήτες.
Ότι η συνδρομή όλων των παραπάνω μειονεκτημάτων εξουδετέρωσε το όφελος του οικοπέδου τους από την ένταξή του στο σχέδιο πόλεως, δεδομένου ότι είναι ήδη δομημένο με 6.300 τμ. σαν βιομηχανοστάσιο, ενώ η βαρύνουσα αυτούς υποχρέωση από τη μετατροπή σε χρηματική της οφειλόμενης εισφοράς σε γη ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 867.000 ευρώ.
Ζήτησαν δε να αναγνωριστεί α. ότι η ζημιά τους από την πολεοδόμηση είναι ίσης αξίας προς την υποχρέωσή τους καταβολής εισφοράς σε γη, και επικουρικά όσης αξίας καθορίσει το Δικαστήριο, άλλως β. ότι η προβλεπόμενη από το νόμο υποχρέωσή τους εισφοράς σε γη, δεν οφείλεται καθόσον η πολεοδόμηση δεν προσδίδει ουδεμία ωφέλεια στο οικόπεδό τους ή επικουρικά, προσδίδει ελάχιστη ωφέλεια.
Με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος η πλημμέλεια αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αίτηση λόγω της μη υποβολής της εμπρόθεσμα εντός της κατά το άρθρο 33 του ν.2971/2001 προβλεπόμενης δίμηνης προθεσμίας, διότι οι διατάξεις αυτού είναι εφαρμοστέες μόνο επί διανοίξεως και διαπλατύνσεως εθνικών οδών, περίπτωση, που δεν καλύπτει την κρινόμενη, ούτε και κατ' αναλογική εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, διότι με αυτές εισάγεται περιοριστικός όρος του ατομικού περιουσιακού δικαιώματος της εμπράγματης ιδιοκτησίας και παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. Ο λόγος αυτός, είναι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγούμενη σκέψη απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η εν λόγω διάταξη εφαρμογής τυγχάνει και στην προκείμενη περίπτωση διάνοιξης οδού κατ' εφαρμογή πολεοδομικής μελέτης σε ακίνητο που έχει πρόσωπο σε υφιστάμενη οδό εντός σχεδίου πόλεως, όπως το απαλλοτριωθέν ως άνω.
Περαιτέρω, με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το έτερο αυτού σκέλος προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αληθώς η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 11 παρ.1 του ν. 3212/2003, που τροποποίησε το άρθρο 12 παρ.7 του ν.1337/1983 (δυνάμει του οποίου η Διοίκηση επιτρέπεται να ανακαλεί εν όλω ή εν μέρει την πράξη εφαρμογής για λόγους νομιμότητας ή για πλάνη περί τα πράγματα), έκρινε την ένδικη αίτηση απορριπτέα κατά το υπό στοιχείο α αίτημά της με την αιτιολογία, ότι δεν χωρεί ανάκληση ή ανασύνταξη της πολεοδομικής πράξης εφαρμογής. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος , διότι όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), το Εφετείο , απέρριψε την ένδικη αίτηση κατά το υπό στοιχείο α αίτημά της με την πρόσθετη της ως άνω αιτιολογία ότι η επίμαχη πράξη πολεοδομικής εφαρμογής, ως πράξη διοικητική, (το κύριος της οποίας πλήττει με αίτημα αυτό η ένδικη αίτηση αναιρέσεως) έχει το τεκμήριο νομιμότητας, την ύπαρξη της οποίας, τα πολιτικά δικαστήρια κατά τα άρθρα 1 και 2 ΚΠολΔ, εξετάζουν παρεμπιπτόντως ήτοι κατ' εκτίμηση για έλλειψη δικαιοδοσίας προς έρευνά του.
Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα πρέπει να απορριφθεί η από 23.6.2011 αίτηση αναιρέσεως της 810/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιά και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.6.2011 αίτηση αναιρέσεως της 810/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιά. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ