Supreme Court dismisses appeal against eviction, upholding lower court's finding of lack of possession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by four tenants against the Athens Court of Appeal's decision to evict them from disputed properties. The tenants argued they had acquired ownership through long-term possession, but the appellate court found their claims contradicted aerial photographs and expert reports showing the land was uncultivated. The Court ruled that the lower court correctly evaluated all evidence and dismissed the appeal as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 340 of the Code of Civil Procedure; Articles 1041, 1045 of the Civil Code: The appellate court's evaluation of evidence regarding possession is binding unless clearly erroneous; the Supreme Court will not re-examine facts unless the lower court's reasoning is contradictory or lacks legal basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 216 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 216/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4, κατοίκου ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κέμο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3 και 4. Ψ4, κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Δραμπέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-1998 αγωγή του Χ1 (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος), και με την από 28-12-1998 αγωγή των ήδη 2ης, 3ης και 4ου αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 5004/2004 προδικαστική, 7483/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-2-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μητσιάλης ανέγνωσε την από 15-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα (Ολ ΑΠ 42/2002).
Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του, ότι οι ενάγοντες δεν απέκτησαν κυριότητα επί των επιδίκων ακινήτων ούτε παραγώγως ούτε πρωτοτύπως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, "και τα νομίμως προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα".
Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε προς συναγωγή του απορριπτικού της ένδικης αγωγής πορίσματός του, και τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο της αναίρεσης έγγραφα, ήτοι: α) το υπ' αρ. ...... συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων της συμ/φου Κορωπίου Ιουλίας Σκούρτη - Στραπατάκη με το συνοδεύον αυτό τοπογραφικό διάγραμμα του Α, Πολ.
μηχανικού, β) τις αεροφωτογραφίες των ετών 1962, 1973, 1981, 1989, 1994, 1996, 1998 και 2001, γ) τις υπ' αρ. ...... δημόσια διαθήκη, ......, ......, ..... και ...... δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας, για τις οποίες μάλιστα κάνει και ειδική μνεία στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και δ) τις υπ' αρ. ......-...... αποδείξεις δηλώσεων ιδιοκτησίας προς την Κοινότητα ...... .
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία είναι αβάσιμος.
ΙΙ. 'Ελλειψη αιτιολογίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της διάταξης ουσιαστικού νόμου που εφαρμόστηκε και όχι όταν υπάρχουν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, το από τις οποίες όμως πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών πρέπει στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 20/2005).
Με το δεύτερο λόγο (κατά ένα μέρος του) της κρινόμενης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο στήριξε τη δικανική του πεποίθηση αναφορικά με την κυρία βάση της αγωγής (παράγωγος τρόπος κτήσης κυριότητας), κατά το μέγιστο μέρος της, στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Β και Γ, ενώ δεν έλαβε υπόψη τις τεχνικές εκθέσεις των τεχνικών τους συμβούλων Δ και Ε, τις αναφερόμενες πιο πάνω (υπό Ι) συμβολαιογραφικές πράξεις και τους κτητικούς τίτλους που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο, και ότι, για το λόγο αυτό, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης περιστατικά οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο για ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, γεγονός όμως που, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν ιδρύει τον από το παραπάνω άρθρο προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης. Επομένως ο λόγος αυτός (κατά το ως άνω μέρος του) είναι απαράδεκτος.
Επίσης με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης τους (δεύτερο) οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, χωρίς όμως να εκθέτουν σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και ειδικότερα ποιές αιτιολογίες αντιφάσκουν μεταξύ τους. Επομένως, κατά το μέρος αυτό, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1041 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μία τριετία και ακίνητο για μία δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία).
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι, μεταξύ άλλων, προϋπόθεση για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τακτική και έκτακτη χρησικτησία αποτελεί η με διάνοια κυρίου νομή του ακινήτου επί δεκαετία και εικοσαετία αντίστοιχα. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης.
Ως ζητήματα δε που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε, τα εξής ουσιώδη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικά με τη βάση των αγωγών των αναιρεσειόντων, οι οποίες στηρίζονται σε τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία : "Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι επί των επιδίκων οι ενάγοντες ή οι αντίστοιχοι ως άνω δικαιοπάροχοί τους και αυτού του απώτερου κοινού δικαιοπαρόχου τους Ω συμπεριλαμβανομένου, άσκησαν τουλάχιστον μέχρις του έτος 1998 οποιεσδήποτε εμφανείς πράξεις νομής και διακατοχής με διάνοια κυρίου.
Οι περί του αντιθέτου καταθέσεις τόσο του μάρτυρα αποδείξεως στο ακροατήριο, όσο και των ενόρκως με επιμέλεια των εναγόντων βεβαιωσάντων δεν αρκούν από μόνες τους για το σχηματισμό σχετική δικανικής πεποίθησης, δοθέντος και του ότι ειδικώς ως προς το σκέλος τους περί καλλιέργειας (από μέρους των ίδιων εναγόντων) των επιδίκων με δημητριακά (σιτάρι και κριθάρι) από του έτους 1978 και εντεύθεν έρχονται σε πλήρη και ευθεία αντίθεση με τις ληφθείσες κατά το 1984 και 1994 αεροφωτογραφίες του ΥΠΕΧΩΔΕ, όπου αυτά (επίδικα) απεικονίζονται ως μη καλλιεργήσιμος χώρος, χέρσος με θάμνους και μάλιστα μη οριοθετημένος (βλ.
από 17.10.2002 έκθεση φωτοερμηνείας της πολ. μηχανικού ΣΤ, από Οκτωβρίου 2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού πραγματογνώμονα Ζ (σελ. 35), αλλά και από 26.1.1991 έκθεση και φωτοερμηνεία του εντολοδόχου των εναγόντων αρχιτ. μηχανικού Η (σελ. 4, παρ. 2β). Επομένως και η ερειδόμενη στην με πρωτότυπο τρόπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία) κτήση κυριότητας βάση των αγωγών ήταν επίσης απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ως άνω ένδικες αγωγές και κατά την προαναφερθείσα βάση τους και έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί τις αγωγές. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη ύπαρξης νομής των εναγόντων επί των επιδίκων ακινήτων, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής ή όχι των όρων των διατάξεων των άρθρων 1041 και 1045 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχαν, σύμφωνα με τις παραδοχές του, οι όροι αυτών, ήτοι η ύπαρξη νομής των αναιρεσειόντων επί των επιδίκων ακινήτων κατά τα επικαλούμενα απ' αυτούς χρονικά διαστήματα.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω έλλειψης αιτιολογιών, άλλως λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη ύπαρξης νομής των αναιρεσειόντων επί των επιδίκων ακινήτων κατά τα επικαλούμενα απ' αυτούς χρονικά διαστήματα, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-2-2007 αίτηση, για αναίρεση της 7483/2006 απόφασης του Εφετείο Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις . Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ