216/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 216 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 216/2008
Legislator headnote
AI generated216/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 216 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 216/2008
Full text
Απόφαση 216 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 216/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσειόντος: Δήμου Εχεδώρου Ν. Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στη Σίνδο Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο του ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπελούρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "BP HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας Πετρελαιοειδών ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής (προηγουμένη επωνυμία "ΒΡ ΣΟΥΠΕΡΓΚΑΖ, Ανώνυμη Εμπορική Εταιρεία ΑΕ" και προηγούμενη έδρα Χαλάνδρι Αττικής) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Φιλιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17103/1994 προδικαστική, 13290/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 847/1999, 379/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο ο αναιρεσείων με την από 17-11-2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 16-11-2007 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή να αναφέρεται ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και να εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τί υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τί συνίσταται η αντίφαση, από ποιά αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τί συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιό, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ. ΑΠ 27/1998 και 32/1996). Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί την ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος της αρχικής ενάγουσας, στη θέση της οποίας υπεισήλθε ο καθολικός της διάδοχος και ήδη αναιρεσείων ως ουσιαστικά βάσιμη και να απορρίψει την ένδικη διεκδικητική αγωγή και κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει την ίδια κρίση, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής της καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί σε τί συνίσταται το διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, που οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Εξάλλου, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι αν χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (Ολ. ΑΠ 8, 10, 11/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία της διάταξης αυτής και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στην τελευταία, με το να δεχθεί, ότι, ενώ η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη έχει στην κυριότητά της κτίρια, εμβαδού 8.644 τετρ. μέτρων, η μετά την ευδοκίμηση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής της αρχικής ενάγουσας, στη θέση της οποίας υπεισήλθε ο καθολικός της διάδοχος και ήδη αναιρεσείων, καθαίρεση τμημάτων του κτιρίου που εμπίπτουν στο τμήμα του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 161,48 τετρ. μέτρων, το οποίο καταλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη, θα οδηγήσει, αφενός μεν, στην παύση της λειτουργίας της, μολονότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γνωστό ότι οι δραστηριότητες της αναιρεσίβλητης θα μπορούσαν να συμπτυχθούν στο υπόλοιπο κτίριο ή να μεταφερθούν σε άλλο κτίριο, αφετέρου δε, σε αδυναμία άσκησης της παραγωγικής της δραστηριότητας λόγω έλλειψης χώρου για την οικοδόμηση νέων γραφείων σε αντικατάσταση αυτών που θα καθαιρεθούν, τα οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα μπορούσαν να οικοδομηθούν σε άλλο χώρο του γηπέδου της αναιρεσίβλητης, εμβαδού 8.644 τετρ. μέτρων ή διαφορετικά θα μπορούσαν να οικοδομηθούν ως προσθήκη στο ισόγειο κτίριο των γραφείων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατά μεν το πρώτο μέρος του, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία και συντελέστηκε η φερόμενη ως παραβίαση του νόμου και δεν προσδιορίζεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν η παραβίαση του συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, κατά δε το δεύτερο μέρος του, γιατί η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων ώστε να είναι ανέλεγκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-11-2004 αίτηση για αναίρεση της 379/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ