2169/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη Εισηγήτρια και Μαρία Βασδέκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2169/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ούτε άλλωστε απαιτείται ο καθ' όρια προσδιορισμός της εκεχερσωθείσας έκτασης, εφόσον δεν ανακύπτει ζήτημα ταυτότητας της δασικής έκτασης (ΑΠ 18/2014).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2169 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2169/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη Εισηγήτρια και Μαρία Βασδέκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Δασούλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κοσμά, για αναίρεση της υπ'αριθ.401/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ. 10472/21.9.2018 αίτησή - δήλωσή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1220/18.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση υπ' αριθμ. πρωτ. 10472/21.9.2018 αίτηση - δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 401/22.5.2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για την άδικη πράξη της εκχέρσωσης δασικής έκτασης που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, ανασταλείσα επί τριετία και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1 και 2 του Κ.Ποιν.Δ.). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 70 παρ.1 του Ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων της χώρας", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.1 του ν. 2081/1995 ορίζεται ότι "όποιος εκχερσώνει, υλοτομεί, αποψιλωτικά ή καλλιεργεί έκταση δημόσια ή ιδιωτική που κηρύχθηκε αναδασωτέα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 500.000 δραχμών για κάθε 100 τετραγωνικά μέτρα που καταστρέφονται.
Ειδικά η χρηματική ποινή για καταστροφή πέραν του ενός στρέμματος αναδασωτέας εκτάσεως αυξάνεται σε ένα εκατομμύριο (1.000.000) για κάθε επιπλέον 100 τετραγωνικά μέτρα αναδασωτέας εκτάσεως που καταστρέφονται...". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38 παρ.1 του ίδιου νόμου "κηρύσσονται υποχρεωτικώς ως αναδασωτέα τα δάση και οι δασικές εκτάσεις ανεξαρτήτως της ειδικότερης κατηγορίας αυτών ή της θέσεως στην οποία βρίσκονται εφόσον ταύτα καταστρέφονται ή αποψιλούνται συνεπεία πυρκαϊάς ή παρανόμου υλοτομίας", κατά δε το άρθρο 41 παρ. 1 ορίζεται ότι "η κήρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων ενεργείται δι' αποφάσεως του οικείου Νομάρχη καθοριζούσης σαφώς τα όρια της εκτάσεως η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδευομένης υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος το οποίον δημοσιεύεται εν φωτοσμικρύνσει μετά της αποφάσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως" (ΑΠ 1731/2016, ΑΠ 18/2014).
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 8/2017).
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι ορισμένα μόνον κατ' επιλογήν. Αρκεί δε ο κατ' είδος προσδιορισμός τους γενικώς, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να αναφέρεται από ποιό συγκεκριμένο στοιχείο προέκυψε κάθε παραδοχή, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 74/2016).
Για την πληρότητα της αιτιολογίας σχετικά με το έγκλημα της παράβασης του άρθρου 70 παρ.1 του ανωτέρω Ν. 998/1979, δεν απαιτείται να αναφέρεται στην απόφαση βάσει ποιάς πράξης ή απόφασης της διοίκησης, η έκταση αυτή επί της οποίας ο κατηγορούμενος προέβη στις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις έχει χαρακτηρισθεί ως δασική, γιατί οποιαδήποτε έκταση της Ελληνικής Επικράτειας, δημόσια ή ιδιωτική που καλύπτεται από αραιά η πενιχρή βλάστηση οποιασδήποτε διάπλασης και ειδικότερα από δασικά είδη αείφυλλων, πλατύφυλλων (κουμαριές, σχοίνους, ρείκια κλπ) χαρακτηρίζεται ως δασική από το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 998/1972.
Ούτε άλλωστε απαιτείται ο καθ' όρια προσδιορισμός της εκεχερσωθείσας έκτασης, εφόσον δεν ανακύπτει ζήτημα ταυτότητας της δασικής έκτασης (ΑΠ 18/2014).
Επίσης, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟΛ ΑΠ 2/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος αποδείχθηκαν τα εξής: "Η κατηγορουμένη Σ.
Δ. στη θέση "..." της περιφέρειας ..., εντός του χρονικού διαστήματος από τον Ιανουάριο (1ο ) έως τον Φεβρουάριο (2ο) του έτους 2011, εκχέρσωσε εκ προθέσεων δημόσια έκταση που κηρύχθηκε αναδασωτέα. Συγκεκριμένα, με γνώση τη θέληση παραγωγής των παρακάτω περιστατικών η κατηγορουμένη προέβη στην εκχέρσωση δασικής έκτασης εμβαδού 90 τ.μ.
η οποία έχει κηρυχθεί αναδασωτέα με την υπ' αριθμ. 585/8.4.1986 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας (ΦΕΚ 378/τεύχος Δ/224.1986) και στη συνέχεια κατασκεύασε κτίσμα αποτελούμενο από ισόγειο και ημιυπόγειο, προξενώντας στο Δημόσιο ζημία ύψους πεντακοσίων (500) ευρώ. Για την παραπάνω έκταση υπήρχε παραχωρητήριο το οποίο όμως είχε ανακληθεί πριν την τέλεση της πράξης.
Την τέλεση της ως άνω αξιοποίνου πράξεως από την εκκαλούσα - κατηγορουμένη και το χρόνο τελέσεως τα βεβαίωσε με σαφήνεια ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας κατηγορίας και προκύπτουν άλλωστε και από όλα ανεξαιρέτως τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Τον χρόνο τελέσεως του έχει ομολογήσει και η ίδια η κατηγορουμένη στην απολογία της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Είναι δε χαρακτηριστικό ότι κατά την παρούσα δευτεροβάθμια ποινική δίκη, η εκκαλούσα κατηγορουμένη δεν πρότεινε και δεν εξέτασε μάρτυρα υπεράσπισης όπως έπραξε πρωτοδίκως και δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως για να απολογηθεί, όπως επίσης έπραξε πρωτοδίκως. Να σημειωθεί ότι η περιοχή γειτνιάζει προς την ιδιαίτερα ευάλωτη σε πυρκαγιές ...".
Ακολούθως το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη του ότι: "Στη θέση "..." της περιοχής ... εντός του χρονικού διαστήματος από τον 1ο έως τον 2ο του 2011 εκχέρσωσε δημόσια έκταση που κηρύχθηκε αναδασωτέα. Συγκεκριμένα προέβη στην εκχέρσωση δασικής έκτασης εμβαδού 90 τ.μ. η οποία έχει κηρυχθεί αναδασωτέα με την υπ' αριθμ. 585/8.4.1986 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας (ΦΕΚ 378/τεύχος Δ/22.4.1986) και στη συνέχεια κατασκεύασε κτίσμα αποτελούμενο από ισόγειο και ημιυπόγειο, προξενώντας στο Δημόσιο ζημία ύψους πεντακοσίων (500) ευρώ".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της εκχέρσωσης δασικής έκτασης που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα για την οποία καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς για την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 ΠΚ και άρθρο 70 παρ. 1 του Ν. 998/1978 όπως αντικ.
με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν.2081/1992 τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αιτιολογείται η καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα προέβη στην εκχέρσωση έκτασης 90 τ.μ., ότι η έκταση αυτή είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την αναφερόμενη απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας, εκτίθεται δε σε αυτήν η απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας που αφορά την κήρυξη ως αναδασωτέας, έκτασης 293 στρεμμάτων με το συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα που αποτελεί, όπως αναφέρεται σ' αυτήν, αναπόσπαστο μέρος της απόφασης και στο οποίο προσδιορίζονται τα όρια αυτής και ο αριθμός του ΦΕΚ στο οποίο έχει δημοσιευθεί, στοιχεία που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα.
Για την υποκειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος δεν απαιτείται ειδικότερα αιτιολόγηση του δόλου, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής και πραγμάτωση των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόστασή του και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του. Οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες.
Ειδικότερα: α) η αιτίαση ότι εκτός από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα από τα οποία προκύπτει ότι δεν είναι ιδιοκτήτρια του επιδίκου ακινήτου, στερείται βασιμότητας, διότι από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι τα έγγραφα που προσκόμισε η ίδια και αναγνώσθηκαν στον πρώτο και δεύτερο βαθμό αφορούν δασική έκταση ενός στρέμματος την οποία φέρεται ότι εκχέρσωσε η μητέρα της, Ε.
Δ. κατά το έτος 1990 και στην οποία ανήγειρε κτίσμα 120 τ.μ. κατά τα έτη 1988 - 1993, ενώ η ίδια κηρύχθηκε ένοχη για εκχέρσωση κατά τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του έτους 2011 αναδασωτέας δασικής έκτασης εμβαδού 90 τ.μ. και κατασκευή εντός αυτής κτίσματος από υπόγειο και ισόγειο και β) η αιτίαση ότι αντιφατικά το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πως έλαβε χώρα εκχέρσωση επιφάνειας 90 τ.μ.
της κηρυχθείσας αναδασωτέας δασικής έκτασης σε σχέση με την παραδοχή της ότι ανήγειρε εντός αυτής κτίσμα, αποτελούμενο από ημιυπόγειο και ισόγειο και ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η έκσταση που δήθεν εκχέρσωσε είναι 90 τ.μ., μάλιστα δε η υπ' αριθμ. 585/8.4.1986 (ΦΕΚ 378/τεύχος Δ/22.4.1986) απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας για την κήρυξη της αναδάσωσης δεν κάνει λόγο για 90 τ.μ., αλλά αφορά πολύ μεγαλύτερη έκταση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Τούτο διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει με σαφήνεια ότι η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για εκχέρσωση δασικής έκτασης εμβαδού 90 τ.μ. η οποία αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την προαναφερόμενη απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας. Για την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα στην έκταση που εκχέρσωσε κατασκεύασε κτίσμα, πράξη που αποτελεί άλλο αυτοτελές έγκλημα, αυτή στερείται εννόμου συμφέροντος προβολής, καθόσον δεν κηρύχθηκε ένοχη και για το έγκλημα αυτό.
Εξάλλου, όπως στη νομική σκέψη εκτέθηκε, δεν απαιτείται ο προσδιορισμός των ορίων της εκχερσωθείσας έκτασης αφού δεν ανακύπτει ζήτημα ταυτότητας της ανωτέρω δασικής έκτασης. Οι λοιπές αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτες, γιατί με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει για τον σχηματισμό της κρίσης του ως προς την ενοχή ή την επιβλητέα ποινή, έγγραφα που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Α' του Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του Κ.Ποιν.Δ. επειδή παραβιάζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Εξάλλου η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε δεν επιφέρει την προαναφερόμενη απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν πρόκειται για αποδεικτικό έγγραφο που το περιεχόμενο του κατά την απόφαση έχει προκύψει από άλλο αποδεικτικό μέσο ή αναφέρεται στην απόφαση μόνο ιστορικά ή διηγηματικά και όχι για τη θεμελίωση της ενοχής ή την επιμέτρηση της ποινής, ή πρόκειται για έγγραφο διαδικαστικό ή αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ήτο υλικό αντικείμενο του εγκλήματος (ΑΠ 1145/2017).
Επίσης ακυρότητα δεν επέρχεται με τη λήψη υπόψη και συνεκτίμησή τους από το δικαστήριο εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, τα επικαλέσθηκε όμως και τα προσκόμισε ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του και κατά συνέπεια γνώριζε το περιεχόμενο αυτών και μπορούσε να ασκήσει τα από το άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δ.
απορρέονται δικαιώματά του(ΑΠ 477/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική για την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα κρίση του και στο υπ' αριθμ. 378/τεύχος Δ/22.4.1986 φύλλο ΦΕΚ στο οποίο δημοσιεύθηκε η υπ'αριθμ. 586/1986 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας μετά της συνημμένης σ' αυτό, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, υπ'αριθμ. 2165/04/2005 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου περί ανάκλησης του υπ' αριθμ. 164221/1959 παραχωρητηρίου ρητινευομένου δάσους του Υπουργείου Γεωργίας στο όνομα Σ. Σ. και της τροποποίησής του στο όνομα Ι. Κ.. Εξάλλου, η ύπαρξη παραχωρητηρίου για την αναδασωτέα έκταση και η ανάκληση αυτού δεν συνδέεται με τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα. Επομένως το Τριμελές Εφετείο παραδεκτώς έλαβε υπόψη του μαζί με το ανωτέρω υπ' αριθμ. 378/τεύχος Δ/22.4.1986 φύλλο ΦΕΚ και τη συνημμένη σ' αυτό ως άνω απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου και συνακόλουθα ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τη λήψη υπόψη του ως άνω εγγράφου χωρίς να αναγνωσθεί, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης εκτίνεται όχι μόνος στην κρίση για την ενοχή, αλλά και την κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως.
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του (άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ.) και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής.
Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού όπως είναι και ο ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικής περίστασης, πους σε περίπτωση αναγνώρισής της επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 83 του αυτού Κώδικα, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί σε διαφορετική περίπτωση ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτώς και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή του, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία για να τον απορρίψει, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό (ΑΠ 761/2016).
Ως ελαφρυντική περίσταση, θεωρείται μεταξύ άλλων η προβλεπόμενη από την παρ. 2 στοιχ. β' του άρθρου 84 ΠΚ, ήτοι ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, η συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας ζήτησε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπό της (κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας) η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β' του ΠΚ, χωρίς να επικαλεσθεί παντάπασιν πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη θεμελίωσή της.
Το δικάσαν δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό - αιτηθείσα ελαφρυντική περίσταση με την ακόλουθη αιτιολογία: "Περαιτέρω η εκκαλούσα - κατηγορουμένη δεν τέλεσε την προπεριγραφομένη επίδικη αξιόποινη πράξη της από μη ταπεινά αίτια, ούτε από μεγάλη ένδεια γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα και ο ισχυρισμός της για παραδοχή στο πρόσωπό της της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ.
β' του ΠΚ". Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός έτσι που προβλήθηκε, με μόνη την επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ανωτέρω ελαφρυντική περίσταση, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών που να την θεμελιώνουν, ήταν, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες σκέψεις, αόριστος. Επομένως το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του ως άνω αόριστου ισχυρισμού, απορριπτομένου μετά ταύτα του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ' του Κ.Ποιν.Δ. έκτου λόγου αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψή του.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ.1 και 510 του Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης, πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται.
Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένα τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του Κ.Ποιν.Δ. λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 του Κ.Ποιν.Δ.). Σαφείς δε και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 474 παρ.2 του Κ.Ποιν.Δ.
υπάρχουν όταν στην έκθεση εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι πλημμέλειες στις οποίες υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω ανύπαρκτοι, ασαφείς και αόριστοι λόγοι, μη δεκτικοί δικαστικής εκτίμησης δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους άσκησης ενδίκου μέσου.
Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Απλή δε παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αρκεί (ΑΠ 1113/2016, ΑΠ 311/2016).
Από την ως άνω αξίωση του νόμου να είναι σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που συνέβη στο ακροατήριο. Ενόψει τούτων, για το ορισμένο του ως άνω λόγου, πρέπει να προσδιορίζεται από ποιά αιτία χώρησε η απόλυτη ακυρότητα και συγκεκριμένα αν αυτή αφορά την τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν, εκτός των άλλων περιπτώσεων, την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου καθώς και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (άρθρο 171 παρ. 1δ του Κ.Ποιν.Δ.), οπότε πρέπει να προσδιορίζεται ειδικώς σε τί συνίσταται η παράβαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και ποια διάταξη παραβιάσθηκε η οποία διέπει αυτά (ΑΠ 910/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο για το λόγο ότι (κατά πιστή μεταφορά) "Η Εισαγγελέας της έδρας πρότεινε την απόρριψη της αναγνώρισης του αιτουμένου από εμένα ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2β' του ΠΚ αμέσως μετά την αγόρευση της πληρεξουσίας δικηγόρου μου και πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το δικαστήριο και εν συνεχεία όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο απέρριψε με την απόφασή του αρχικώς την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ.
β' του ΠΚ και κυρίως ΠΡΙΝ την έκδοση της καταδικαστικής αποφάσεώς του. Αποτέλεσμα της ενέργειας αυτής είναι να έχει υποπέσει η προσβαλλόμενη απόφαση σε απόλυτη ακυρότητα και θα πρέπει εξ αυτού του λόγου να αναιρεθεί". Με το περιεχόμενο αυτό ο παραπάνω πέμπτος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει σε τί συνίσταται ακριβώς η παραβίαση των δικαιωμάτων του και ποιά συγκεκριμένη διάταξη δεν τηρήθηκε που τα προβλέπει, ενόψει του ότι η απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2β' του ΠΚ για το οποίο μάλιστα το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, πριν την έκδοση της απόφασης επί της ενοχής, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμ. πρωτ. 10472/21.9.2018 αίτηση - δήλωση της Σ. Δ. του Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 401/22.5.2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ