Legislator Case Law & Legislation
2169/2007 AI generated

2169/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2169/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 742/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/5/2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

2169/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι προαγωγές από το βαθμό του τμηματάρχη Α και άνω γίνονται μόνο κατ' εκλογή, μία φορά το χρόνο και ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου του ίδιου έτους και ανακοινώνονται, όταν αποφασισθούν, στο προσωπικό με εγκύκλιο του Γενικού Διευθυντή, προκειμένου οι μη προαχθέντες να προσφύγουν εντός δέκα ημερών από της ανακοινώσεως των προαγωγών στο συμβούλιο παραπόνων.

Keywords

AI generated
microprudential tasks financial crisis monetary policy instruments central bank credit policy treasury bill
AI generated
1170/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
1041/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/1/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 999/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1089/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/4/2004 αίτησή της.
119/2007
O ....., προσελήφθη στην αναιρεσίβλητη την 1-8-64, είναι πτυχιούχος της Σχολής Επιμόρφωσης και έχει παρακολουθήσει 4 σεμινάρια (ειδικώς αναφερόμενα στην απόφαση). Καθόλη την υπηρεσιακή του πορεία χαρακτηριζόταν "εξαίρετος". Τοποθετήθηκε στις 2-5-72 Προϊστάμενος Τμήματος Εισαγωγών στο Κατάστημα Μενιδίου με δικαίωμα Β' υπογραφής και στις 14-5-75 στο ίδιο Κατάστημα Διευθυντής.
71/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
129/2011
Το Εφετείο, δεν παραβίασε, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο ζήτημα της μη κατάδηλης υπεροχής του αναιρεσείοντος έναντι των προαχθέντων συναδέλφων του, για την προαγωγή του στο βαθμό του διευθυντή. Περαιτέρω, απορρίπτοντας ως νομικά αβάσιμο το παρεπόμενο αγωγικό αίτημα για την αναγνώριση της οφειλής τόκων επιδικίας, διότι η ένδικη αγωγή ήταν απλώς αναγνωριστική, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθων 340, 346 του ΑΚ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2169 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2169/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πολυχρονιάδη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάνο Σαραντόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 742/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/5/2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 12/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται όταν, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου που καταφανώς υπερείχε κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι άλλου συναδέλφου του.

του οποίου καταχρηστικώς προκρίθηκε η προαγωγή. Εξάλλου στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ. Στις περιπτώσεις δηλαδή αυτές η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής των προς προαγωγή όρων και δη της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου των συμβατικώς προβλεπόμενων στον κανονισμό ή οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων προς προαγωγή.

Αν επομένως ο εργοδότης ή τα όργανα του, που ορίζονται στον κανονισμό ή οργανισμό, παρέλειψαν, αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί. Είναι δε αντίθετη προς την καλή πίστη ή παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός προκριθέντος συναδέλφου του και κατάφωρος άδικη όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής αποδόσεως και συμπεριφοράς του υπαλλήλου.

Εκ τούτων καθίσταται φανερό ότι, είτε εφαρμοστεί το άρθρο 281 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού προσωπικού με ισχύ νόμου), είτε εφαρμοστεί το άρθρο 207 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ), ο έλεγχος της παράλειψης προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα με το κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, έναντι προαχθέντος συναδέλφου του (Ολ.

ΑΠ 32/2002). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 30, 31 και 32 του Οργανισμού Προσωπικού της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ , ο οποίος καταρτίστηκε με την από 3-9-1975 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, που δημοσιεύθηκε με την 41073/5572/1975 [ΦΕΚ Β 1048/ 24-9-1975] απόφαση του Υπουργού Εργασίας και έχει συμβατική ισχύ, οι προαγωγές των υπαλλήλων της τράπεζας αυτής από το βαθμό του τμηματάρχη Α και άνω γίνονται από το Διοικητικό της Συμβούλιο, ύστερα από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή και εφόσον:

α) υπάρχει, αν πρόκειται για προαγωγή σε οργανική θέση, κενή θέση, β) ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τρία έτη υπηρεσίας στοβαθμό του υποδιευθυντή Β, αν πρόκειται για προαγωγή στο βαθμό του υποδιευθυντή Α, και επίσης τρία έτη υπηρεσίας στο βαθμό του υποδιευθυντή Α, αν πρόκειται για προαγωγή στο βαθμό του διευθυντή, γ) ο κρινόμενος για προαγωγή έχει τα προσόντα για την ανώτερη θέση και γενικά έχει επιδείξει στην άσκηση της υπηρεσίας του ικανοποιητική επίδοση, ήθος, ικανότητα και φιλεργία.

Οι προαγωγές από το βαθμό του τμηματάρχη Α και άνω γίνονται μόνο κατ' εκλογή, μία φορά το χρόνο και ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου του ίδιου έτους και ανακοινώνονται, όταν αποφασισθούν, στο προσωπικό με εγκύκλιο του Γενικού Διευθυντή, προκειμένου οι μη προαχθέντες να προσφύγουν εντός δέκα ημερών από της ανακοινώσεως των προαγωγών στο συμβούλιο παραπόνων.

Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων προσελήφθη από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις 28-4-1965, ως υπάλληλος του λογιστικού κλάδου με το βαθμό του δόκιμου λογιστή. Μετά από διαδοχικές προαγωγές προήχθη κατ' εκλογήν στον βαθμό του υποδιευθυντή Β την 1-1-1989.

Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και του Β κύκλου σπουδών της σχολής επιμορφώσεως διετούς φοιτήσεως της εναγόμενης Τράπεζας. Γνωρίζει επαρκώς την αγγλική γλώσσα, όπως και στα φύλλα ποιότητας που συντάσσει η αναιρεσίβλητη αναφέρεται, χωρίς όμως να προσκομίζεται κάποιος τίτλος σπουδών. Έχει παρακολουθήσει τα παρακάτω σεμινάρια 1) επιμορφώσεως προσωπικού το έτος 1972-1973 και 1975, 2) στελεχών στο μάνατζμεντ και τραπεζικό μάρκετινγκ 1987, 3) επιμορφώσεως στελεχών στον πιστοδοτικό τομέα το έτος 1992 και το 1994, 4) επιμορφώσεως στελεχών στις χρηματοδοτήσεις το 1994, 5) εποπτικού διοικητικού Οπα το 1995, 6)επιμορφώσεως στην πληροφορική το έτος 1996, 7) για το νέο κλαδικό λογιστικό σχέδιο [20-11-1993], και 8) για την πρόληψη και αντιμετώπιση ληστειών [30-5-1996].

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα για πρώτη φορά ως αναπληρωτής προϊστάμενος του τμήματος εργασιών εξωτερικού στο κεντρικό κατάστημα της αναιρεσίβλητης από 15-6-1973. Στις 13-7-1981 τοποθετήθηκε επιθεωρητής στη διεύθυνση επιθεωρήσεως της αναιρεσίβλητης. Στις 2-8-1986 τοποθετήθηκε υποδιευθυντής με δικαίωμα πρώτης υπογραφής στο υποκατάστημα της οδού Σωκράτους.

Στις 3-9-1990 τοποθετήθηκε διευθυντής με δικαίωμα πρώτης υπογραφής στο κατάστημα της Νίκαιας. Στις 6-7-1992 μετατέθηκε στο υποκατάστημα Αχαρνών ως υποδιευθυντής με δικαίωμα πρώτης υπογραφής. Στις 27-7-1992 τοποθετήθηκε υποδιευθυντής στο υποκατάστημα Μοναστηρακίου με δικαίωμα πρώτης υπογραφής. Στις 19-2-1996 τοποθετήθηκε στο ίδιο ως άνω υποκατάστημα ως υποδιευθυντής πελατείας και στις 2-5-1996 τοποθετήθηκε στο ίδιο κατάστημα ως υποδιευθυντής εργασιών έως 31-12-1998, που αποχώρησε από την εργασία του λόγω συνταξιοδοτήσεως.

Στα δελτία αξιολογήσεως των ετών 1991 έως 1998 χαρακτηρίζεται εξαίρετος, βαθμολογείται με άριστα και η πρόταση των κριτών είναι ότι πρέπει να προαχθεί κατ' εκλογήν. Με τη ...... πράξη του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσίβλητης του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της παρατηρήσεως. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1994 για το βαθμό του υποδιευθυντή Α, που γνωστοποιήθηκαν στις 23-11-1995, το αρμόδιο όργανο της αναιρεσίβλητης δεν προήγαγε τον αναιρεσείοντα, αλλά, μεταξύ των άλλων, τους παρακάτω ομοιόβαθμους συναδέλφους του προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεων.

Οι συνάδελφοι του αναιρεσείοντος, οι οποίοι προήχθησαν, είχαν τα παρακάτω τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα ο καθένας: 1) η Γ1 προσελήφθη στις 17-10-1968 και προήχθη στο βαθμό του υποδιευθυντή Β την 1-1-1985. Είναι πτυχιούχος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. και απόφοιτος της σχολής επιμορφώσεως της αναιρεσίβλητης, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα. (βλέπε βεβαιώσεις της σχολής ".......").

Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια 1) για την εισαγωγή στην πληροφορική [23-2-1996, 2) διοικητικού ..... [12-5-1995], 3) για την ανάλυση αγορών [25-11/27-11-1994], 4) για το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο [15-11/19-11-1993], 5) για την πιστωτική ανάλυση [10-5/14-5-1993], 6) για το μάνατζμεντ και το τραπεζικό μάρκετινγκ [6-3/11-3-1987], 7) για την εκπαίδευση των εκπαιδευτών 1-3/9/1986], 8) για την επιμόρφωση των στελεχών της Γενικής Τράπεζας [18/3-26-6-1985].

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 13-7-1981 ως προϊσταμένη του τμήματος εισαγωγών-εξαγωγών στο υποκατάστημα του Αιγάλεω, από 13-8-1981 ως προϊσταμένη του ίδιου τμήματος στο υποκατάστημα στο Μοναστηράκι, από 1-6-1983 ως υποδιευθύντρια με δικαίωμα πρώτης υπογραφής στο υποκατάστημα στη Σωκράτους και από 9-6-1986 ως Διευθύντρια στο υποκατάστημα της εναγομένης στον Άγιο Δημήτριο Αττικής.

Στα φύλλα αξιολογήσεως των ετών 1991 έως 1994 που προσκομίζονται χαρακτηρίζεται εξαίρετη, βαθμολογείται με άριστα και προτείνεται για κατ' εκλογήν προαγωγή. Έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά με έγγραφη επίπληξη με την ....... πράξη του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσίβλητης και με στέρηση του 25% των αποδοχών της για τριάντα ημέρες με την .......

πράξη του ίδιου Γενικού Διευθυντή, 2) ο Γ2 προσελήφθη στις 11-3-1970 και προήχθη στο βαθμό του υποδιευθυντή Β την 1-1-1991. Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 18-1-1984 ως προϊστάμενος του τμήματος καταθέσεων στο κεντρικό κατάστημα της αναιρεσίβλητης. Έχει τιμωρηθεί με την πειθαρχική ποινή στερήσεως αποδοχών για δύο μήνες με την ......

πράξη του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσίβλητης. Από το έτος 1985 ως εκλεγμένος συνδικαλιστής συμμετείχε στο διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης και ήταν εκλεγμένος συνδικαλιστής συμμετείχε το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης και ήταν εκλεγμένος πρόεδρος του ταμείου αλληλοβοήθειας του προσωπικού της και ως εκ τούτου από το 1985 και εντεύθεν δεν συντάσσονταν φύλλα αξιολογήσεως γι' αυτόν, 3) ο Γ3 προσελήφθη στις 10-1-1971 και προήχθη στο βαθμό του υποδιευθυντή Β την 1-1-1991.

Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια 1) στελεχών πιστοδοτικού [19-30/10/1992], 2) στρατηγικής στην πράξη [ [25/26-9-1992], 3) νέων τραπεζικών εργασιών [2/6-12-1991], 4) υποδιευθυντών για τις εργασίες εξωτερικού [2/6-12-1991] και 5) εκπαιδεύσεως στελεχών στις δημόσιες σχέσεις [11-14/2-1992 και 29/30-5-1992]. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 1-7-1981 ως προϊστάμενος του τμήματος καταθέσεων - κινήσεως κεφαλαίων στο υποκατάστημα του Παγκρατίου με δικαίωμα Β υπογραφής και από 24-7-1991 ως υποδιευθυντής με δικαίωμα πρώτης υπογραφής στη Διοίκηση έως τον Ιανουάριο 1994.

Έκτοτε είναι εκλεγμένος συνδικαλιστής. Στα φύλλα αξιολογήσεως των ετών 1991 έως 1994 που προσκομίζονται χαρακτηρίζεται εξαίρετος, βαθμολογείται με άριστα και προτείνεται για κατ' εκλογήν προαγωγή. Το έτος 1981 τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή της έγγραφης επιπλήξεως. Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των συναδέλφων του που προήχθησαν, με τα δικά του προκύπτει ότι ο αναιρεσείων υπερτερεί αυτών ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα [1966 έναντι 1968, 1970, 1970 και 1971], είναι περίπου ισοδύναμοι ως προς την αρχαιότητα στο βαθμό του υποδιευθυντή, αν ληφθεί υπόψη και ο χρόνος προσλήψεως τους [ 1985 ο αναιρεσείων έναντι 1989, 1991 και 1991], υστερεί έναντι της Γ1 ως προς τίτλο σπουδών [απολυτήριο Γυμνασίου έναντι πτυχίου ανώτατης σχολής], ενώ είναι περίπου ισοδύναμος με τους υπόλοιπους [όλοι κατέχουν απολυτήριο εξαταξίου Γυμνασίου ως βασικό τίτλο σπουδών και ο αναιρεσείων επιπλέον έχει αποφοιτήσει από τη σχολή επιμορφώσεως της αναιρεσίβλητης], είναι ισοδύναμος με την Γ1 ως προς την ξένη γλώσσα [αν και δεν προσκομίζει τίτλο σπουδών], είναι ισοδύναμος με όλους ως προς την αξιολόγηση, τη βαθμολογία και τις προτάσεις για κατ' εκλογήν προαγωγή και υπερτερεί ως προς το χρόνο ασκήσεως υπεύθυνων καθηκόντων [1973 έναντι 1983, 1984 και 1981 οι προαχθέντες].

Πρέπει να σημειωθεί όμως, όπως προαναφέρεται, ότι ο αναιρεσείων ενώ αρχικά υπηρετούσε ως διευθυντής στο κατάστημα Νικαίας, μετατέθηκε και τοποθετήθηκε ως υποδιευθυντής όμως στο υποκατάστημα Αχαρνών, αλλά και στα υπόλοιπα προαναφερόμενα υποκαταστήματα που μετατέθηκε αργότερα υπηρέτησε και πάλι ως υποδιευθυντής.

Οι πειθαρχικές ποινές που έχουν όλοι δεν αφορούν την κρινόμενη περίοδο και ανάγονται σε αρκετά παλαιότερο χρονικό διάστημα. Όσον αφορά τον εκτός υπηρεσίας χρόνο των ως άνω συνδικαλιστών Γ2 και Γ3, σύμφωνα με το άρθρο 20 της ΣΣΕ της ΟΤΟΕ θεωρείται χρόνος ευδόκιμης υπηρεσίας. ΄Ετσι με βάση τη συνολική συνεκτίμηση των ως άνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσείοντος και εκείνων των ως άνω συναδέλφων του, που προήχθησαν, δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπεροχή του αναιρεσείοντος και μάλιστα καταφανή έναντι αυτών, δηλαδή τόσο σημαντική, που να φανερώνει αδιαμφισβήτητη έναντι αυτού υστέρηση των προαχθέντων.

Η παράλειψη του, συνεπώς, κατά τις κρίσεις της 1-1-1994 δεν αποτελεί κατάφωρη αδικία, που να είναι αντίθετη προς την καλή πίστη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις, που διενεργήθηκαν για το έτος 1996, το αρμόδιο όργανο της αναιρεσίβλητης προήγαγε, και πάλιν κατά παράλειψη του αναιρεσείοντος στο βαθμό του υποδιευθυντή Α, μεταξύ των άλλων, και τον ομοιόβαθμο συνάδελφο του Γ4.

Ο τελευταίος προσελήφθη στις 25-9-1972 και προήχθη στο βαθμό του υποδιευθυντή Β την 1-1-1990. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα [βλέπε προσκομιζόμενες βεβαιώσεις του φροντιστηρίου .....]. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια με θέμα 1) ανάλυση αγορών [30-9/2-10-1994], 2) εισαγωγικό-εξαγωγικό εμπόριο [8/12-11-1993], 3) πιστωτική ανάλυση [8/3-12/3-1993], 4) μάνατζμεντ και τραπεζικό μάρκετινγκ [27/1-1/2-1987], 5) εσωτερικός τραπεζικός έλεγχος [1/5-4-1985].

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από το 1982 ως επιθεωρητής στη διεύθυνση επιθεωρήσεως,από21-9-1984ωςυποδιευθυντήςμε δικαίωμα Α υπογραφής στη διεύθυνση διοικητικού, από 13-8-1990 ως υποδιευθυντής με δικαίωμα Α υπογραφής στο υποκατάστημα Αιγάλεω, από 17-9-1990 ως διευθυντής στο υποκατάστημα Χαλκίδας, από 27-1-1994 ως διευθυντής στη διεύθυνση προσωπικού, από 18-11-1994 στο υποκατάστημα Ερυθραίας ως διευθυντής, από 21-3-1995 στην περιφερειακή διεύθυνση Αττικής και από 19-6-1995 στο υποκατάστημα Αιγάλεω ως διευθυντής με δικαίωμα πρώτης υπογραφής.

Στα φύλλα αξιολογήσεως των ετών 1991 έως 1996 που προσκομίζονται χαρακτηρίζεται εξαίρετος, βαθμολογείται με άριστα και προτείνεται για κατ' εκλογήν προαγωγή, εκτός από το έτος 1994 που χαρακτηρίζεται πολύ καλός και βαθμολογείται με 17. Έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά με προσωρινή παύση οκτώ ημερών [16-10/23-10-1996], σε χρόνο μεταγενέστερο της επίδικης κρίσεως.

Επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων την από 10-6-1992 κλήση του Γ4 σε απολογία χωρίς να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας αν τιμωρήθηκε. Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του παραπάνω υπαλλήλου, που προήχθη, με αυτά του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι ο τελευταίος υπερτερεί του κρινόμενου ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα [1966 έναντι 1972], την αρχαιότητα στον βαθμό [1989 έναντι 1990], και μόνον κατά το έτος 1994 ως προς την βαθμολογία.

Ο κρινόμενος υπερτερεί ως προς τον τίτλο σπουδών [πτυχίο ανώτατης σχολής και βεβαίωση γνώσεως ξένης γλώσσας],είναι δε ισοδύναμοι ως την υπεύθυνων καθηκόντων, την αξιολόγηση και βαθμολογία κατά τα υπόλοιπα έτη και τον αριθμό σεμιναρίων. Έτσι, με βάση τη συνολική συνεκτίμηση των ως άνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσείοντος και εκείνων του συναδέλφου του, που προήχθη, δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπεροχή του αναιρεσείοντος και μάλιστα καταφανή έναντι αυτού, δηλαδή τόσο σημαντική, που να φανερώνει αδιαμφισβήτητη έναντι αυτού υστέρηση αυτού που προήχθη.

Η παράλειψη του, συνεπώς, κατά τις κρίσεις της 1-1-1996 δεν αποτελεί κατάφωρη αδικία, που να είναι αντίθετη προς την καλή πίστη. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις, που διενεργήθηκαν για το έτος 1997 το αρμόδιο όργανο της αναιρεσίβλητης προήγαγε στον βαθμό του υποδιευθυντή Α, κατά παράλειψη και πάλι του αναιρεσείοντος, τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του: 1) Ζ1, ο οποίος προσελήφθη στις 8-7-1970 και προήχθη στον βαθμό του υποδιευθυντή Β την 1-1-1990.

Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς. Έχει παρακολουθήσει τα ακόλουθα σεμινάρια με θέμα 1) διοικητικό σεμινάριο .... [12-5-1995], 2) στελέχη πιστοδοτήσεων [9/5-13/5-1994], 3) εγγυητικές επιστολές [12/14-1-1988], 4) μάνατζμεντ και τραπεζικό μάρκετινγκ [15/9-20/9-1989] και [15-20/9/1987]. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 18-11-1983 ως προϊστάμενος του τμήματος λογιστηρίου στο υποκατάστημα Χαλανδρίου, από 2-6-1986 στο ίδιο υποκατάστημα ως προϊστάμενος του τμήματος χορηγήσεων, από το έτος 1991 ως υποδιευθυντής στο υποκατάστημα της οδού Σταδίου. 9-1-1995 ως υποδιευθυντής με δικαίωμα πρώτης υπογραφής στο υποκατάστημα Χαλανδρίου και από 19-2-1996 ως υποδιευθυντής με δικαίωμα πρώτης υπογραφής στο υποκατάστημα της Ερυθραίας.

Στα φύλλα αξιολογήσεως, που προσκομίζονται χαρακτηρίζεται εξαίρετος, βαθμολογείται με άριστα και προτείνεται για κατ' εκλογήν προαγωγή και δεν προκύπτει ότι έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά, 2) Ζ2, ο οποίος προσελήφθη την 1-7-1969 και προήχθη στο βαθμό του υποδιευθυντή Β την 1-1-1993. Έχει απολυτήριο εξαταξίου Γυμνασίου και είναι απόφοιτος της σχολής επιμορφώσεως της αναιρεσίβλητης.

Παρακολούθησε τα ακόλουθα σεμινάρια με θέμα α) εισαγωγή στους Η/Υ [30/9-4/10-1996], 2) διοικητικό σεμινάριο ..... [2-6-1995], 3) στελέχη πιστοδοτικού τομέα [2/211-13/11-1992], 4) μάναντζμεντ και τραπεζικό μάρκετινγκ [31/3-5/4-1987], 5) αξιολόγηση επιχειρήσεων [29/5-2/6-1989]. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 7-5-1975 ως προϊστάμενος λογιστηρίου στο υποκατάστημα Νικαίας με προσωρινό δικαίωμα δεύτερης υπογραφής και στη συνέχεια ως προϊστάμενος καταθέσεων στο ίδιο υποκατάστημα, από τον Ιούνιο 1986 ως υποδιευθυντής στο ίδιο υποκατάστημα με δικαίωμα πρώτης υπογραφής, από 5-6-1990 ως υποδιευθυντής με δικαίωμα πρώτης υπογραφής στο υποκατάστημα Αιγάλεω, από 1-9-1994 ως υποδιευθυντής με δικαίωμα πρώτης υπογραφής στο υποκατάστημα Νέου Φαλήρου, από 12-12-1994 ως διευθυντής με δικαίωμα πρώτης υπογραφής στο υποκατάστημα Νικαίας και από 10-11-1997 ως διευθυντής με δικαίωμα πρώτης υπογραφής στη διεύθυνση μάρκετινγκ και δημοσίων σχέσεων της διοικήσεως.

Στα φύλλα αξιολογήσεως των ετών 1995 -1998, που προσκομίζονται, χαρακτηρίζεται εξαίρετος, βαθμολογείται με άριστα και προτείνεται για κατ' εκλογήν προαγωγή. Με την ....... απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης τιμωρήθηκε με στέρηση αποδοχών είκοσι ημερών. Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των παραπάνω προαχθέντων με εκείνα του ενάγοντος προκύπτει ότι ο αναιρεσείων:

α) έναντι του Ζ1 υπερέχει ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα [1966 έναντι 1970] και ελαφρώς ως προς την αρχαιότητα στο βαθμό [1-1-1989 έναντι 1-1-1990], υστερεί ως προς τον τίτλο σπουδών [απολυτήριο Γυμνασίου - πτυχίο ανώτατης σχολής], ενώ είναι ισοδύναμοι ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων και τη βαθμολογία και β) έναντι του Ζ2 υπερέχει ελαφρώς ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και την αρχαιότητα στο βαθμό, είναι όμως ισοδύναμοι ως προς τον τίτλο σπουδών [απολυτήριο Γυμνασίου και απόφοιτοι σχολής επιμορφώσεως της αναιρεσίβλητης], ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων, ως προς το χρόνο ασκήσεως υπεύθυνων και τη βαθμολογία.

Η επιβολή της ως άνω πειθαρχικής ποινής στον κρινόμενο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι κατά τον κανονισμό της αναιρεσίβλητης δεν αποτελεί κώλυμα για την προαγωγή του, δεν υποδηλώνει ότι αυτός δεν έχει το προσήκον ήθος και υστερεί κατ' αυτό του αναιρεσείοντος. ΄Ετσι, με βάση τη συνολική συνεκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσείοντος και εκείνων των ως άνω συναδέλφων του, που προήχθησαν, δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπεροχή του αναιρεσείοντος και μάλιστα καταφανή έναντι αυτών, γιατί η υπεροχή του σε ορισμένα μόνον προσόντα, όπως αυτά εκτέθηκαν παραπάνω, δεν μπορεί ενόψει της ισοδυναμίας και της υστερήσεώς του σε άλλα, να θεωρηθεί, στο πλαίσιο της γενικής αξιολογήσεως της ουσιαστικής καταλληλότητας, κατάδηλη, δηλαδή τόσο σημαντική, που να φανερώνει αδιαμφισβήτητη έναντι αυτού υστέρηση των προαχθέντων.

Η παράλειψη του, συνεπώς, κατά τις κρίσεις της 1-1-1997 δεν αποτελεί κατάφωρη αδικία, που να είναι αντίθετη προς την καλή πίστη. Από τα ίδια στοιχεία αποδείχθηκε ακόμη ότι η αναιρεσίβλητη κατά τις προαγωγικές κρίσεις για το έτος 1998 προήγαγε, και πάλι κατά παράλειψη του αναιρεσείοντος, μεταξύ των άλλων, τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του: 1) Β1, ο οποίος προσελήφθη στις 16-3-1970 και προήχθη στο βαθμό του υποδιευθυντή Β την 1-1-1993.

Έχει απολυτήριο εξαταξίου Γυμνασίου και είναι απόφοιτος της σχολής επιμορφώσεως της αναιρεσίβλητης. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια με θέμα 1) μάνατζμεντ και τραπεζικό/μάρκετινγκ [29-5/3-6-1987], 2) ανάλυση αγορών [30-9/2- 0-/994], 3) διοικητικό σεμινάριο ..... [12-5-1995], 4) στελέχη πιστοδοτικού τομέα [16-11/27-11-1992]. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 20-7-1979 ως προϊστάμενος στο τμήμα παρακολουθήσεως καθυστερήσεων στη Διοίκηση της αναιρεσίβλητης από 9-12-1991, ως προϊστάμενος χορηγήσεων στο υποκατάστημα Χαλανδρίου, από 22-2-1994 ως υποδιευθυντής εμπλοκών στη Διοίκηση και από 21-11-1994 ως διευθυντής με δικαίωμα πρώτης υπογραφής.

Στα φύλλα αξιολογήσεως, που προσκομίζονται χαρακτηρίζεται εξαίρετος, βαθμολογείται με άριστα και προτείνεται για κατ' εκλογήν προαγωγή, 2) Β2 η οποία προσελήφθη στις 8-5-1973 και προήχθη στο βαθμό του υποδιευθυντή Β την 1-1-1995. Είναι πτυχιούχος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. και απόφοιτος της σχολής επιμορφώσεως της αναιρεσίβλητης.

Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια με θέμα 1) διοικητικό σεμινάριο ..... [7-4-1995], 2) ανάλυση αγορών [4-1II 6-11-1994], 3) καθυστερήσεις χορηγήσεων [17-4/24-5-1989], 3) στελέχη πιστοδοτικού τομέα [16-11/27-11-1992], 4) μάνατζμεντ και τραπεζικό μάρκετινγκ [29-5/3-6-1987], 5) σεμινάριο σύγχρονης τραπεζικής [12/13-7-1988] και 6) εκπαίδευση εκπαιδευτών [15/19-6-1987].

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 21-7-1981 στο υποκατάστημα Αμπελοκήπων με δικαίωμα δεύτερης υπογραφής, από 13-8-1990 ως προϊσταμένη του τμήματος χορηγήσεων στο υποκατάστημα Νέας Ερυθραίας, από 11-2-1991 ως προϊσταμένη του ίδιου τμήματος στο υποκατάστημα Ιλισίων, από το 1994 ως υποδιευθύντρια της υποδιευθύνσεως ιδιωτών και από 10-10-1997 ως διευθύντρια με δικαίωμα πρώτης υπογραφής στο υποκατάστημα της πλατείας Συντάγματος.

Στα φύλλα αξιολογήσεως, που προσκομίζονται χαρακτηρίζεται εξαίρετη, βαθμολογείται με άριστα και προτείνεται για κατ' εκλογήν προαγωγή, 3) Β3, ο οποίος προσελήφθη στις 28-1-1971, προήχθη στο βαθμό του υποδιευθυντή Β την 1-1-1995 και έχει απολυτήριο εξαταξίου Γυμνασίου. ΄Εχει παρακολουθήσει σεμινάρια με θέμα 1) εξειδικευμένη ελεγκτική [28/29-2-1996], 2) μάνατζμεντ και τραπεζικό μάρκετινγκ [29/9-4-10-1987], 3) Windows - Word Excel.

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από τον Ιούνιο 1980 ως προϊστάμενος καταθέσεων, από το Μάϊο 1985 ως επιθεωρητής στη διεύθυνση επιθεωρήσεως της εναγομένης και από 12-1-1998 έως 5-1-1999 ως διευθυντής στο υποκατάστημα Χανίων. Στα φύλλα ποιότητας που προσκομίζονται χαρακτηρίζεται εξαίρετος, βαθμολογείται με άριστα και κρίνεται προακτέος κατ' εκλογήν και 4) Β4, ο οποίος προσελήφθη στις 8-2-1971 και προήχθη στο βαθμό του υποδιευθυντή την1-1-1995.

΄Εχει πτυχίο της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια με θέμα 1) εισαγωγή στους Η/Υ [21-10/25-10-1996], 2) διοικητικό σεμινάριο ..... [12-5-1995], 3) ανάλυση αγορών [25-11/27-11-1994], 4) στελέχη πιστοδοτικού τομέα [30-11/11-12-1992], 5) απελευθέρωση κινήσεως κεφαλαίων [17/18-1-1989] και 6) μάνατζμεντ και τραπεζικό μάρκετινγκ [8-12/13-12-1898].

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 12-9-1983 ως προϊστάμενος του τμήματος χρηματοδοτήσεων με δικαίωμα δεύτερης υπογραφής στο υποκατάστημα Διοικητηρίου στη Θεσσαλονίκη, από 1-6-1987 ως υποδιευθυντής με δικαίωμα πρώτης υπογραφής στο υποκατάστημα Καβάλας, από 23-8-1988 ως προϊστάμενος με δικαίωμα δεύτερης υπογραφής στη Περιφερειακή Διεύθυνση Βορείου Ελλάδος στο τμήμα καθυστερήσεων-ευχερειών καταστημάτων, από 18-4-1994 ως υποδιευθυντής με δικαίωμα πρώτης υπογραφής στην πιο πάνω Περιφερειακή Διεύθυνση και από 2-5-1995 ως διευθυντής με δικαίωμα πρώτης υπογραφής στο υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης Μοναστηρίου στη Θεσσαλονίκη.

Στα φύλλα ποιότητας που προσκομίζονται χαρακτηρίζεται εξαίρετος, βαθμολογείται με άριστα και κρίνεται προακτέος κατ' εκλογήν. Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των παραπάνω προαχθέντων με εκείνα του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι ο τελευταίος υπερέχει έναντι όλων ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και την αρχαιότητα στον βαθμό και ως προς το χρόνο ασκήσεως υπεύθυνων καθηκόντων.

Είναι ισοδύναμος με τους Β1 και Β3 [ο οποίος βέβαια δεν είναι απόφοιτος και της σχολής επιμορφώσεως της αναιρεσίβλητης] ως προς τους τίτλους σπουδών, ενώ υστερεί κατά τούτο έναντι της Β2 και Β4, που είναι πτυχιούχοι ανώτατων σχολών. Είναι, τέλος ισοδύναμοι ως προς το είδος των υπεύθυνων καθηκόντων που άσκησαν και ως προς τη βαθμολογία, την αξιολόγηση, τις προτάσεις για κατ' εκλογήν προαγωγή και τον αριθμό των σεμιναρίων (8 ο αναιρεσείων έναντι 4, 6, 3 και 6 των προαχθέντων).

Έτσι, με βάση τη συνολική συνεκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσείοντος και εκείνων των ως άνω συναδέλφων του, που προήχθησαν, δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπεροχή του αναιρεσείοντος και μάλιστα καταφανή έναντι αυτών, γιατί η υπεροχή του σε ορισμένα μόνον προσόντα, όπως αυτά εκτέθηκαν παραπάνω, δεν μπορεί ενόψει της ισοδυναμίας και της υστερήσεώς του σε άλλα, να θεωρηθεί, στο πλαίσιο της γενικής αξιολογήσεως της ουσιαστικής καταλληλότητας, κατάδηλη δηλαδή τόσο σημαντική, που να φανερώνει αδιαμφισβήτητη έναντι αυτού υστέρηση αυτών που προήχθησαν.

Η παράλειψη του, συνεπώς, κατά τις κρίσεις του έτους 1998 δεν αποτελεί κατάφωρη αδικία, που να είναι αντίθετη προς την καλή πίστη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στις 31-12-1998 αποχώρησε από την εργασία του, γιατί συμπληρώθηκαν οι προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση του. Έτσι δεν μπορεί να κριθεί αν έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του υποδιευθυντή Α κατά τις κρίσεις του έτους 1999, όταν προήχθησαν οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοι του.

Ακόμη, αφού κρίθηκε ότι δεν έπρεπε να προαχθεί κατά τις προαναφερόμενες κρίσεις στο βαθμό του υποδιευθυντή Α, δεν συντρέχει λόγος για έρευνα των βάσεων της αγωγής για προαγωγή του αναιρεσείοντος στον βαθμό του διευθυντή και για την επιδίκαση στον αναιρεσείοντα μισθολογικών διαφορών και επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από την παράλειψη της προαγωγής του αυτής.

Ακολούθως το Εφετείο, δεχθέν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως και είχε αναγνωρίσει ότι ο αναιρεσείων έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-1-1997, και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς όλες τις βάσεις της.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με έλλειψη νόμιμης βάσης (ανύπαρκες, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες) τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ. Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 ο πρώτος και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο δεύτερος και τρίτος, κατά το πέμπτο μέρος του, λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολομ.

ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.

Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά έγγραφα και ειδικότερα και: 1) το από ......

έγγραφο της αναιρεσίβλητης περί κατατάξεως των Καταστημάτων της Νικαίας, Αχαρνών και Μοναστηρακίου 2) τα περί των σεμιναρίων του αναιρεσείοντος σχετικά έγγραφα και 3) τις σχετικές με τις πειθαρχικές ποινές των προαχθέντων συναδέλφων του αναιρεσείοντος ........., Ζ2 και Γ4 αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσίβλητης και κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, περί του αντιθέτου τρίτος κατά τα πρώτο, δεύτερο και τρίτο μέρη του, λόγος της αναιρετικής αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το τέταρτο μέρος του, με το οποίο, υπό την επίκληση του αριθμού 14 (όχι δε και των αριθμών 1, 8, 9, 11 και 19) του ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσίβλητης λόγω αοριστίας της, ενέχει αοριστία και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προεβλήθη στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθμ. 8, 10, 11 και 20 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω αποδεικτικά έγγραφα (από Ιανουαρίου 1992 έγγραφο της αναιρεσίβλητης, τα περί σεμιναρίων του αναιρεσείοντος έγγραφα και τις σχετικές με τις πειθαρχικές ποινές των ανωτέρω συναδέλφων του αναιρεσείοντος αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσίβλητης). Ο λόγος αυτός, ο οποίος υπάγεται στη ρύθμιση του αριθμού 11 (και όχι και των αριθμών 8, 10 και 20) του ΚΠολΔ, ταυτίζεται απολύτως με τον τρίτο, κατά τα τρία πρώτα μέρη του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και ως εκ τούτου παρέλκει η εκ νέου εξέτασή του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-5-2006 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της 742/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ