Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on Sunday work compensation for non-managerial employee.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Mechaniki AE against the Athens Court of Appeal's judgment regarding Sunday work compensation. The plaintiff, a long-term employee, argued he should be classified as a manager due to his high salary and extensive duties, but the court found he was merely a well-paid administrative staff member. The court ruled that the lower court correctly determined the plaintiff did not hold a managerial position based on the nature of his tasks and lack of decision-making authority.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111(2), 118(4), 216(1a) of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 200 of the Civil Code: The Supreme Court holds that an employee's high salary and workload do not automatically confer managerial status; classification depends on the nature of duties and the ability to influence business direction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2168 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2168/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ζήση Βασιλόπουλο, Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ, η οποία εδρεύει στον Δήμο Αμαρουσίου Αττικής και εκπροσωπείται νομίμως, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΒΙΕΧ ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΕ, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καμπά, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: .............., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μαρκέτο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2330/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1257/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/5/2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 23/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της, με ποινή το απαράδεκτο, επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική ανεπάρκειά της αγωγής αξίωσε περισσότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος, ή αν, αντιθέτως, αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Η ποσοτική όμως, ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα οι δικονομικές της ελλείψεις, που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της, ελέγχονται κατά τον αρ. 14 του άνω άρθρου 559. Έτσι, για τη νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής που έχει ως αίτημα, εκτός των άλλων, και την καταβολή αποδοχών για εργασία που παρασχέθηκε κατά τις Κυριακές και την έκτη ημέρα ανάπαυσης, στην πενθήμερη εβδομάδα εργασίας (δηλαδή τα Σάββατα), αρκεί ν' αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, η παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, ο αριθμός αυτών και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός τους με ακριβείς χρονολογίες, αφού οι ημέρες αυτές (δηλαδή τα Σάββατα και οι Κυριακές) προκύπτουν από το ημερολόγιο.
Επίσης, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από υπερεργασία και από υπερωριακή απασχόληση πρέπει ν' αναφέρονται σ' αυτή πέραν των άλλων και η διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησης, αν πρόκειται για υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, άλλως κατά εβδομάδα, από την οποία θα προκύπτουν οι ώρες εργασίας και συνεπώς οι ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας.
Είναι όμως επιτρεπτό να προσδιορίζονται οι ώρες αυτές και κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα. Απαραίτητο είναι επίσης να προσδιορίζονται οι νόμιμες και οι καταβαλλόμενες αποδοχές, για τον υπολογισμό του ωρομισθίου. Δεν αποτελεί στοιχείο της ανωτέρω αγωγής ότι ο ενάγων υποχρεώθηκε να παράσχει υπερεργασία και υπερωριακή εργασία από τον εργοδότη - εναγόμενο.
Ο τελευταίος δικαιούται να προτείνει κατ' ένσταση ότι ο ενάγων αυτοβούλως παρέσχε την εργασία αυτή, οπότε και στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος θα δικαιούται ως αποζημίωση την ωφέλεια του εργοδότη, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Σημειώνεται, τέλος, ότι αν πρόκειται για αξιώσεις από παράνομη υπερωριακή εργασία και μη επιτρεπόμενη εργασία κατά το Σάββατο, στο σύστημα της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας, περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο ενάγων - εργαζόμενος έχει αξίωση στην ωφέλεια που αποκόμισε ο εργοδότης, τότε στην αγωγή πρέπει ν' αναφέρονται τα στοιχεία του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τη επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων ισχυρίστηκε τα εξής: Μετά από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου εργαζόταν στην εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "ΒΙΕΧ ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΕ" ως υπάλληλος γραφείου (ήδη η άνω εταιρεία μετά την άσκηση της αγωγής και πριν από τη συζήτησή της ενώπιον του Πρωτοδικείου απορροφήθηκε από την αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ).
Με την ανωτέρω ιδιότητα εργαζόταν στην εναγόμενη μέχρι και τις 21-12-2001, που αυτή κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση, επί επτά σχεδόν ημέρες την εβδομάδα. Ειδικότερα, η εναγόμενη εταιρία, στην οποία είχε γνωστοποιήσει την προϋπηρεσία του και την οικογενειακή του κατάσταση (έγγαμος και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου) και η οποία (εταιρία) κατά την κρίσιμη περίοδο από 1-1-1997 μέχρι 21-12-2001 εφάρμοζε το σύστημα της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας, τον υποχρέωνε να εργάζεται κατά τις ημέρες Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή από ώρα 07:00 έως ώρα 18:00, δηλαδή επί 11 ώρες και σχεδόν όλα τα Σάββατα και τρεις Κυριακές τον κάθε μήνα (εκτός από τις εξαιρέσεις που αναφέρει στην αγωγή), από 07:00 έως 15:00, δηλαδή επί 8 ώρες, την κάθε μία από τις ημέρες αυτές.
Η εναγόμενη, για όλο το ανωτέρω κρίσιμο διάστημα δεν κατέβαλε σ' αυτόν α) την αμοιβή για πέντε ώρες υπερεργασία την κάθε εβδομάδα, για τρεις ώρες την κάθε εβδομάδα νόμιμης ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας και για την εργασία του κατά τις Κυριακές, των οποίων τον αριθμό για κάθε μήνα χωριστά προσδιορίζει και β) αποζημίωση για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση επί εφτά (7) ώρες την κάθε εβδομάδα, για την οποία δεν υπήρχε απρόβλεπτη ανάγκη για παροχή τέτοιας εργασίας και διότι η εναγομένη δεν έλαβε τη σχετική άδεια και δεν την ανήγγειλε στην αρμόδια αρχή καθώς επίσης και για την εργασία που παρείχε τα Σάββατα, των οποίων τον αριθμό για κάθε μήνα αναφέρει στην αγωγή.
Ειδικότερα την υπό στοιχ. β' αποζημίωση (για απασχόληση παράνομη, υπερωριακή και κατά τα Σάββατα) ο αναιρεσίβλητος εκθέτει ότι τη δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, διότι τα ποσά που ζητά θα ήταν υπόχρεη η εναγόμενη να καταβάλει σε άλλο εργαζόμενο με τα ίδια με αυτόν προσόντα , για την παροχή της ίδιας εργασίας, τα οποία όμως απέφυγε και ως εκ τούτου ωφελήθηκε.
Με βάση αυτό το ιστορικό ο αναιρεσίβλητος ζήτησε τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται, για κάθε κατηγορία, στην αγωγή. Την αγωγή αυτή το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, την έκρινε ορισμένη και νόμιμη και τη δέχθηκε και ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά ένα μέρος. Κρίνοντας το Εφετείο ορισμένη την άνω αγωγή του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που δεν έκρινε αυτήν αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά την έννοια του εδαφίου α' του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον "περί περιορισμού των ωρών εργασίας εν ταις βιομηχανικαίς επιχειρήσεσιν" που κυρώθηκε με το νόμο 2269/1920, ως πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων, κατά την εν λόγω σύμβαση, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτής, θεωρούνται εκείνα στα οποία, λόγω των εξαιρετικών προσόντων τους ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης του εργοδότη προς αυτά, ανατίθεται καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης της όλης επιχείρησης ή σημαντικού τομέα της, και εποπτείας του προσωπικού εις τρόπον ώστε όχι μόνο να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά και να διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, λόγω της άσκησης των δικαιωμάτων του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η πρόσληψη και η απόλυση του προσωπικού, έναντι του οποίου επέχουν θέση εργοδότη.
Περαιτέρω, διότι διαθέτουν πρωτοβουλία και επωμίζονται ενίοτε και ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί για το συμφέρον των εργαζομένων και αμείβονται συνήθως με μισθό που υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές.
Γι' αυτό και τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, που αφορούν υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση, εργασίας κατά τις Κυριακές και εορτές, εβδομαδιαία ανάπαυση ετήσια χορήγηση άδειας. Επομένως οι υπάλληλοι αυτοί δεν δικαιούνται να λαμβάνουν πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση, είτε πρόκειται για ώρες εργασίας που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως υπερεργασία, ως υπερωρία, νόμιμη ή παράνομη, μη έχοντας για την τελευταία αξίωση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη τους κατά το άρθρο 904 ΑΚ, αφού αυτή δεν οφείλεται σε παράνομη αιτία, είτε πρόκειται για νυκτερινή εργασία, ή εργασία κατά τις Κυριακές και σε ημέρες ανάπαυσης καθώς επίσης και για αποδοχές, επίδομα και αποζημίωση λόγω μη χορήγησης υπαιτίως της ετήσιας άδειας ανάπαυσης.
Η έννοια της διευθυντικής θέσης, ανεξαρτήτως του εάν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης, της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών, που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου που τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη όσο και προς τους λοιπούς εργαζόμενους.
Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που αποτελούσε και όχι λόγο έφεσης, ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν διευθύνων υπάλληλος και ως εκ τούτου δεν δικαιούταν αμοιβή υπερεργασίας, νόμιμης υπερωρίας και εργασίας κατά τις Κυριακές ούτε αποζημίωση από παράνομη υπερωριακή απασχόληση και απασχόληση και την ημέρα του Σαββάτου, δεχόμενο ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:
Ο αναιρεσίβλητος, με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζόταν κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο (από 1-1-1997 μέχρι 21-12-2001) ως υπάλληλος γραφείου στην επιχείρηση της εναγομένης (της οποίας καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσείουσα) απασχολούμενος από Δευτέρα έως Παρασκευή από ώρα 7:00 έως 18:00 κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές από ώρα 07:00 έως και 15:00.
Συνολικώς ο αναιρεσίβλητος μέχρι τις 21-12-2001 απασχολήθηκε επί 72 Κυριακές χωρίς η εναγόμενη να του χορηγεί άλλη ημέρα ανάπαυσης για την ημέρα αυτή. Το αντικείμενο της εργασίας του αναιρεσίβλητου συνίστατο, ειδικότερα, στη διεκπεραίωση της μισθοδοσίας και της ασφαλιστικής κάλυψης των μισθωτών της εναγομένης στην τήρηση κατάστασης υπερωριακής εργασίας και υπερεργασίας αυτών, στην παρακολούθηση της τήρησης του ωραρίου στις διάφορες βάρδιες του προσωπικού αυτής, στην επίβλεψη εργασιών καθαρισμού των κτιρίων και του περιβάλλοντος χώρου του εργοστασίου της καθώς και στην εκτέλεση εξωτερικών εργασιών της, σε τράπεζες, οργανισμούς κλπ.
Ο ενάγων αναιρεσίβλητος παρέχοντας εργασία της ανωτέρω μορφής, φύσης και σπουδαιότητας, σε καμμιά περίπτωση δε μπορεί να θεωρηθεί με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης, της κοινής πείρας και λογικής, ότι κατείχε στην επιχείρηση της εναγόμενης θέση διευθύνοντος υπαλλήλου. Το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος ελάμβανε μισθό υψηλότερο από το νόμιμο και μεγαλύτερο από εκείνο των συναδέλφων του δεν οφειλόταν στην ιδιότητά του ως διευθύνοντος υπαλλήλου, αλλά στην αρχαιότητά του, στη μεγάλη εμπειρία του, στις ικανότητές του, στην καλή γνώση του αντικειμένου της εργασίας του και στην πολλαπλότητα αυτού (μισθοδοσία, ασφαλιστικά μισθωτών, τήρηση ωραρίου, καθαριότητα, επίβλεψη έργων, εξωτερικές εργασίες κλπ).
Σε κάθε όμως περίπτωση το ύψος αποδοχών του αναιρεσιβλήτου δεν αρκεί από μόνο του να του προσδώσει την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, καθόσον αυτή προσδιορίζεται από τη φύση, το είδος και τη σπουδαιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών του μισθωτού και κυρίως από τη δυνατότητά του να επηρεάζει αποφασιστικά, λόγω της θέσης της και των καθηκόντων που είχαν ανατεθεί σ' αυτόν, τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, περιστατικά όμως τα οποία εν προκειμένω δεν αποδείχθηκαν.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, σύμφωνα με όσα σημειώνονται στη μείζονα πρόταση, δεν παραβίασε τις αναφερόμενες εκεί διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και αυτή του άρθρου 200 ΑΚ, δεδομένου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση όσα ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο, ο αναιρεσίβλητος - ενάγων ήταν απλώς ένας καλά αμειβόμενος και υπεραπασχολούμενος υπάλληλος, και η αναιρεσιβαλόμενη απόφασή του δεν στερείται νόμιμης βάση, διότι με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες στηρίζει το διατακτικό της.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-5-2005 αίτηση εταιρίας με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ" για αναίρεση της 1257/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ