Legislator Case Law & Legislation
2167/2014 AI generated

2167/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2167/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2167/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους.

Keywords

AI generated
rural land ownership municipal land land law agricultural zone access to property property ownership
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2167 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2167/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Χρήστο Μιτκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ι. Λ. του Π. 2)Γ., συζ. Ι. Λ., το γένος Γ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, και 3)Χ. Π. Σ., η οποία απεβίωσε, όπως αναφέρεται στην από 19/4/2013 κλήση και κληρονομήθηκε από τον 1ο και τους καθoύς η κλήση: 1)Γ. Σ. του Α., 2)Ε. Τ. του Σ., 3)Α. συζ. Α. Γ. το γένος Π. Λ., κατοίκων ... και 4)Σ. συζ. Π. Λ., το γένος Π. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2004 αγωγή των αρχικών αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νεαπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2008 του Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το Ελληνικό Δημόσιο με την από 15/7/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης, ανέγνωσε την από 6/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 313 παρ. 1 εδ. δ', 286 επ. 573 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης και αποβίωσε, μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δεν υφίσταται στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και επομένως τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει αν απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει με οιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, διαφορετικά η αναίρεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται, με την ιδιότητα αυτή στη συζήτηση (Ολ.

ΑΠ 27/1987). Επομένως, εγκύρως ασκήθηκε η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη Χ. Π. Σ., οποία είχε αποβιώσει στις 27.3.2010 - μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης-, χωρίς το αναιρεσείον να γνωρίζει το θάνατό της και νομίμως φέρεται προς συζήτηση μετά την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ - με την από 19.4.2014 κλήση του αναιρεσείοντος - και - με τους καθ' ων η κλήση μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα νόμιμα με επίκληση, με τις από 29-9-2014 έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος, έγγραφα.

Περαιτέρω, από τις 3561, 3562, 3563, 3564, 3565, 3566/28.3.2014 και 3568/31.3.2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Γυθείου Π. Δ. Π., στη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη από τις οποίες προσαρτώνται, αντίστοιχα, οι από 28.3.2014 αποδείξεις παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό του δικογράφου που θυροκολλήθηκε και οι από 31.3.2014 βεβαιώσεις περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που ορίζει το άρθρο 128 παρ. 4γ ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ύστερα από έγγραφη παραγγελία του Χρήστου Μητκίδη, Παρέδρου Ν.Σ.Κ., πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 15.7.2011, αίτησης αναίρεσης κατά της οριστικής απόφασης 36/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου και της από 19.4.2013 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 1.10.2014), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους, πρώτο και δεύτερη, και στους καθ' ων η κλήση - κατ' άρθρο 291 παρ. 1 ΚΠολΔ - ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τρίτης αναιρεσίβλητης, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 και 7 του ν.2971/2001 "περί αιγιαλού και παραλίας" που ορίζουν, ότι "παραλία είναι η ζώνη ξηράς που προστίθεται στον αιγιαλό, καθορίζεται δε σε πλάτος μέχρι και πενήντα μέτρα από την οριογραμμή του αιγιαλού, προς εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς με τη θάλασσα και αντίστροφα (παρ. 2 άρθρου 1).

Η Επιτροπή του άρθρου 3 ταυτόχρονα με τον προσδιορισμό και τη χάραξη του αιγιαλού προσδιορίζει και την παραλία, εφόσον κρίνεται απαραίτητο να εξυπηρετηθεί ο σκοπός της παραγράφου 2 του άρθρου 1 ... Εμπράγματα δικαιώματα ιδιωτών επί ακινήτων της παραλίας απαλλοτριώνονται λόγω δημόσιας ωφέλειας, με και από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών που επικυρώνει την έκθεση και το διάγραμμα του αιγιαλού και της παραλίας κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 5, χωρίς να απαιτείται άλλη πρόσθετη διαδικασία για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης ...

Για την παραλία εφαρμόζονται οι διατάξεις περί απαλλοτριώσεων λόγω ρυμοτομίας ... Από τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με την οποία δημιουργείται η παραλία, οι κύριοι των κτημάτων που καταλαμβάνονται από αυτήν θεωρούνται ότι έλαβαν γνώση περί τούτου και οφείλουν για μία διετία να μη προβούν σε οποιαδήποτε γενικά κατασκευή, βελτίωση, δενδροφύτευση ή άλλη τυχόν προσθήκη στα ακίνητα αυτά, ενώ αύξηση της αξίας τους που οφείλεται σε μία από τις πιο πάνω ενέργειες δεν αποζημιώνεται (παρ. 1, 2, 3 και 4 άρθρου 7)", προκύπτει ότι με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, που επικυρώνει την έκθεση και το διάγραμμα του αιγιαλού και της παραλίας (κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 5) κηρύσσονται απαλλοτριωτέες οι ιδιοκτησίες που βρίσκονται επί της ζώνης που έχει χαρακτηρισθεί ως παραλία, δεν μεθίσταται όμως αυτομάτως (και ιδιαίτερα χωρίς την καταβολή αποζημίωσης) η κυριότητα επί των ιδιοκτησιών αυτών στο Δημόσιο.

Μεταβολή δηλαδή στην κυριότητα δεν επιφέρει η απόφαση του Υπουργού που επικυρώνει την έκθεση της Επιτροπής, αλλά μόνο η ολοκλήρωση της απαλλοτριωτικής διαδικασίας, η οποία είναι αναγκαία, εφ' όσον αφαίρεση ιδιοκτησίας δεν δικαιολογείται χωρίς την προβλεπόμενη από το άρθρο 17 του Συντάγματος διαδικασία.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4 του ν.3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για τη Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", που κατά τη διάταξη του άρθρου 9 αυτού ισχύουν από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (19.3.2003), δεδομένου, ότι στις εν λόγω διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά, ορίζονται τα ακόλουθα: "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ (παρ. 1)". "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.

Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή (παρ. 2)". Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, στη θέση "Π. Η." του δημοτικού διαμερίσματος Αγίου Νικολάου του Δήμου Βοιών Λακωνίας, έκτασης 545,40 τμ., εντός του οποίου είναι κτισμένα δύο ισόγεια κτίσματα εμβαδού 64,29 τμ.

και 20,70 τμ., αντίστοιχα και το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Ρ., ανατολικά με ιδιοκτησία Δ. Τ., νότια με δημόσια έκταση και δυτικά με ιδιοκτησία Ε. Τ.. Το ακίνητο αυτό κατείχε αυθαίρετα, τουλάχιστον, προ του έτους 1969 η τρίτη των εφεσιβλήτων, Χ. Π.-Σ., η οποία, μάλιστα, ήδη από τότε είχε ανεγείρει επ'αυτού μικρή παραθεριστική οικία.

Εν συνεχεία, όμως, η ίδια ως άνω εφεσίβλητη δια του υπ'αριθμόν .../1985 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Βοιών Μιχαήλ Λύρα αγόρασε από το Θ. Τ. την επίδικη έκταση, προσδιορίζοντας αυτήν στο εν λόγω συμβόλαιο, ως το 1/22 εξ αδιαιρέτου των έντεκα στρεμμάτων, που ο τελευταίος κατείχε στην ευρύτερη περιοχή και τα οποία βρίσκονταν όλα ανατολικά του μοναδικού ρέματος της περιοχής, όπως προκύπτει από το σύνολο σχεδόν των προσκομιζόμενων εγγράφων της δικογραφίας.

Ειδικότερα, δια του ως άνω συμβολαίου, επωλήθη μεν το ποσοστό του 1/22 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου των 11 στρεμμάτων, που ανήκαν στον πωλητή, όμως, επίσης, δια του ίδιου συμβολαίου καθορίστηκε ότι η αγοράστρια, τρίτη των εναγόντων-εφεσιβλήτων είχε επί του επίδικου ακινήτου, έκτασης πεντακοσίων (500) τμ., την κατοχή ήδη από το έτος 1965, οπότε αυτή -όπως αυτολεξεί αναφέρει το συμβόλαιο-, ανήγειρε με δαπάνες της στο οικόπεδο αυτό ισόγεια οικία, αποτελούμενη από δωμάτιο έκτασης δεκαπέντε (15) τετραγωνικών μέτρων.

Ο δικαιοπάροχος της τρίτης των εφεσιβλήτων, Θ. Τ., είχε αποκτήσει την ως άνω ευρύτερη έκταση των 11 στρεμμάτων δυνάμει του υπ'αριθμ. …/1966 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μεγάρων Γεωργίου Στρατηγάκου, νόμιμα μεταγεγραμμένου, εξ αγοράς από τον Κ. Κ., στον οποίο είχε περιέλθει κατά κυριότητα ακόμη ευρύτερη έκταση 24 στρεμμάτων, λόγω πώλησης από τον Γ.

Τ. δια του υπ'αριθμ. .../1965 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Βοιών Μιχαήλ Λύρα, επίσης νόμιμα μεταγεγραμμένου, στον δε Γ. Τ. η συνολική έκταση των 24 στρεμμάτων είχε περιέλθει δυνάμει των παραχωρητηρίων με αριθμούς 233887 και 233888/1910 του Υπουργείου Οικονομικών, νομίμως μεταγεγραμμένων και σύμφωνα με τους όρους και τις υποχρεώσεις του νόμου ΓΑΑ' περί διανομής και διαθέσεως της εθνικής γης και των συμπληρωματικών αυτού νόμων, καθότι η έκταση αυτή ανήκε αρχικά στο Ελληνικό Δημόσιο.

Εξ όλων των ανωτέρω συνάγεται, ότι η τρίτη των εφεσιβλήτων- εναγόντων δεν κατέστη κυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, ήτοι δι' αγοράς, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1985 προαναφερόμενου συμβολαίου, πρωτίστως, διότι μεταξύ του ακινήτου, που αγόρασε και του επίδικου δεν υπάρχει ταυτότητα, αφού αυτή αγόρασε το 1/22 εξ αδιαιρέτου της συνολικής εκτάσεως των 11 στρεμμάτων, που ανήκαν στο Θ.

Τ., ενώ το επίδικο αφορά συγκεκριμένο τμήμα του ακινήτου αυτού, αυτούσιο, αυθύπαρκτο και αυτοτελές, χωρίς να έχει προηγηθεί για τη δημιουργία αυτού συμβόλαιο ή δικαστική απόφαση περί διανομής του ευρύτερου ακινήτου. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. 1975/10-2-2005 απόφαση της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Πελοποννήσου "περί Καθορισμού οριογραμμών αιγιαλού και παραλίας στη θέση "Π.

Η." του Δ.Δ. Αγίου Νικολάου του Δήμου Βοιών Λακωνίας", την από 27/10/2004 Έκθεση της αρμόδιας για τη χάραξη Επιτροπής και το από 27/10/2004 τοπογραφικό διάγραμμα, που τη συνοδεύουν, νομίμως απάντων δημοσιευμένων στο ΦΕΚ Δ/635/15-6-2005, ότι μέρος του επίδικου ακινήτου και συγκεκριμένα περί το 1/3 της έκτασης αυτού, κείται εντός της παραλίας, όπως αυτή οροθετήθηκε δια της προαναφερόμενης απόφασης, πλην όμως, επειδή μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης, δεν έχει συντελεστεί η εκ μέρους του Δημοσίου απαλλοτρίωση του τμήματος αυτού, ούτε, εξάλλου, το εκκαλούν Δημόσιο επικαλείται την ολοκλήρωση της απαλλοτριωτικής διαδικασίας, συνάγεται, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω μείζονα πρόταση, ότι στο τμήμα του επιδίκου, που κείται εντός ζώνης της παραλίας, δεν έχει μεταβληθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς, με συνέπεια να μην έχει καταστεί αυτό κοινόχρηστο, ούτε εκ του λόγου αυτού να έχουν μεταβληθεί τα όρια του υπάρχοντος οικισμού (όπως αυτά έχουν καθορισθεί δια της υπ'αριθμ. 1116/88/10-10-1989 απόφασης του Νομάρχη Λακωνίας).

Αποδείχθηκε, αντίθετα, λόγω της αδυναμίας των εφεσιβλήτων-εναγόντων να αποδείξουν ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στην έκταση των είκοσι τεσσάρων (24) στρεμμάτων, που είχαν παραχωρηθεί, κατά τα ανωτέρω, στον Γ. Τ., ότι αυτό συνιστά δημόσιο κτήμα, παρότι ως τέτοιο καταγράφηκε για πρώτη φορά το έτος 1971, ήτοι πριν τη συμπλήρωση οποιουδήποτε χρόνου χρησικτησίας (τακτικής ή έκτασης) υπέρ των εφεσιβλήτων και συνεπώς δεν χωρούσε επ' αυτού κτήση κυριότητας δια χρησικτησίας, ή μη μόνο εάν ο τριακονταετής απαιτούμενος χρόνος νομής του είχε ήδη συμπληρωθεί πριν την 11/9/1915, προϋπόθεση, η οποία, όμως, δεν συντρέχει στην υπό κρίση περίπτωση.

Αποδείχθηκε, όμως περαιτέρω, η καλή πίστη της τρίτης των εφεσίβλητων κατά την κατάρτιση του υπ' αριθμόν .../1985 προαναφερόμενου συμβολαίου, δια του οποίου αυτή αγόρασε το επίδικο από τον Θ. Τ., δεδομένου ότι κατά τη σύναψη του συμβολαίου αυτού, η ίδια πίστευε ότι αγόραζε από κύριο, γεγονός που αποδεικνύεται ιδίως από το υπ'αριθμόν 7418/3-3-1970, απευθυνόμενο προς αυτήν, έγγραφο της Νομαρχίας Λακωνίας, δια του οποίου η ως άνω Υπηρεσία του εκκαλούντος της γνωστοποιούσε ότι η επίδικη έκταση δεν ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά στον Γ.

Τ., ήτοι στον άμεσο δικαιοπάροχο του Θ. Τ., από τον οποίο εν συνεχεία η ίδια αγόρασε το επίδικο και εκ του λόγου αυτού, δεδομένη θεωρείται η καλή πίστη και των πρώτου και δεύτερης των εφεσιβλήτων-εναγόντων, στους οποίους η τρίτη των εφεσιβλήτων μεταβίβασε λόγω δωρεάς και κατά ποσοστό 1/4 στον καθένα, το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1989 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Βοιών Μιχαήλ Λύρα, νόμιμα μεταγεγραμμένου.

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες απέκτησαν εν τέλει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, νεμόμενοι το επίδικο με τα προσόντα της διάταξης αυτής, αδιατάρακτα, για δέκα (10), τουλάχιστον, έτη, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, το προαναφερόμενο, υπ'αριθμόν .../1985 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το παραπάνω δικαστήριο δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική συγκυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά τη βάση της από την άνω διάταξη της παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 4 του ν.3127/2003 και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τόσο του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. α' του ν. 3127/2003 όσο και εκείνες των άρθρων 1 παρ. 2 και 7 του ν. 2971/2001 "περί αιγιαλού και παραλίας", αφού για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 εδ.

α' του ν. 3127/2003 έκρινε ότι αποτελεί "νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία" το προδιαληφθέν - .../1985 - συμβόλαιο, με το οποίο - όπως δέχτηκε - η τρίτη αναιρεσίβλητη αγόρασε το 1/22 ποσοστό εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, ενώ τέτοιος - για ολόκληρο το επίδικο ακίνητο - δεν αποτελούσε, παρεκτός του ότι δεν δέχτηκε και ότι ο πληθυσμός του οικισμού "Π.

Η." που αυτό κείται δεν υπερβαίνει τους 2000 κατοίκους κατά τη διενεργηθείσα (προ της έναρξης του άνω νόμου) απογραφή, για δε την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 και 7 του ν.2971/2001 και συγκεκριμένα όσον αφορά το 1/3 της έκτασης του επίδικου ακινήτου που - όπως δέχτηκε - κείται εντός της παραλίας και "λόγω της αδυναμίας των εφεσιβλήτων εναγόντων να αποδείξουν ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στην έκταση των είκοσι τεσσάρων (24) στρεμμάτων, που είχαν παραχωρηθεί, κατά τα ανωτέρω, στο Γ.

Τ., συνιστά δημόσιο κτήμα", έκρινε ότι έπρεπε "για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο" να έχει "συντελεστεί η εκ μέρους του Δημοσίου απαλλοτρίωση του τμήματος αυτού", ενώ με βάση τα πιο πάνω που δέχτηκε και συγκεκριμένα ότι πρόκειται "για δημόσιο κτήμα" δεν συνέτρεχε κανένας λόγος να απαλλοτριωθεί.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος συναφείς λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 36/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, προκειμένου να δικάσει ως Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ