2167/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2167/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω η κατά το άρθρ. 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει, εκτός των άλλων, και όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 463/2004).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2167 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2167/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. (Σ.) Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλλιούρη.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. (Ν.) Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Βλάχο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7436/1998 του ίδιου Δικαστηρίου, 6203/2000 μη οριστική και 4679/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-3-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 21-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται προς εκδίκαση αίτηση για αναίρεση απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε απαίτηση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του αντιδίκου του, από μη εκπλήρωση σύμβασης έργου, και την, εντεύθεν ζημία του.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω η κατά το άρθρ. 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει, εκτός των άλλων, και όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 463/2004).
Πρέπει, δηλαδή, να μην προκύπτουν επαρκώς, από τις παραδοχές της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής των προϋποθέσεων τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της. (Ολ.
ΑΠ 28/1997, ΑΠ 435/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον υπαίτια και παράνομα, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η ανθρώπινη συμπεριφορά που αποτελεί το βασικό στοιχείο της αδικοπραξίας, είναι δυνατόν να συνίσταται και σε παράλειψη. Ακόμη, υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί, πέραν από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να επιστηρίζει και αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία, αν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως αντικειμένη στο από τα άρθρα 914 και 919 ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος υπαίτια άλλον και με τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, μη απαιτούμενου, προς τούτο, κάποιου άλλου στοιχείου (Ολ.ΑΠ 967/1973, ΑΠ 1582/2008).
Επί πλέον, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 686, 340, 343, 383, 385, 387, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι, επί υπερημερίας του εργολάβου λόγω μη έγκαιρης έναρξης της εκτέλεσης του έργου, ή καθυστέρησης ολικώς ή μερικώς, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, ή της εκτέλεσης του έργου, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο παράδοσης του έργου.
Με τη δήλωση της υπαναχώρησης καταργείται η σύμβαση αναδρομικά (ex tunc), επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων και δημιουργείται υποχρέωση αυτών να αποδώσουν, αμοιβαίως τις παροχές που έλαβαν, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1031/2004). Ο εργοδότης, ο οποίος ασκεί το δικαίωμα υπαναχώρησης μπορεί, επί πλέον, να ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 387 ΑΚ, να του επιδικαστεί, εύλογη, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αποζημίωση για την τυχόν ζημία από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης (Ολ.
ΑΠ 568/1975). Με τη διάταξη αυτή, ο νόμος εισάγει μετριασμό της ανορθωτέας ζημίας (ΑΠ 33/1980). Κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης αυτής δεν τίθεται από το νόμο. Το δικαστήριο της ουσίας, όμως, έχει τη δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει ή μη αποζημίωση, κατ' εύλογη κρίση, με τον περιορισμό, μόνο, ότι η πιο πάνω αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει την πραγματική ζημία του δανειστή που βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια προς την αντισυμβατική διαγωγή του οφειλέτη (ΑΠ 262/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: " Ο ενάγων είναι επιχειρηματίας, ασχολούμενος με τη διοργάνωση συναυλιών και εμφανίσεων καλλιτεχνών στην Αυστραλία. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του αυτών κατήρτισε με τον εναγόμενο, ο οποίος είναι τραγουδιστής, την από 27-3-1996 έγγραφη σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε, έναντι αμοιβής, την υποχρέωση να εμφανισθεί μαζί με το μουσικό συγκρότημά του, στις πόλεις Σύδνεϋ και Μελβούρνη στην Αυστραλία, σε πέντε παραστάσεις, κατά το χρονικό διάστημα από 30 Αυγούστου έως 7 Σεπτεμβρίου 1996.
Η αμοιβή συμφωνήθηκε στο ποσό των 20.000.000 δραχμών, ήτοι 4.000.000 δρχ. για κάθε παράσταση και έναντι του συνολικού αυτού ποσού ο ενάγων κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 4.000.000 δρχ. Από τον Μάιο όμως του ίδιου έτους, και ενώ ο εναγόμενος είχε την υποχρέωση να συνεργαστεί με τον ενάγοντα για την εκτέλεση της πιο πάνω σύμβασης, όπως να του αποστείλει το αναγκαίο φωτογραφικό υλικό για τη διαφήμιση, ώστε να εκτυπωθούν οι διαφημιστικές αφίσες και να του υποδείξει εγγράφως ηχητικά και φωτιστικά μηχανήματα, δεν προέβη σε καμία ενέργεια και με κάθε τρόπο αρνείτο να επικοινωνήσει με τον ενάγοντα, ο οποίος τον αναζητούσε.
Έτσι, αφού δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία, ο ενάγων, την 6-6-1996, του κοινοποίησε την υπό ίδια ημερομηνία "εξώδικη όχληση" με την οποία, αφού του επισήμαινε την άρνησή του να του αποστείλει, αν και ήταν αναγκαίο, το ως άνω φωτογραφικό υλικό και την εξαιτίας του αδυναμία επικοινωνίας τους, του έτασσε προθεσμία τεσσάρων ημερών από την ως άνω κοινοποίηση να επικοινωνήσει με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του στην Αθήνα για τη διευθέτηση των θεμάτων που προέκυψαν.
Ο εναγόμενος επικοινώνησε την επόμενη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος, στον οποίο και δήλωσε, ότι δεν προτίθεται να μεταβεί στην Αυστραλία και συνεπώς δεν θα εκτελέσει τη σύμβαση ... και ως λόγο, ο εναγόμενος ανέφερε ότι είχε κόπωση. Επίσης, τα ίδια ανέφερε και στον ενάγοντα ... Μετά τη συμπεριφορά του αυτή, ο ενάγων με την από 31-7-1996 αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης που κατέθεσε εναντίον του, δήλωσε ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση, μετά την όποια λύθηκε η ένδικη σύμβαση.
Υπό τα περιστατικά αυτά, υπαίτιος για τη λύση αυτή είναι ο εναγόμενος, ο οποίος από τον μήνα Μάιο και μετά άρχισε να εκδηλώνει την πρόθεσή του να μην εκτελέσει τη σύμβαση. Ενόψει αυτών είναι προφανές ότι η λύση της ένδικης σύμβασης έργου, με την υπαναχώρηση του ενάγοντος, οφείλεται στην κατά τα άνω συμπεριφορά του εναγομένου, ο οποίος κατέστη υπερήμερος περί την εκτέλεση αυτού ...
Μετά τα παραπάνω, εφόσον ο ενάγων εξαιτίας της συμπεριφοράς του εναγομένου υπαναχώρησε νόμιμα, ως εργοδότης, από την ένδικη σύμβαση έργου, δικαιούται εύλογη αποζημίωση για την ζημία την οποία υπέστη από την μη εκτέλεση της σύμβασης. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι, αν ο εναγόμενος εκτελούσε τη σύμβαση θα πραγματοποιούσε τρεις εμφανίσεις στο Σύδνεϋ, στην αίθουσα "BELLEVUE BANKSTOWN", χωρητικότητας 878 ατόμων, με τιμή εισιτηρίου κατ' άτομο 95 δολλαρίων Αυστραλίας, μία παράσταση στον χώρο συναυλιών του Σύδνεϋ "SYDNEY ENTERTAINMENT CENTER", χωρητικότητας 12.500 ατόμων, με τιμή εισιτηρίου 47,50 δολ.
Αυστραλίας και μία παράσταση στη Μελβούρνη στο χώρο συναυλιών "MELBOURNE CENTER RARK" χωρητικότητας 14.500 ατόμων, με τιμή εισιτηρίου 47,50 δολ. Αυστραλίας.
Συνεπώς οι συνολικές εισπράξεις θα ανέρχονταν στο ποσό του 1.532.730 δολ. Αυστραλίας ... Από το πιο πάνω ποσό, εάν αφαιρεθεί το ποσό των 420.952 δολ., που αντιστοιχεί στα έξοδα των ως άνω συναυλιών, όπως ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει στην προαναφερόμενη από 6-6-1996 Εξώδικη όχληση" προς τον εναγόμενο, απομένει το ποσό του 1.111.778 δολ.
που ισούται με 211.237.820 δρχ. (1.111.778 Χ 190 δρχ.), που αντιστοιχεί στο διαφυγόν κέρδος του ενάγοντος από την αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγομένου. Ενόψει των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, της ζημίας την οποία υπέστη ο ενάγων, συνιστάμενη μόνο στο διαφυγόν κέρδος αυτού, του πταίσματος του εναγομένου και της περιουσιακής κατάστασης των μερών, πρέπει κατ' εύλογη κρίση να γίνει εν μέρει δεκτό το σχετικό (περί αποζημιώσεως) αίτημα του ενάγοντος και να επιδικασθεί σ' αυτόν, κατ' αρθρ. 387 παρ.
Ι ΑΚ, που υπαναχώρησε από τη σύμβαση, προς ανόρθωση της πιο πάνω ζημίας του, το ποσό των 22.000.000 δραχμών. Περαιτέρω, όσον αφορά το ποσό των 4.000.000 δρχ., που ο εναγόμενος έλαβε ως προκαταβολή από τον ενάγοντα, αποδείχθηκε ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο ισχυρισμός του (εναγομένου) ότι ο πλουτισμός αυτός δεν σώζεται, καθόσον καταβλήθηκε στους 14 μουσικούς του, που θα τον συνόδευαν στην Αυστραλία, ανά 350.000 δρχ.
στον καθένα, ως προκαταβολή, για να εξασφαλίσει τη συμμετοχή τους στις εκεί εμφανίσεις του (βλ. την από 22-12-1997 ενυπόγραφη δήλωση των μουσικών) και συνεπώς, η υποχρέωσή του προς απόδοση έχει αποσβεσθεί σύμφωνα με το άρθρο 909 ΑΚ, που έχει εφαρμογή και όταν ο πλουτισμός συνίσταται σε χρηματική αξία, όπως εν προκειμένω.
Επομένως, ως προς το αίτημα αυτό, πρέπει ν' απορριφθεί η αγωγή".
Υπό τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκείς, σαφείς, και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της. Ειδικότερα: α) ουδόλως απορρέει από την απόφαση αυτή, ότι το Δικαστήριο διέγνωσε συρροή αξιώσεων, από σύμβαση και αδικοπραξία, και, παρά ταύτα, επιδίκασε μόνο εύλογη αποζημίωση σε εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. β) το ότι γίνεται λόγος για "υπαίτια συμπεριφορά" του ήδη αναιρεσίβλητου, πρόδηλα, δεν έχει την έννοια της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του τελευταίου, αλλά της εκτίμησης αυτής, εντός της σύμβασης. 'Αλλωστε, με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, η αποδιδόμενη στον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο, συμπεριφορά, δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθεί αδικοπραξία και χωρίς την προβαλλόμενη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, αφού η ίδια πράξη αποτελεί ανώμαλη εξέλιξη της, με τη σύμβαση αυτή, συσταθείσας ενοχής.
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ερμήνευσε εσφαλμένα, ούτε εφήρμοσε κατά λανθασμένο τρόπο, τις διατάξεις των άρθρων 591 του Συντάγματος 200, 281, 288, 686, 340, 343, 383, 385, 387, 297, 298, 914 και 919 ΑΚ. 'Αρα, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, ο οποίος προσάπτει στην εφετειακή απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες υποστηρίζοντας, ότι, υπό τα εκτεθέντα περιστατικά, έπρεπε να επιδικασθεί στον αναιρεσείοντα πλήρης αποζημίωση (λόγω αδικήματος), είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 909 του ΑΚ, η κατά τα άρθρα 904 επ. του ΑΚ υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού αποσβέννυται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πλέον, πλουσιότερος, κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απόσβεση της υποχρέωσης προς απόδοση του πλουτισμού ο οποίος επήλθε με τη λήψη χρημάτων χωρίς νόμιμη αιτία ή για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε, επέρχεται και όταν ο λήπτης αναλίσκει το χρηματικό ποσό που έλαβε, πραγματοποιώντας δαπάνες για να αντιμετωπίσει ανάγκες, στις οποίες, άλλως, δεν θα προέβαινε (σχετ.
ΑΠ 922/2007). 'Ετσι, ο πλουτισμός, θεωρείται, ότι σώζεται, όταν το ποσό που έλαβε ο λήπτης το διέθεσε για εξόφληση δικού του χρέους ή για δικές του ανάγκες, τις οποίες θα αντιμετώπιζε με δικές του δαπάνες (ΑΠ 682/2003). Ομοίως θεωρείται ότι ο πλουτισμός σώζεται, αν ο λήπτης κατέβαλε την παροχή σε τρίτο και, έτσι, αύξησε το ενεργητικό της περιουσίας του (ΑΠ 548/80).
Η διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ, παρέχει στον εναγόμενο ένσταση καταλυτική του δικαιώματος του ενάγοντος (ΑΠ 1420/1996). Στην κρινόμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων εκθέτει επιπλέον τα ακόλουθα: α) ότι, λανθασμένα το Εφετείο δέχτηκε, ότι δεν σώζεται ο πλουτισμός του αναιρεσίβλητου, γιατί αυτός αναλώθηκε σε δαπάνες που δεν θα γίνονταν, χωρίς τη λήψη του πλουτισμού, β) ο αναιρεσίβλητος, έχει την από το άρθρο 912 ΑΚ ευθύνη, δηλαδή ευθύνεται, αφ' ότου όφειλε να προβλέψει την αναζήτηση, ήτοι όταν αποφάσισε να μη εκπληρώσει την παροχή που συμβατικώς τον βάρυνε και ως (μερική) αντιπαροχή της οποίας είχε λάβει από τον αντισυμβαλλόμενό του το ένδικο ποσό, και γ) δεν προβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο με σαφήνεια και πληρότητα η ένσταση του ότι ο πλουτισμός δεν σώζεται.
Επ' αυτών, σημειώνονται τα ακόλουθα: σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν, ο πλουτισμός θεωρείται ότι σώζεται, αν χρησιμοποιηθεί, αποκλειστικά, για προσωπικές δαπάνες του λήπτη, δηλονότι για δαπάνες πέραν των συμβατικών υποχρεώσεων. Τέτοιες όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι οι δαπάνες των μουσικών, που θα εχρησιμοποιούντο για την εκπλήρωση της συμβατικής του υποχρέωσης, η οποία, για τους λόγους που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ουδέποτε έλαβε χώρα.
Σε αντίθετη εκδοχή, θα οδηγείτο το δικαστήριο, στο, αποκρουστέο, συμπέρασμα να εκπληρώνει ο αναιρεσίβλητος τις δικές του προς τρίτους, υποχρεώσεις, σε βάρος της περιουσίας του αντιδίκου του. 'Αρα, στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε εσφαλμένη ερμηνεία (και εφαρμογή) των διατάξεων, των άρθρων 904,909 ΑΚ, και ο σχετικός λόγος, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., της αναίρεσης, με στοιχείο 3.5, 3.6, 3.7, 3.8, 3.9 και 3.10 είναι βάσιμος.
Παρέλκει δε, μετά ταύτα, η έρευνα των περαιτέρω αιτιάσεων, που προβάλλει σχετικώς ο αναιρεσείων. 'Αρα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει μερικώς δεκτή, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος, η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4679/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων, οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσίβλητου τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος από τρεις χιλιάδες (3.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ