Supreme Court dismisses appeal claiming trial court failed to follow prior Supreme Court ruling on liability. Appeal rejected due to lack of legal issue resolution in prior decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellants argued the lower court failed to comply with a previous Supreme Court decision regarding liability for a traffic accident. The court ruled that the prior decision did not resolve a specific legal issue, thereby allowing the lower court to freely examine the case facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(18) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible under Article 561(1) if the referring court did not follow the legal solution provided by the Supreme Court, provided the prior decision did not leave a legal question unresolved.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2167 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2167/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευαγγέλου Γεωργόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6908/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ως άνω αναιρεσίβλητο με την από 30/6/2004 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 770/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 6908/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 4424/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/5/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 28/4/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 16 του Ν 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" συνιστάται με το νόμο αυτό νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" και συντετμημένα "Επικουρικό Κεφάλαιο", το οποίο τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του υπουργού Ανάπτυξης, εδρεύει στην Αθήνα και διέπεται από τις διατάξεις του νόμου.
Κατά το άρθρο 17 του ίδιου νόμου σκοπός του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι η καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης για αστική ευθύνη από αυτοκινητιστικά ατυχήματα κατά τα ειδικώτερον οριζόμενα στο άρθρο 19. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 19 του ίδιου νόμου το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητιστικά ατυχήματα όταν:
α) αυτός που υπέχει ευθύνη παραμένει άγνωστος. Στην περίπτωση αυτή όμως δεν υπάρχει υποχρέωση αποζημίωσης λόγω υλικών ζημιών ... Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση δε εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή, ενώ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 εδάφιο 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές, πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 13-9-1999 και περί ώρα 8 ο ΑΑ, γιός των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφός των λοιπών, οδηγώντας την ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, εκινείτο στην παραλιακή λεωφόρο ... με κατεύθυνση προς τη ...
στο αριστερό της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος αυτού. Ενώ εκινείτο στο ύψος της εισόδου του κέντρου "..." (από τα δεξιά του σε σχέση με την πορεία του) και στην έξοδο του δυτικού αερολιμένα του Ελληνικού (από αριστερά του) με ταχύτητα μεγαλύτερη των 80 χιλ/τρων ανά ώρα, παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα τον πεζό ΒΒ, ο οποίος κατ' εκείνο το χρόνο διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα του προς ...
ρεύματος κυκλοφορίας της λεωφόρου ..., από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, εκτός των υπαρχόντων σε απόσταση 111 μέτρων διαβάσεως πεζών. Στη συνέχεια, ο ίδιος απώλεσε τον έλεγχο της μοτ/τας, η οποία συνέχισε ανεξέλεγκτη την πορεία της στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και μετά παρεξέκλινε της πορείας της προς τα δεξιά, εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ανατράπηκε, σύρθηκε επί του οδοστρώματος, όπου άφησε αποξέσεις μήκους 6,50 μέτρων, κτύπησε στο ρείθρο του πεζοδρομίου, όπου άφησε αποξέσεις μήκους 0,35 μ.
και κατέληξε στο προστατευτικό κιγκλίδωμα που υπήρχε στο πεζοδρόμιο, το οποίο και στρέβλωσε, ενώ, τραυματίστηκε θανάσιμα και ο άνω οδηγός αυτής ΑΑ. Στο σημείο του ατυχήματος το ανώτατο όριο ταχύτητας καθορίζεται με πινακίδα 70 χιλιόμετρα ανά ώρα, σε απόσταση 111 μέτρων απ' αυτό υπάρχουν διαβάσεις πεζών που ορίζονται με διαγραμμίσεις όπου λειτουργούν φωτεινοί σηματοδότες, λίγο πριν το σημείο του ατυχήματος το προς ...
ρεύμα κυκλοφορίας παρουσιάζει καμπύλη προς τα δεξιά και αμέσως προς τα αριστερά, υπάρχουν τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, και κάθε κατεύθυνση διαχωρίζεται με νησίδα με προστατευτικές μπάρες. Ακόμη, κατά το χρόνο του ατυχήματος η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική και η κατάσταση της οδού ξηρά.
Ο πιο πάνω οδηγός της μοτ/τας από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις να επιδείξει, καταβάλλοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, κάτω από ανάλογες συνθήκες, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς ενταμένη την προσοχή του σ' αυτή, ούτε ασκούσε τον έλεγχο της μοτ/τας του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα αυτής, λαμβάνοντας υπόψη συνεχώς τις συνθήκες που επικρατούσαν στο οδόστρωμα, κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, αλλά εκινείτο με μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης στο σημείο αυτό, ταχύτητας γι' αυτό και δεν μπόρεσε να αντιληφθεί έγκαιρα τον πεζό να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, όπως θα μπορούσε αν οδηγούσε με σύνεση και με την επιτρεπόμενη στο σημείο αυτό ταχύτητα.
Ενόψει του ότι ο πεζός είχε διανύσει περί τα 2/3 του οδοστρώματος με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει, να τον τραυματίσει θανάσιμα, να απωλέσει στη συνέχεια και ο ίδιος τον έλεγχο της μοτ/τας, η οποία συνέχιζε ανεξέλεγκτη την πορεία της στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, παρεξέκλινε της πορείας της προς τα δεξιά, εισήλθε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και κατέληξε στο προστατευτικό κιγκλίδωμα του πεζοδρομίου.
Αντίθετα, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι τον πεζό ΒΒ τραυμάτισε θανάσιμα άλλο αυτοκίνητο, αγνώστου οδηγού, και ότι η αμελής συμπεριφορά του τελευταίου συνέβαλε στην εκτροπή της μοτ/τας του θανατωθέντος ΑΑ, εφόσον ανάμειξη αγνώστου οδηγού σ' αυτή δεν επιβεβαιώνεται από τα αποδεικτικά στοιχεία.
Ειδικότερα, οι μάρτυρες που εξετάστηκαν προανακριτικά, που δεν ήταν αυτόπτες, δηλαδή οι επιληφθέντες αρμοδίως αστυνομικοί της ΤΟΤΑ, τρίτοι που βρέθηκαν στο σημείο του ατυχήματος λίγο χρόνο μετά απ' αυτό, οδηγός και πλήρωμα του ασθενοφόρου που μετέφερε τον άτυχο ΑΑ στο Ασκληπιείο Βούλας, καθώς και οι συγγενείς των θανατωθέντων, δεν κατέθεσαν για ανάμειξη άλλου οδηγού στο ένδικο ατύχημα.
Ο υπαστυνόμος ... του τμήματος ΤΟΤΑ, ο οποίος επιλήφθηκε του ένδικου ατυχήματος και συνέταξε τα από 13-9-1999 δελτίο τροχαίου ατυχήματος, έκθεση απλής αυτοψίας (με χρόνο σύνταξης αυτής 9.05) και σχεδιάγραμμα, στην πιο πάνω έκθεση αυτοψίας βεβαιώνει στο με αρ. 2 ΕΙΔΟΣ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ: Παράσυρση πεζού από δικ-κλη μοτ/τα-Ανατροπή αυτής.
θανάσιμος τραυματισμός και στο με αριθμό 15 "Πορεία οχημάτων-πεζών" (βάσει πληροφοριών-πειστηρίων κλπ στοιχείων)..... μετά την παράσυρση η δικ/κλη μοτ/τα παρεξέκλινε προς τα δεξιά και προσέκρουσε σε προστατευτικό κιγκλίδωμα, χωρίς ουδεμία μνεία να περιέχεται στα πιο πάνω για πιθανή ανάμειξη άλλου αυτοκινήτου.
Στη συνέχεια ο πιο πάνω υπαστυνόμος με την από 17-3-2000 αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών αναφέρει για κάποιο τηλεφώνημα που δέχθηκε περί ώρα 8.30 της 13-9-1999 από άγνωστο άνδρα ότι στο ένδικο τροχαίο ατύχημα πιθανόν να εμπλέκεται ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου Renault Clio με ψηφία 8002 χρώματος γκρί, χωρίς όμως το στοιχείο αυτό να αναφέρει στην συνταχθείσα απ' αυτόν έκθεση αυτοψίας.
Όμως, μόνη η αναφορά αυτή για πιθανή εμπλοκή άλλου αυτοκινήτου, το οποίο καίτοι αναζητήθηκε δεν ανευρέθη (βλ από 17-3-2000 κατάθεση αστ/κα ...), δεν αποδεικνύει πράγματι εμπλοκή άλλου αυτοκινήτου και πολύ περισσότερο ότι η αμελής συμπεριφορά του τυχόν αγνώστου οδηγού συνέβαλε στην εκτροπή της μοτ/τας του θανατωθέντος ΑΑ.
Εξάλλου, τέτοια εμπλοκή δεν προκύπτει ούτε από τα ευρήματα που απεικονίζονται στο σχεδιάγραμμα τα οποία τοποθετούνται στο αριστερό και στο δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας και είναι στο μεν αριστερό λίμνη αίματος του πεζού, όπου βρέθηκε και αυτός μετά το ατύχημα, γυαλιά ηλίου, κομμάτι από ρολόι του θανατωθέντος ΑΑ και πλαστικό τεμάχιο της μοτ/τας του, στο δε δεξιό εκτός από τις αποξέσεις από τη μοτ/τα στο οδόστρωμα και στο ρείθρο του πεζοδρομίου τα υποδήματα, τεμάχιο τεχνητής οδοντοστοιχίας του ΑΑ, λίμνη αίματος από τον τραυματισμό του, καθώς αυτός βρέθηκε μετά το ατύχημα στο δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας της λεωφόρου.
Τέλος, ούτε η από 29-10-2001 τεχνική έκθεση που συνέταξε ο ... και προσκομίζουν οι ενάγοντες κατά την οποία ο πεζός χτυπήθηκε από αυτοκίνητο μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση το δικαστήριο, εφόσον αυτή στηρίζεται σε δεδομένα που δεν αποδεικνύονται". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε επί της αγωγής των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να τους καταβάλει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για το θάνατο του συγγενούς του, που κατά τους ισχυρισμούς τους οφειλόταν σε εμπλοκή αγνώστου αυτοκινήτου στο ένδικο ατύχημα, και την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος, κατά το μέρος που αποδίδει στην απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζεται το νομικό σφάλμα που αποδίδεται κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Περαιτέρω, ο ίδιος αυτός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, επίσης, ότι η απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, και ειδικότερα ότι περιέχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την πορεία του πεζού, αν ήταν αυτή αιφνίδια και ποια η απόσταση αυτού από την μοτοσικλέτα του συγγενούς τους, κατά το πρώτο αυτό μέρος είναι αλυσιτελής, διότι η τυχόν αποκλειστική υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του πεζού στην πρόκληση του ατυχήματος δεν ασκεί επιρροή στη δημιουργία της ευθύνης του αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου, η οποία γεννάται μόνο από την εμπλοκή αγνώστου αυτοκινήτου στο ατύχημα.
Κατά το δεύτερο μέρος του ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η απόφαση σχετικά με το ζήτημα της εμπλοκής ή όχι αγνώστου αυτοκινήτου στο ατύχημα περιέχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αφού αναφέρεται σε όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες της δημιουργίας του ατυχήματος και εξηγεί χωρίς αντιφάσεις του λόγους που αποκλείουν την εμπλοκή αγνώστου αυτοκινήτου σ' αυτό.
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).
Εξάλλου, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δεν μπορεί να θεμελιωθεί, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προαναφερόμενη από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον, θεμελιωτικό για γέννηση της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι στο ένδικο ατύχημα είχε εμπλακεί άγνωστο αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου ευθυνόταν για το θάνατο του συγγενούς τους.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει, ότι το Εφετείο εξέτασε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων-εναγόντων και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδει στην απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προτείνεται επίσης ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει με επίκληση οι αναιρεσείοντες και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του α) την από 5-10-1999 υπ' αριθμ ...
έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αν/γου ΕΑ ..., και β) την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του πεζού ΒΒ. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται αντίγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης, σε συνδυασμό με όλο γενικά το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα και επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και κατά το μέρος που προσάπτει στην απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
IV. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλουν την ανωτέρω από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της από 12-10-1999 προανακριτικής κατάθεσης του μάρτυρα ..., β) της από 17-3-2000 αναφοράς του υπαστυνόμου Α' ..., γ) της από 29-10-2001 τεχνικής έκθεσης του πραγματογνώμονα ...
και δ) του από 13-9-1999 σχεδιαγράμματος που συνέταξαν τα όργανα της τροχαίας, αποδίδοντας σ' αυτά άλλο περιεχόμενο σχετικά με την εμπλοκή στο ατύχημα αγνώστου αυτοκινήτου και την αιτία θανάτου του συγγενούς τους. Ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, επειδή το Εφετείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα αναγόμενο στην ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, αλλά αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, υπό την επίφαση δε της επίκλησης της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται η μη ελεγχόμενη αναιρετικώς αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
V. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε ως προς το νομικό ζήτημα που λύθηκε με την παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου τη λύση που δόθηκε από αυτόν. Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Δεν επιλύεται, όμως, νομικό ζήτημα, όταν με την αναιρετική απόφαση αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, για την αντιμετώπιση ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ή αποκλείστηκε η εφαρμογή του, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 εδ α' ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η απόφαση, ενώ κατά το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε με την 770/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή αναίρεση του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου κατά της 6908/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί της έφεσης αυτού κατά της 70/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η απόφαση 6908/2003 του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε από την 770/2005 του Αρείου Πάγου επειδή περιείχε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα του οδηγού του τυχόν εμπλακέντος σ' αυτό αυτοκινήτου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), κατά παραδοχή σχετικού λόγου του αναιρεσιβλήτου.
Το Εφετείο, επομένως, ως δικαστήριο της παραπομπής είχε εξουσία εξέτασης της ουσίας της υπόθεσης ελεύθερα, αφού η αναιρετική απόφαση δεν επίλυσε οποιοδήποτε νομικό ζήτημα και άρα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, συνακόλουθα δε ένεκα μη υπάρξεως άλλου λόγου προς έρευνα, απορριπτέα είναι και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Ως προς τη δικαστική, τέλος δαπάνη, αυτή, λόγω της ήττας τους, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Μαϊου 2007 αίτηση του Χ1, κλπ για αναίρεση της 4424/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσιες (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ