Legislator Case Law & Legislation
2166/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract breach for concert organization due to insufficient evidence and procedural errors.

Case Number 2166/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance judgment regarding a contract dispute over concert organization. The appellant argued that the lower court erred in evaluating evidence and improperly considered a bank statement submitted late without proper notice. The court rejected these claims, finding the evidence assessment sufficient and the late submission permissible under procedural rules allowing new evidence at the appellate stage. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1, Art. 559 paras. 8, 10, 11, Art. 529 para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court's evaluation of evidence is not arbitrary, and the admission of new evidence at the second instance does not constitute a ground for reversal.

Keywords

AI generated
contract breach concert organization appellate review evidence evaluation new evidence admission legal costs procedural error

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 paras. 8, 10, 11 of the Code of Civil Procedure
Art. 529 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 36/1988
AP 4/2006
Appeal dismissed because appellant failed to appear in court after being properly summoned and notified of the hearing date.
AP 159/2004
AP 418/2004
AP 556/2004
AP 579/2000
AP 1646/2002
AP 12/2005
AP 570/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2166 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2166 /2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2 ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. (Ν.) Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Βλάχο.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. (Σ.) Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλλιούρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7436/1998 του ίδιου Δικαστηρίου, 6203/2000 μη οριστική και 4679/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 27-1-2009 αίτησή του και τους από 12-2-2009 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 12-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Εισάγεται προς εκδίκαση, αίτηση όπως αυτή διαμορφώθηκε με πρόσθετους λόγους για αναίρεση, απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε απαίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου κατά του αντίδικου του, από προβαλλόμενη μη εκπλήρωση σύμβασης έργου ( διοργάνωσης συναυλίας), και την εντεύθεν ζημία του.

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, όταν παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού δίκαιου. Ο λόγος αυτός υπάρχει όταν υφίσταται ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που ιστορούνται από τον διάδικο ή που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα ρηθέντα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.

ΑΠ 36/1988, Ολ. ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 696, 340, 343, 383, 385, 387, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι επί υπερημερίας του εργολάβου, λόγω μη έγκαιρης έναρξης της εκτέλεσης του έργου ή καθυστέρησης εν όλω ή εν μέρει, χωρίς υπαιτιότητα, του εργοδότη ή της εκτέλεσης του έργου, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και χωρίς να αναμένει τον χρόνο της παράδοσης του έργου.

Με τη δήλωση της υπαναχώρησης καταργείται η σύμβαση αναδρομικά (ex tunc), επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων και δημιουργείται υποχρέωση αυτών να αποδώσουν, αμοιβαία, τις παροχές που έλαβαν, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1031/2004, ΑΠ 533/2002). Ο εργοδότης που ασκεί το δικαίωμα υπαναχώρησης μπορεί, επί πλέον, να ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 387 ΑΚ, να του επιδικαστεί εύλογη, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αποζημίωση για την τυχόν ζημία από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης (Ολ.ΑΠ 568/1975).

Με τη διάταξη αυτή, ο νόμος εισάγει μετριασμό της ανορθωτέας ζημίας (ΑΠ 33/1980). Κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης αυτής δεν τίθενται στο νόμο, το δικαστήριο δε της ουσίας έχει δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει ή μη, κατ' εύλογη κρίση, αποζημίωση με τον περιορισμό, μόνο, ότι η εν λόγω αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει την πραγματική ζημία του δανειστή, που βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια προς την αντισυμβατική διαγωγή του οφειλέτη (ΑΠ 262/2008).

Ο εργοδότης έχει τη δυνατότητα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο παράδοσης του έργου, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί ορισμένος χρόνος για την παράδοση του έργου (σχετ. και ΑΠ 981/1997). Αλλά και πριν ακόμη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, από την έναρξη της εκτέλεσης του έργου, αν είναι βέβαιο, πως ο εργοδότης δεν προτίθεται να κάνει έναρξη της εκτέλεσής του, κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, ο εργοδότης θα ήταν υποχρεωμένος να αναμένει την επέλευση του χρόνου και αν ακόμη ο εργολάβος είχε ρητά δηλώσει πως δεν έχει σκοπό να εκτελέσει το συμφωνηθέν έργο (σχετ.

ΑΠ 628/1976) .

Στην προκειμένη περίπτωση , στο αγωγικό του δικόγραφο, ο ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε, εκτός των άλλων, ότι: α) συνεφώνησε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα στις 27-3-1996 να εκτελέσει ο τελευταίος (εργολάβος), ως καλλιτέχνης τραγουδιστής, μαζί με το συγκρότημά του σειρά παραστάσεων στη Μελβούρνη και Σίδνεϋ της Αυστραλίας για το χρονικό διάστημα από 30-8-1996 έως 7-9-1996, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής 20.000.000 δρχ., β) ο αναιρεσίβλητος "έκλεισε" αίθουσες συναυλιών, προέβη σε κρατήσεις αεροπορικών εισιτηρίων, ξενοδοχείων και έξοδα διαφήμισης, γ) ο αναιρεσείων όμως ήδη από τα τέλη Μαΐου 1996 αρνήθηκε να του στείλει φωτογραφικό υλικό, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, ενώ στις αρχές Ιουνίου 1996, παρά την αποστολή εξώδικης όχλησης, δήλωσε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, ότι δεν είχε πρόθεση να εκτελέσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και τον κάλεσε να αναλάβει την προκαταβολή που του είχε ήδη δώσει από 4.000.000 δρχ., ενώ το ίδιο είπε και σε συνεντεύξεις του και στον αναιρεσίβλητο σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν στις 6-7-1996, δ) τότε ο τελευταίος, αφού πείστηκε πως ο αναιρεσείων δεν είχε πρόθεση να εκτελέσει το συμφωνηθέν έργο, του δήλωσε πως υπαναχωρεί από τη σύμβαση και ζήτησε τα αναφερόμενα σ' αυτή (αγωγή) χρηματικά ποσά.

Η προσβαλλόμενη απόφαση (μη οριστική) έκρινε, με βάση τα παραπάνω, πως η αγωγή ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 686, 330, 335, 340, 346, 383, 385, 387, 389 εδ.β', 390, 904 επ. ΑΚ. Με βάση δε τα νομικά δεδομένα που προεκτέθηκαν, ορθά έκρινε και ουδόλως, παραβίασε είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή τις παραπάνω διατάξεις, όπως αβάσιμα προβάλλει με τον μοναδικό λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων, θεωρώντας πως η αγωγή δεν ήταν νόμιμη.

Κατά ταύτα, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

II. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ 8 ΚΠολΔ εάν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1255/2ΟΟ4).

Πράγματα, άρα, δεν αποτελούν τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων και, γενικότερα, οι ισχυρισμοί τους, οι οποίοι υποβάλλονται διηγηματικά για ευδοκίμηση της αγωγής ή στα πλαίσια της γενικής άρνησης της και αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Προϋποτίθεται εδώ ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και έλλειψη ή αντίφαση στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 1471/2004, ΑΠ 466/2004). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 353/2004) και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, εφ' όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995).

Τέλος, ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Τα πράγματα στη διάταξη αυτή έχουν το αυτό εννοιολογικό περιεχόμενο με εκείνο του άρθρου 559 αρ. 8, όπως, ήδη, εκτέθηκε.

Άρα, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί και όχι τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων, ή του δικαστηρίου (ΑΠ 202/2000, ΑΠ 379/2004), ούτε οι ισχυρισμοί που έχουν σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων και την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 244/2001). Επιρροή στην έκβαση της δίκης δεν ασκούν μη νόμιμοι ή αόριστοι ισχυρισμοί (ΑΠ 814/1996).

Η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου δέχτηκε, πλην άλλων, και τα ακόλουθα "Ο ενάγων είναι επιχειρηματίας ασχολούμενος με τη διοργάνωση συναυλιών και εμφανίσεων καλλιτεχνών στην Αυστραλία. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του αυτών κατήρτισε με τον εναγόμενο, ο οποίος είναι τραγουδιστής, την από 27-3-1996 έγγραφη σύμβαση δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε έναντι αμοιβής, την υποχρέωση να εμφανισθεί μαζί με το μουσικό συγκρότημα του, στις πόλεις Σύδνεϋ και Μελβούρνη στην Αυστραλία, σε πέντε παραστάσεις, κατά το χρονικό διάστημα από 30 Αυγούστου έως 7 Σεπτεμβρίου 1996.

Η αμοιβή συμφωνήθηκε στο ποσό των 20.000.000 δραχμών, ήτοι 4.000.000 δρχ. για κάθε παράσταση και έναντι του συνολικού αυτού ποσού ο ενάγων κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 4.000.000 δρχ. Από τον Μάιο όμως του ίδιου έτους, και ενώ ο εναγόμενος είχε την υποχρέωση να συνεργαστεί με τον ενάγοντα για την εκτέλεση της πιο πάνω σύμβασης, όπως να του αποστείλει το αναγκαίο φωτογραφικό υλικό για τη διαφήμιση, ώστε να εκτυπωθούν οι διαφημιστικές αφίσες και να του υποδείξει εγγράφως ηχητικά και φωτιστικά μηχανήματα, δεν προέβη σε καμία ενέργεια και με κάθε τρόπο αρνείτο να επικοινωνήσει με τον ενάγοντα, ο οποίος τον αναζητούσε.

Έτσι, αφού δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία, ο ενάγων, την 6-6-1996, του κοινοποίησε την υπό ίδια ημερομηνία "εξώδικη όχληση" με την οποία, αφού του επισήμαινε την άρνησή του να του αποστείλει, αν και ήταν αναγκαίο, το ως άνω φωτογραφικό υλικό και την εξαιτίας του αδυναμία επικοινωνίας τους, του έτασσε προθεσμία τεσσάρων ημερών από την ως άνω κοινοποίηση να επικοινωνήσει με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του στην Αθήνα για τη διευθέτηση των θεμάτων που προέκυψαν.

Ο εναγόμενος επικοινώνησε την επόμενη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος στον οποίο και δήλωσε ότι δεν προτίθεται να μεταβεί στην Αυστραλία και συνεπώς δεν θα εκτελέσει τη σύμβαση...και ως λόγο, ο εναγόμενος ανέφερε, ότι είχε κόπωση. Επίσης, τα ίδια ανέφερε και στον ενάγοντα... Μετά τη συμπεριφορά του αυτή, ο ενάγων με την από 31-7-1996 αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης που κατέθεσε εναντίον του, δήλωσε ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση, μετά την οποία λύθηκε η ένδικη σύμβαση.

Υπό τα περιστατικά αυτά, υπαίτιος για τη λύση αυτή είναι ο εναγόμενος, ο οποίος από τον μήνα Μάιο και μετά άρχισε να εκδηλώνει την πρόθεσή του να μην εκτελέσει τη σύμβαση ..., Ενόψει αυτών είναι προφανές, ότι η λύση της ένδικης σύμβασης έργου, με την υπαναχώρηση του ενάγοντος, οφείλεται στην κατά τα άνω συμπεριφορά του εναγομένου, ο οποίος κατέστη υπερήμερος περί την εκτέλεση αυτού και οι ισχυρισμοί του ότι η μη εκτέλεση της σύμβασης οφείλεται στο ότι ο ενάγων δεν εξόφλησε κατά τα συμφωνηθέντα, την αμοιβή του μέχρι 31-7-1996 και στο ότι δεν είχε προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για τη μετάβαση βίου και των μουσικών του στην Αυστραλία, όπως θεωρήσεις εισόδου, κράτηση αεροπορικών εισιτηρίων, κράτηση δωματίων σε ξενοδοχεία, μίσθωση ηχητικών και φωτιστικών μηχανημάτων και μουσικών οργάνων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ...

Μετά τα παραπάνω, εφόσον ο ενάγων, εξαιτίας της συμπεριφοράς του εναγομένου υπαναχώρησε νόμιμα, ως εργοδότης, από την ένδικη σύμβαση έργου, δικαιούται εύλογη αποζημίωση για την ζημία την οποία υπέστη από την μη εκτέλεση της σύμβασης ... . Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αν ο εναγόμενος εκτελούσε τη σύμβαση θα πραγματοποιούσε τρεις εμφανίσεις στο Σύδνεϋ, στην αίθουσα "...", χωρητικότητας 878 ατόμων, με τιμή εισιτηρίου κατ' άτομο 95 δολαρίων Αυστραλίας, μία παράσταση στον χώρο συναυλιών του Σύδνεϋ "...", χωρητικότητας 12.500 ατόμων, με τιμή εισιτηρίου 47,50 δολ.

Αυστραλίας και μία παράσταση στη Μελβούρνη στο χώρο συναυλιών "..." χωρητικότητας 14.500 ατόμων, με τιμή εισιτηρίου 47,50 δολ. Αυστραλίας.

Συνεπώς οι συνολικές εισπράξεις θα ανέρχονταν στο ποσό του 1.532.730 δολ. Αυστραλίας ... Επί πλέον εισπράξεις και δη του ποσού των 57.948 δολ. από πώληση ποτών, δεν αποδείχθηκε, ότι θα πραγματοποιούσε ο ενάγων, καθόσον η τιμή του ποτού συμπεριλαμβάνεται στην τιμή του εισιτηρίου. Από το πιο πάνω ποσό εάν αφαιρεθεί το ποσό των 420.952 δολ., που αντιστοιχεί στα έξοδα των ως άνω συναυλιών, όπως ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει στην προαναφερόμενη από 6-6-1996 "Εξώδικη όχληση" προς τον εναγόμενο, απομένει το ποσό του 1.111.778 δολ. που ισούται με 211.237.820 δρχ. (1.111.778 Χ 190 δρχ.), που αντιστοιχεί στο διαφυγόν κέρδος του ενάγοντος από την αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγομένου ...".

Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο από τους πρόσθετους λόγους της αναίρεσής του, προβάλλει πως το Εφετείο δεν έκρινε ορθά για το ύψος της ζημίας (εύλογης αποζημίωσης), την οποία θεώρησε πως υπέστη ο ενάγων, εφ' όσον: 1) έλαβε υπόψη το ύψος του διαφυγόντος κέρδους, που εκτίθεται ασαφώς στην αγωγή, εκτίμησε το κόστος των συναυλιών της Αυστραλίας σε 420.952 δολ.

Αυστραλίας, πράγμα το οποίο συνήγαγε, αποκλειστικά, από δήλωση του ενάγοντος, χωρίς άλλα αποδεικτικά στοιχεία και, έτσι, έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν, εφ' όσον ο αναιρεσίβλητος δεν έκανε λόγο για το κόστος των συναυλιών του, δεν αφαίρεσε τα έξοδα, δέχτηκε ως ορισμένη, αόριστη αγωγή, αφού δεν μνημονεύει αναλυτικά, το κόστος των συναυλιών, 2) η απόφαση δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες, εφ' όσον κάνει λόγο για έσοδα σε συνάρτηση με την χωρητικότητα των συναυλιακών χώρων, χωρίς να αποδεικνύεται, πως θα υπήρχε πληρότητα τούτων κατά 100%, ούτε προσδιορίζεται το κόστος της μίσθωσης των χώρων της φιλοξενίας και μετακίνησης του προσωπικού, καλλιτεχνικού και τεχνικού και το κόστος της διαφήμισης.

Όμως, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές της, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της. Ακόμη, δεν μπορεί να γίνει λόγος για "πράγματα" που δεν προτάθηκαν, αλλά, παρά ταύτα, λήφθηκαν υπόψη, γιατί οι αναφορές έχουν σχέση με εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων και όχι αυτοτελών ισχυρισμών.

Εξ άλλου, ο αναιρεσείων δεν μνημονεύει, σύμφωνα με τις νομικές παραδοχές οι οποίες προπαρατέθηκαν, ότι αυτός πρόβαλε πραγματικούς ισχυρισμούς που αγνοήθηκαν και ποίοι ή ποίος πραγματικός ισχυρισμός του αντιδίκου του, και όχι απλά υποστηρικτικά της ουσίας της υπόθεσης επιχειρήματα του, έγινε δεκτός, χωρίς να προταθεί.

Το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχτηκε σε συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο, στο οποίο προσέδωσε συγκεκριμένη αποδεικτική βαρύτητα, χωρίς να ενισχύσει την αποδεικτική κρίση της και με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, δεν βαρύνει, εν προκειμένω. Ούτε συνιστά ανεπαρκή αιτιολογία, ακόμη δε και έλλειψη νόμιμης βάσης, ο τρόπος με τον οποίο η απόφαση εκτίμησε τις αποδείξεις και ο συνοπτικός μεν, αλλά πλήρης και σαφής τρόπος υπολογισμού των εξόδων των συναυλιών, τα οποία, κατά τον προσδιορισμό τους, αφορούν την ουσία της υπόθεσης και όχι το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει, πως η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει ν' αναιρεθεί για το λόγο, ότι υφίστανται οι από το άρθρο 559 αρ. 8, 10 και 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.

III. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ή έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Πρέπει, δηλαδή, να έχει γίνει και επίκληση του αποδεικτικού μέσου που προσκομίστηκε, σαφής και ορισμένη, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 418/2004, ΑΠ 556/2004).

Ο λόγος αυτός θεμελιώνεται και όταν οι αποδείξεις προσκομίστηκαν απαράδεκτα (ΑΠ 579/2000, ΑΠ 1646/2002). Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης του, ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη, για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης της, το αντίγραφο ενός βιβλιαρίου καταθέσεων από κοινό λογαριασμό της Ιονικής Τράπεζας, το οποίο δεν είχε προσκομιστεί πρωτόδικα, ούτε το ανέφερε στην έφεση, αλλά προσκομίστηκε "...

μετά τη συζήτηση στο δικαστήριο του πρώτου βαθμού και χωρίς να προκύπτει, ότι παρασχέθηκε προθεσμία περί αυτού ...". Όμως, εδώ σημειώνονται τα ακόλουθα: α) ο αναιρεσείων δεν μνημονεύει, ότι ο αναιρεσίβλητος προσκόμισε χωρίς επίκληση, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο το πιο πάνω έγγραφο, β| σε κάθε περίπτωση, από τη νόμιμη επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσίβλητου προκύπτει, ότι έγινε επίκληση του συγκεκριμένου εγγράφου (σελ. 49 προτάσεων αυτού) γ) το ότι τούτο, κατά τον αναιρεσείοντα, προσκομίστηκε, για πρώτη φορά, στο Εφετείο, δεν συνιστά τον από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναίρεσης, γιατί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 § 1 Κ.Πολ.Δ. είναι επιτρεπτή η προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων στο εφετείο, (ΑΠ 12/2005, ΑΠ 570/2003). Άρα, και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης , είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (αρθρ 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-1-2009 αίτηση , όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 12-2-2009 πρόσθετους λόγους, του Π. -Ν. Σ., προς αναίρεση των 4679/2007 και 6218/2000 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ