Legislator Case Law & Legislation
2165/2009 AI generated

2165/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2165/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Προυποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημιώσεως χρήσεως, κατ΄ άρθρο 601 Α.Κ. Η αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας προυποθέτει πταίσμα του οφειλέτη, το οποίο τεκμαίρεται και την ανυπαρξία του οφείλει να επικαλεσθεί, κατ΄ ένσταση, και να αποδείξει ο οφειλέτης, ώστε να απαλλαγεί. Στοιχεία για το ορισμένο των αναιρετικών λόγων από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Legislator headnote

AI generated

2165/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 601 Α.Κ., συνάγεται ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημιώσεως χρήσεως, είναι η λήξη της μισθώσεως και η μετά ταύτα παράνομος παρακράτηση του μισθίου, χωρίς δηλαδή δικαίωμα από τον νόμο, την σύμβαση ή δικαστική απόφαση, χωρίς να ερευνάται αν ο μισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της αποδόσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2165 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Προυποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημιώσεως χρήσεως, κατ΄ άρθρο 601 Α.Κ. Η αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας προυποθέτει πταίσμα του οφειλέτη, το οποίο τεκμαίρεται και την ανυπαρξία του οφείλει να επικαλεσθεί, κατ΄ ένσταση, και να αποδείξει ο οφειλέτης, ώστε να απαλλαγεί. Στοιχεία για το ορισμένο των αναιρετικών λόγων από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Αριθμός 2165/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" (πρώην Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ") που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μύρτσο και κατέθεσε προτάσεις

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Φασούλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30/7/2004 κύρια και 12/4/2005 παρεμπίπτουσα αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30936/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2330/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/12/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 20/1/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 601 Α.Κ., συνάγεται ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημιώσεως χρήσεως, είναι η λήξη της μισθώσεως και η μετά ταύτα παράνομος παρακράτηση του μισθίου, χωρίς δηλαδή δικαίωμα από τον νόμο, την σύμβαση ή δικαστική απόφαση, χωρίς να ερευνάται αν ο μισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της αποδόσεως.

Εκτός από την ανωτέρω αποζημίωση χρήσεως, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει, για την παρακράτηση του μισθίου, και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτου (άρθρο 343 επ. Α.Κ.), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του οφειλέτου-μισθωτού, το οποίο όμως, τεκμαίρεται και την ανυπαρξία που οφείλει να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση, και να αποδείξει ο οφειλέτης, ώστε να απαλλαγεί.

Μόνη, όμως, η δικαστική διένεξη μεταξύ των διαδίκων σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογεί την παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας εσωτερικού ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν αρκεί να αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, αλλά πρέπει να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, πού ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα.

Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, όχι όμως αν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθεμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.

Αντιφατικότητα δε των αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ορθώς εφήρμοσε τον νόμο. Αμφότεροι, όμως, οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι ελέγχονται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά και όχι με βάση εκείνα, που φέρεται ότι είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων αλλά το δικαστήριο δεν εξήτασε ή δεν δέχθηκε.

Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε επί αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων περί καταβολής περαιτέρω αποζημιώσεως, για παράνομο παρακράτηση του μισθίου από την μισθώτρια- ήδη αναιρεσείουσα, έγιναν, ανελέγκτως, δεκτά, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω: Εν σχέσει προς την αγωγή:..." Η μίσθωση αυτή, καταληφθείσα από τις εκάστοτε νομοθετικές ρυθμίσεις για τις εμπορικές μισθώσεις και έχοντας υπερβεί τη χρονική διάρκεια των δώδεκα ετών, παρατάθηκε αναγκαστικώς- αρχικώς έως 31-8-1997 και στη συνέχεια έως 31-8-2001, αφού οι ενάγοντες- εκκαλούντες εκμισθωτές δεν άσκησαν εντός εννέα μηνών από την λήξη της μισθώσεως αγωγή για την απόδοση του μισθίου.

Εν όψει δε του ότι μετά τις 31-8-2001 η εναγομένη- εφεσίβλητη μισθώτρια εξακολούθησε να παραμένει στη χρήση του μισθίου, χωρίς εναντίωση των μισθωτών, η μίσθωση κατέστη αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, οι ενάγοντες- εκκαλούντες άσκησαν στις 30-12-2003 ενώπιον του Μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την 45568/2003 αγωγή τους κατά της εναγομένης, με την οποία ζήτησαν την απόδοση της χρήσης του μισθίου.

Η ως άνω αγωγή ίσχυσε ως καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης και επέφερε τη λήξη της αορίστου χρόνου ένδικης μίσθωσης, στις 31-1-2004 (άρ. 609 Α.Κ.). Παρά, όμως, τη ρητή εναντίωση των εναγόντων στην εξακολούθηση της μίσθωσης μετά την λήξη της, που κατά τα προεκτεθέντα επήλθε την 31-1-2004, η μισθώτρια συνέχισε να κάνει χρήση του μισθίου καταστήματος και μετά την 1-2-2004, ημερομηνία κατά την οποία όφειλε να είχε παραδόσει το μίσθιο...

Έτσι αποδείχθηκε ότι η εναγομένη- μισθώτρια.... Παρακράτησε παράνομα το μίσθιο για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-2-2004 έως 31-5-2005, οπότε και περιήλθε το μίσθιο και πάλι στην κατοχή των εκμισθωτών. Επομένως, η εναγομένη- μισθώτρια είναι υπόχρεη σε αποκατάσταση της ζημίας των εναγόντων- εκμισθωτών...".

Περαιτέρω, το Εφετείο, αναφέροντας ότι η δικαστική διαμάχη των διαδίκων, εν σχέσει προς την απόδοση του μισθίου, συνεχίσθηκε, δέχθηκε ότι "η αγωγή, με την 11114/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε την 11-5-2004, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δεχθείσα ότι η αγωγή δεν περιείχε καταγγελία της αορίστου χρόνου ένδικης μίσθωσης.

Κατόπιν άσκησης έφεσης από τους εκμισθωτές εκδόθηκε η 822/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε την 23-3-2005, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δεχθείσα δε ότι η ένδικη μίσθωση έληξε την 31-1-2004 έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στους ενάγοντες, όμως, κατά το διατακτικό της, "με την προηγούμενη καταβολή αποζημίωσης για την άϋλη εμπορική αξία ύψους 84.504 €".

Οι ενάγοντες.... Στο μεταξύ άσκησαν αναίρεση κατά της 822/2005 απόφασης... επί της οποίας εκδόθηκε η 1349/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που δημοσιεύθηκε στις 21-6-2006 και αναίρεσε την απόφαση ως προς το σκέλος του όρου της καταβολής άϋλης αξίας.... Τελικώς, εκδόθηκε η 64/2007 απόφαση (του Εφετείου Θεσσαλονίκης), που δημοσιεύθηκε την 19-1-2007 και αποφάνθηκε, ότι οι εκμισθωτές δεν υποχρεούνται να καταβάλουν στην μισθώτρια αποζημίωση για την άϋλη εμπορική αξία του μισθίου...".

Ως προς τον ισχυρισμό δε της εναγομένης- μισθώτριας, περί ελλείψεως υπαιτιότητάς της, το Εφετείο δέχθηκε... "Η εναγομένη μισθώτρια εταιρεία ισχυρίσθηκε ότι δεν την βαρύνει υπαιτιότητα για την μη απόδοση του μισθίου μετά την λήξη της μίσθωσης, α) διότι, εφ' όσον οι εκμισθωτές είχαν υποχρέωση προηγούμενης καταβολής αποζημιώσεως της άϋλης εμπορικής αξίας, σύμφωνα με την 822/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η ίδια είχε δικαίωμα επίσχεσης, ήτοι να μη παραδόσει τη χρήση του μισθίου μέχρι την καταβολή της αποζημίωσης και β) διότι είχε την πεποίθηση από τον χρόνο κοινοποίησης της αγωγής των εναγόντων για απόδοση της χρήσης του μισθίου ότι η μίσθωση δεν είχε λήξει.

Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης, περί ελλείψεως υπαιτιότητάς της για την παρακράτηση του μισθίου, μετά την λήξη της μισθωτικής σύμβασης, ο οποίος ... συνιστά νόμιμα ένσταση στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 336, 342 ΑΚ, ελέγχεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο, όσον αφορά στο πρώτο σκέλος του, ως άνω, ισχυρισμού, η απόφαση 822/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή των εκμισθωτών για απόδοση του μισθίου υπό τον όρο προηγούμενης καταβολής αποζημίωσης εκ μέρους των εκμισθωτών για την άϋλη αξία (που στη συνέχεια αναιρέθηκε ως εσφαλμένη..

και η εκδοθείσα μετ' αναίρεση 64/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου αναγνώρισε ότι δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση τέτοια υποχρέωση των εκμισθωτών) δημοσιεύθηκε μόλις την 23-3-2005 δεν εκτελέσθηκε από τους εκμισθωτές και η μισθώτρια την 1-6-2005 έστειλε εξώδικο, με το οποίο προσφερόταν οικειοθελώς να παραδώσει το μίσθιο, υπό τον όρο προηγούμενης καταβολής της αποζημίωσης για την άϋλη αξία του μισθίου.

Πλην, όμως ακόμα και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι η μισθώτρια, βασισμένη στην εσφαλμένη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αρνήθηκε την απόδοση του μισθίου, ασκώντας δικαίωμα επίσχεσης ... τούτο έγινε μετά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι μόλις την 1-6-2005, γεγονός που δεν αίρει την υπαιτιότητά της για την από τη λήξη της μίσθωσης (1-2-2004) και μέχρι την 31-5-2005 παράνομη παρακράτηση του μισθίου.

Όσον αφορά στο δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού σε καμία περίπτωση η εσφαλμένη πεποίθηση της μισθώτριας ότι η μίσθωση δεν είχε λήξει και επομένως δεν είχε υποχρέωση απόδοσης του μισθίου, δεν μεταβάλλει τον πραγματικό χρόνο λήξης της μίσθωσης και δεν αίρει την υπαιτιότητά της για την παράνομη παρακράτηση του μισθίου, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν ο σχετικός ισχυρισμός προβάλλεται εντελώς αορίστως, χωρίς να περιέχονται στοιχεία τυχόν νομικής πλάνης...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό των ήδη αναιρεσειόντων περί ελλείψεως υπαιτιότητός των, για την παρακράτηση του μισθίου και έκανε δεκτές τις συνεκδικαζόμενες αγωγές των αναιρεσιβλήτων. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των άρθρων 601, 342 ΑΚ, επειδή το Εφετείο, "ενώ η μισθώτρια ήδη αναιρεσείουσα είχε ισχυρισθεί ότι η επίδικη μίσθωση δεν είχε λήξει, γεγονός που επιβεβαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 11114/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε την αγωγή αποδόσεως του μισθίου και επομένως δεν είχε υποχρέωση αποδόσεως, καθώς και ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν υποχρέωση προηγουμένης καταβολής αποζημιώσεως άυλης εμπορικής αξίας που δέχθηκε η υπ' αριθμ. 822/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, παρά ταύτα απέρριψε τους ισχυρισμούς του και θεώρησε ότι βαρύνεται με υπαιτιότητα και ότι την πεποίθησή της για μη υπαιτιότητα βάσισε σε λανθασμένες δικαστικές αποφάσεις." Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, εφ' όσον σ' αυτόν δεν προσδιορίζεται το, κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας, υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερον, με βάση τις παραδοχές της αποφάσεως, που έγκειται το σφάλμα, το οποίο καθιστά φανερή την παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, εφ' όσον, με τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν έλαβε χώρα εσφαλμένη εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων. Και τούτο, διότι το Εφετείο εδέχθη την λήξη της συμβάσεως μισθώσεως από 1-2-2004, με την υπ' αριθμ. 45568/2003 αγωγή που ίσχυσε ως καταγγελία (κατά παραδοχή της οποίας διετάχθη η απόδοση του μισθίου), την παράνομο παρακράτηση του μισθίου μέχρι την 31-5-2005 και την μη ύπαρξη λόγου άρσεως της τεκμαιρομένης υπαιτιότητος της αναιρεσείουσας, εφ' όσον μόνη η εσφαλμένη πεποίθηση αυτής ότι η μίσθωση δεν είχε λήξει δεν αναιρεί την υπαιτιότητά της, όπως δεν την αναιρεί και το επικαλούμενο δικαίωμα επισχέσεως, το οποίο, βασιζόμενο σε αναιρεθείσα απόφαση, ασκήθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε χρόνο εκτός του επιδίκου χρονικού διαστήματος, καθώς και η μεταξύ των διαδίκων δικαστική διένεξη.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι "στερείται νομίμου βάσεως και έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που δεν μπορούν να θεμελιώσουν την δικανική πεποίθηση ότι η αναιρεσείουσα βαρύνεται με υπαιτιότητα για την παρακράτηση του μισθίου".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, εφ' όσον στηρίζεται σε ελλείψεις ή αντιφάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος. Σε κάθε, όμως, περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι με όσα δέχθηκε το Εφετείο αναφορικώς με το προεκτεθέν ζήτημα, δεν στέρησε την απόφασή του της νομίμου βάσεως, αλλά διέλαβε σ' αυτή πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των, ως άνω, κανόνων που εφαρμόσθηκαν, τους οποίους δεν παρεβίασε εκ πλαγίου.

Όσο αφορά δε στην επί μέρους αιτίαση του αυτού λόγου, ότι το Εφετείο αναιτιολόγητα απέρριψε τον προταθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό, περί νομικής πλάνης, "ως αόριστο", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφ' όσον η πλημμέλεια αυτή δεν ελέγχεται με τον προβλεπόμενο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγο, που προϋποθέτει την κατ' ουσίαν έρευνα του ισχυρισμού.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, στο σύνολό της, καταδικαστεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-12-2007 αίτηση της Ομόρρυθμης Εταιρείας, υπό την επωνυμία "...Ο.Ε.", περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2330/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ