2165/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/1/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1944/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5494/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/7/2005 αίτησή τους και τους από 10/11/2005 πρόσθετους λόγους.
Legislator headnote
AI generated2165/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, οι πιο πάνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της τρίτης αναιρεσιβλήτης (άρθρα 1710, 1813, 1820, και 1846 ΑΚ) νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την λόγω θανάτου εκείνης βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της, χωρίς να δημιουργείται από αυτό απαράδεκτο της συζητήσεως της υποθέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2165 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2165/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. χ1 , 2. χ2, κατοίκου ωσαύτως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Πάσχο.
Των αναιρεσίβλητων: 1.ψ1, 2. ψ2, 3. ψ3, η οποία στο μεταξύ απεβίωσε στις 26-1-2006 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους: α) .........., β) ......... (σύζυγο και τέκνο του προαποβιώσαντος υιού της ψ), γ) ........ (υιού της αποβιωσάσης), δ) ........ (θυγατέρα της αποβιωσάσης) και ε) ........ (υιού της αποβιωσάσης), ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης μητέρας των ψ3, 4. ψ4, 5. ψ5, 6. ψ6, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Σίνο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/1/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1944/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5494/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/7/2005 αίτησή τους και τους από 10/11/2005 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 10/10/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδαφ. α΄, 287 παρ.1 και 290 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψή αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες και προκύπτει και από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσιβλήτους ......... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Πολιχνίτου Λέσβου, μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση, απεβίωσε η τρίτη αναιρεσίβλητη ψ3 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους άλλους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι είναι τέκνα της (οι τέταρτος, πέμπτη και έκτος) και κληρονόμοι τέκνου της, που έχει προαποβιώσει (οι δύο πρώτοι).
Επομένως, οι πιο πάνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της τρίτης αναιρεσιβλήτης (άρθρα 1710, 1813, 1820, και 1846 ΑΚ) νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την λόγω θανάτου εκείνης βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της, χωρίς να δημιουργείται από αυτό απαράδεκτο της συζητήσεως της υποθέσεως.
Από το άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων αναίρεσης απαιτείται όχι μόνο η κατάθεση αλλά και η επίδοση του σχετικού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικά οριστεί. Τυχόν μη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους και το απαραδεκτό αυτό λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι το δικόγραφο των από 16-11-2005 προσθέτων λόγων αναίρεσης των αναιρεσειόντων επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους, γιατί οι αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν ούτε επικαλούνται συγκεκριμένο σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως, πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί ως απαράδεκτοι.
Επί εργατικού ατυχήματος η αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ), εις τρόπον ώστε για τη θεμελίωσή της δεν απαιτείται πταίσμα του εργοδότη ή του κυρίου του έργου, αν ο υπαίτιος του ατυχήματος είχε προστηθεί από αυτόν.
Εξάλλου, από το άρθρο 922 ΑΚ που ορίζει ότι "ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του", συνάγεται ότι για να ιδρυθεί ευθύνη του προστήσαντος από αδικοπραξία του προστηθέντος είναι ανάγκη να τελεί ο τελευταίος υπό τις εντολές και οδηγίες του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, υποχρεούμενος σε συμμόρφωση.
Επίσης, από τα άρθρα 681, 688-691 και 698 ΑΚ προκύπτει ότι, επί μισθώσεως έργου, πρόστηση του εργολάβου από τον εργοδότη καταρχήν μεν δεν υπάρχει, γιατί ο εργολάβος δεν ευρίσκεται σε σχέση εξαρτήσεως, όμως υφίσταται πρόστηση όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης ρητώς ή σιωπηρώς, ιδίως ως εκ της φύσεως του έργου, επιφύλαξε στον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών στον εργολάβο, στις οποίες ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να υπακούει.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Οι αναιρεσείοντες, ως συνιδιοκτήτες ενός οικοπέδου επί της οδού ........., αριθ. .... στην περιοχή ........ Αττικής, ανέθεσαν, στις ...... στον τρίτο εναγόμενο, υπεργολάβο οικοδομών, την τοποθέτηση μαρμάρων στο διάδρομο της εξωτερικής εισόδου, την κατασκευή τριών σκαλοπατιών εξωτερικά, την κατασκευή πλατύσκαλων κλιμακοστασίου και την τοποθέτηση μαρμάρων στο κλιμακοστάσιο.
Ο τελευταίος προσέλαβε για την εκτέλεση της εργασίας αυτής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τον ψ, σύζυγο, πατέρα, γιο και αδελφό των αναιρεσιβλήτων. Στις 20-10-2001 και περί ώρα 10.30 ο ανωτέρω, εργαζόμενος στην οικοδομή, ενώ τοποθετούσε μάρμαρα στο κλιμακοστάσιο της οικοδομής και συγκεκριμένα στο όγδοο σκαλοπάτι της σκάλας προς τον πρώτο όροφο, έχασε την ισορροπία του και από ύψος τριών μέτρων περίπου έπεσε στη ράμπα, που οδηγεί στο υπόγειο, αφού κτύπησε πρώτα στο πλατύσκαλο, με αποτέλεσμα να υποστεί κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις κεφαλής κλπ, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατος.
Διαπιστώθηκε από την έκθεση αυτοψίας ότι "στο ελεύθερο μέρος του κλιμακοστασίου (φανός) διαστάσεων 1,25Χ2,50 μ. δεν υπήρχε καθόλου στηθαίο ή άλλο προστατευτική διάταξη έναντι πτώσεως... το ατύχημα θα μπορούσε να αποφευχθεί εάν υπήρχε ανθεκτικό ξύλινο ή μεταλλικό κιγκλίδωμα ύψους 1 μ. με κουπαστή, ράβδο μεσοδιαστήματος σε ύψος 0,50 μ.
και θωράκιο (σοβατεπί) ύψους 0,15 μ. στην ελεύθερη πλευρά του κλιμακοστασίου (φανός), σύμφωνα με το άρθρο 20 του ΠΔ 778/1980". Οι αναιρεσείοντες και ο μη τώρα διάδικος τρίτος εναγόμενος δεν μερίμνησαν να ληφθούν μέτρα ασφαλείας για τη ζωή των εργαζομένων κατά τις εργασίες τοποθετήσεως των μαρμάρων στο κλιμακοστάσιο και συγκεκριμένα να τοποθετηθούν στο ελεύθερο μέρος (φανό) του κλιμακοστασίου ανθεκτικό ξύλινο ή μεταλλικό κιγκλίδωμα με κουπαστή, ύψους 1 μέτρου, ράβδο μεσοδιαστήματος σε ύψος 0,50 μ.
και θωράκιο ύψους 0,15 μ. Σε περίπτωση δε που υπήρχε αντικειμενική δυσκολία για την τοποθέτηση των μαρμάρων, εφόσον το κιγκλίδωμα θα ήταν προσαρμοσμένο πάνω στη σκάλα, η εξασφάλιση έναντι της πτώσεως θα μπορούσε να γίνει με προσωρινά ανθεκτικά κιγκλιδώματα στερεωμένα σε ξύλινους ή μεταλλικούς ορθοστάτες, πλην όμως δεν υπήρχε κανένα είδος προστατευτικού προς προστασία έναντι πτώσεως.
Οι αναιρεσείοντες ευθύνονται επίσης και από τη σχέση της προστήσεως, διότι ο εργοδότης του αποβιώσαντος, στον οποίον είχαν αναθέσει την εκτέλεση των πιο πάνω εργασιών, τελούσε υπό τις εντολές και οδηγίες τους ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, αφού αυτοί είχαν επιφυλάξει στον εαυτό τους τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών στον εργολάβο.
Στην πρόκληση του ατυχήματος δεν συνέτεινε οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά του θανόντος, καθόσον από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δεν προέκυψε ότι το ελεύθερο τμήμα (φανός) του κλιμακοστασίου ήταν πλήρως καλυμμένο και προστατευμένο από σύστημα ικριωμάτων και ξυλοστρώσεως και ότι αυτά είχαν αφαιρεθεί από το θανόντα για να διευκολυνθεί στην εκτέλεση της εργασίας του, ούτε το ατύχημα συνέβη λόγω απροσεξίας του θανόντος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι, οι αναιρεσείοντες ευθύνονται για το θανάσιμο τραυματισμό του ψ και είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, στους αναιρεσιβλήτους. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 922, 681 και 300 ΑΚ, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, τόσο ως προς την ευθύνη των αναιρεσειόντων όσο και ως προς την έλλειψη συνυπαιτιότητας του θανόντος, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξειδικεύονται στην απόφαση οι εντολές και οδηγίες που είχαν δώσει οι αναιρεσείοντες στον εργολάβο, ούτε να γίνεται οποιαδήποτε άλλη ανάπτυξη των περιστατικών που συνιστούν την έννοια της προστήσεως.
Επομένως, ο δεύτερος (κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του) και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η κρίση του Εφετείου για την ευθύνη των αναιρεσειόντων στηρίζεται πλήρως στην παραδοχή ότι, αυτοί προέστησαν τον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος κρίθηκε ότι είναι υπαίτιος του ατυχήματος, ενώ η κρίση και για προσωπική τους ευθύνη είναι πλεοναστική.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ.3 του ΑΝ 1846/1951, 15 παρ. 1 και 3 του Ν. 551/1915 και 1 του ΠΔ 778/1980, επειδή δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες έχουν και προσωπική ευθύνη, είναι αλυσιτελής και απορριπτέος.
Το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, οι αναιρεσείοντες επιφύλαξαν για τον εαυτό τους το δικαίωμα διευθύνσεως του έργου από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, που προσκομίστηκαν ενώπιόν του και όχι χωρίς αποδείξεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε τα παραπάνω χωρίς αποδείξεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από ........ έγγραφης σύμβασης έργου, που υπεγράφη από τον πρώτο αναιρεσείοντα και τον τρίτο εναγόμενο, από το οποίο δεν προκύπτει, όπως δέχθηκε το Εφετείο, ότι οι αναιρεσείοντες επιφύλαξαν για τον εαυτό τους το δικαίωμα επίβλεψης και διεύθυνσης του έργου.
Το Εφετείο, όμως δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το παραπάνω περιστατικό αποκλειστικά στο παραπάνω έγγραφο αλλά στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του, μαζί με τα οποία συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου και δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του Κ.Πολ.Δ. στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε την προβληθείσα ένσταση των αναιρεσειόντων ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (αλλά αρμόδιο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο), είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Η επιβαλλόμενη από το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. ρύθμιση της επαναφοράς προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, όπως από το περιεχόμενό της σαφώς προκύπτει, αφορά τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις όχι δε και εκείνους που περιέχονται στην αγωγή.
Συνεπώς για την από το Εφετείο λήψη υπόψη των αγωγικών ισχυρισμών δεν είναι αναγκαίο να επαναφέρονται κατά τα οριζόμενα στην προαναφερθείσα διάταξη. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και επικουρικώς από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου), με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαραδέκτους, όπως είχαν προτείνει οι αναιρεσείοντες, τους αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων και ιδία την επικαλουμένη ως προς τους αναιρεσείοντες επιφύλαξη παροχής οδηγιών και εντολών στον εργολάβο, οι οποίοι (ισχυρισμοί) δεν είχαν επαναφερθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 947/22-7-2005 αίτηση των χ1 και χ2 για αναίρεση της 5494/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών καθώς και τους προσθέτους λόγους. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ