2164/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2164/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει όταν η υπάρχουσα αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, με την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στο διατακτικό.
Full text
Απόφαση 2164 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2164/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αστέριο Κουρούπη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 5044/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Κ. του Μ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6-7-2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 903/18.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 6-7-2018 δια του συνηγόρου του που παρέστη στη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Μ. Ε. του Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ.5044/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πλημ/των) με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα, για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, ως περιέχουσα μοναδικό λόγο την έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σύμφωνα με το Σύνταγμα και το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. ( άρθρα 465 παρ.2, 473 παρ.1,3, 474 παρ.1,2 και 510 παρ.1 στοιχ. Δ Κ.Π.Δ.).
Ι. Κατά το άρθρο 224 παρ.1 Π.Κ. ''όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώσει του ψευδή όρκο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους'' και παρ.2 ''με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.
Ούτω για την κατ' άρθρο 224 παρ.2 Π.Κ. στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας απαιτείται : α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού ότι τα όσα κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.
Η ένορκη κατάθεση πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε (Α.Π.30/2015). Προϋπόθεση για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος αποτελεί και το ότι τα κατατεθέντα περιστατικά θα πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα, ήτοι συμβάντα ή καταστάσεις, συγκεκριμένα και ειδικώς προσδιορισμένα κατά χρόνο και τόπο, αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν, τα οποία έχουν σχέση με την υπόθεση και αναφέρονται, προκειμένου για αστική διαφορά στα αποδεικτέα θέματα, προκειμένου δε για ποινική δίκη στα στοιχεία του εγκλήματος, που αποτελεί το αντικείμενο αυτής ή σε άλλα περιστατικά συνδεόμενα αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά, στερείται σημασίας, όμως, το αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη για την έκβαση της δίκης και ανεξάρτητα αν επηρέασαν το αποτέλεσμα στην συγκεκριμένη υπόθεση.
ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει όταν η υπάρχουσα αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, με την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στο διατακτικό.
Η αιτιολογία είναι επίσης τυπική όταν δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο, είτε περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της απόφασης που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, είτε επαναλαμβάνει το διατακτικό αυτό. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της απόφασης, στο οποίο, ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο όλο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, δεν μπορεί όμως η συμπλήρωση αυτή να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που περιγράφονται στο διατακτικό της απόφασης .
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (πλημ/των) με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και αφού του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ.2 α του Π.Κ.), του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία.
Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης αυτής, το Εφετείο, για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση αναφέρει σ' αυτό ως μόνη αιτιολογία τα εξής : Από την εν γένει αποδεικτική διαδικασία, τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και κατηγορίας, που νομότυπα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, την απολογία του κατηγορουμένου, καθώς και από τα έγγραφα των οποίων η ανάγνωση έγινε στο ακροατήριο, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορείται ήτοι της ψευδορκίας μάρτυρα, όπως αυτή αναλυτικά εκτίθεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται, με το ελαφρυντικό όμως του 84 παρ.2 α του Π.Κ., ήτοι του προτέρου εντίμου βίου.
Στο διατακτικό της απόφασης διαλαμβάνονται τα εξής: Στην …. την 1-11-2010 ο κατηγορούμενος εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο, εξ αφορμής της από 13-4-2009 και με αρ.κατ.1031/2009 αγωγής διατροφής της Μ.
Π. του Δ. (για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της Δ. - Ε. Κ.) σε βάρος του νυν εγκαλούντος Ι. Κ. του Μ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα, κατόπιν σχετικής ερώτησης της προέδρου του ως άνω δικαστηρίου, δήλωσε ψευδώς ότι τα εισοδήματα της Μ.
Π. του Δ. - ιατρού ακτινολόγου στο Νοσοκομείο Χαλκίδας είναι 1.400 ευρώ καθαρά και κατά μέσο όρο μαζί με τις εφημερίες είναι 1.500 - 1.600 ευρώ κατά μήνα, εν συνεχεία και απαντώντας σε σχετική ερώτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του νυν εγκαλούντος, δήλωσε ψευδώς ότι τα συνολικά εισοδήματα της τότε ενάγουσας για το οικονομικό έτος 2010 (περιόδου 1-1 έως 31-12-2009)προερχόμενα από την εργασία της και τις εφημερίες την ως άνω περίοδο ανέρχονταν σε 21.000 ευρώ.
Επιπροσθέτως, ο ανωτέρω κατηγορούμενος στην ίδια ως άνω διαδικασία και απαντώντας σε σχετική ερώτηση της προέδρου του δικαστηρίου σχετικά με τα εισοδήματα του τότε εναγόμενου νυν εγκαλούντος, κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας τους τα ακόλουθα: ''από δικαστική απόφαση που έχει βγει το 2006 το δικαστήριο θεώρησε ότι το λιγότερο που μπορεί να βγάζει αυτός ο άνθρωπος σήμερα είναι 2.000 ευρώ ...''.
Ωστόσο η αλήθεια, την οποία γνώριζε πολύ καλά ο ανωτέρω κατηγορούμενος, δεδομένου του ότι κατά τον χρόνο εκδίκασης της ως άνω αγωγής διατροφής ήταν και εξακολουθεί να είναι σύζυγος της Μ. Π. του Δ., ήταν ότι κατά μέσο όρο τα εισοδήματα της ενάγουσας από την εργασία της ως ιατρού - ακτινολόγου στο Νοσοκομείο Χαλκίδας ανέρχονταν σε 3.288 ευρώ κατά μήνα, ότι τα συνολικά ατομικά εισοδήματά της από την εργασία της στο νοσοκομείο και τις εφημερίες, τα οποία είχε δηλώσει στην κοινή φορολογική δήλωση εισοδημάτων (της ίδιας και του κατηγορουμένου συζύγου της) για το οικονομικό έτος 2010 (περίοδος 1-1 έως 31-12-2009) ανέρχονταν σε 39.459 ευρώ (ήτοι 21.192,11 ευρώ προερχόμενα από μισθωτές υπηρεσίες και σε 18.267,27 ευρώ προερχόμενα από εφημερίες που χαρακτηρίζονται ως αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά) και τέλος ότι η υπ' αρ.1539/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε σε προηγούμενη αγωγή διατροφής της Μ.
Π. του Δ. σε βάρος του νυν εγκαλούντος έκρινε ότι ο νυν εγκαλών είναι σε θέση να εργασθεί με πλήρες ωράριο και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να αποκομίσει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 1.100 ευρώ περίπου. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, η προαναφερθείσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία παραπέμπει εξ ολοκλήρου στα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στο διατακτικό αυτής, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη κατά την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., εφόσον αποκλειστικά παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στο διατακτικό χωρίς να αναλύει ή εκθέτει στο σκεπτικό όσα αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία για το έγκλημα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, ούτε τις νομικές σκέψεις υπό τις οποίες υπήχθηκαν τα πραγματικά αυτά περιστατικά στις διατάξεις που εφαρμόσθηκαν και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από όσα περιέχονται στο διατακτικό στο οποίο παραπέμπει.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ Κ.Π.Δ. προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να γίνει δεκτός, συνακόλουθα δε, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ.β' , 370 εδ.β' και 511 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενος στο άρθρο 510 ΚΠΔ (Ολ.Α.Π. 7/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (πλημ/των) κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, ήτοι για έγκλημα διωκόμενο σε βαθμό πλημμελήματος, πράξη η οποία, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, φέρεται ότι τελέσθηκε την 1-11-2010 και επομένως έως το χρόνο διασκέψεως (2-11-2018) της παρούσας, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας.
Επομένως, μετά την αναίρεση της αποφάσεως, πρέπει, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, για την ως άνω πράξη, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.5044/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Αθηνών.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Μ. Ε. του Κ. και της Ευθυμίας για το ότι: Στην Αθήνα την 1-11-2010 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, εξ αφορμής της από 13-4-2009 και με αρ.κατ.1031/2009 αγωγής διατροφής της Μ.
Π. του Δ. (για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της Δ. - Ε. Κ.) σε βάρος του νυν εγκαλούντος Ι. Κ. του Μ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα, κατόπιν σχετικής ερώτησης της προέδρου του ως άνω δικαστηρίου, δήλωσε ψευδώς ότι τα εισοδήματα της Μ.
Π. του Δ. - ιατρού ακτινολόγου στο Νοσοκομείο Χαλκίδας είναι 1.400 ευρώ καθαρά και κατά μέσο όρο μαζί με τις εφημερίες είναι 1.500 - 1.600 ευρώ κατά μήνα, εν συνεχεία και απαντώντας σε σχετική ερώτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του νυν εγκαλούντος, δήλωσε ψευδώς ότι τα συνολικά εισοδήματα της τότε ενάγουσας για το οικονομικό έτος 2010 (περιόδου 1-1 έως 31-12-2009)προερχόμενα από την εργασία της και τις εφημερίες την ως άνω περίοδο ανέρχονταν σε 21.000 ευρώ.
Επιπροσθέτως, ο ανωτέρω κατηγορούμενος στην ίδια ως άνω διαδικασία και απαντώντας σε σχετική ερώτηση της προέδρου του δικαστηρίου σχετικά με τα εισοδήματα του τότε εναγόμενου νυν εγκαλούντος, κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας τους τα ακόλουθα: ''από δικαστική απόφαση που έχει βγει το 2006 το δικαστήριο θεώρησε ότι το λιγότερο που μπορεί να βγάζει αυτός ο άνθρωπος σήμερα είναι 2.000 ευρώ ...''.
Ωστόσο η αλήθεια, την οποία γνώριζε πολύ καλά ο ανωτέρω κατηγορούμενος, δεδομένου του ότι κατά τον χρόνο εκδίκασης της ως άνω αγωγής διατροφής ήταν και εξακολουθεί να είναι σύζυγος της Μ. Π. του Δ., ήταν ότι κατά μέσο όρο τα εισοδήματα της ενάγουσας από την εργασία της ως ιατρού - ακτινολόγου στο Νοσοκομείο Χαλκίδας ανέρχονταν σε 3.288 ευρώ κατά μήνα, ότι τα συνολικά ατομικά εισοδήματά της από την εργασία της στο νοσοκομείο και τις εφημερίες, τα οποία είχε δηλώσει στην κοινή φορολογική δήλωση εισοδημάτων (της ίδιας και του κατηγορουμένου συζύγου της) για το οικονομικό έτος 2010 (περίοδος 1-1 έως 31-12-2009) ανέρχονταν σε 39.459 ευρώ (ήτοι 21.192,11 ευρώ προερχόμενα από μισθωτές υπηρεσίες και σε 18.267,27 ευρώ προερχόμενα από εφημερίες που χαρακτηρίζονται ως αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά) και τέλος ότι η υπ' αρ.1539/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε σε προηγούμενη αγωγή διατροφής της Μ.
Π. του Δ. σε βάρος του νυν εγκαλούντος έκρινε ότι ο νυν εγκαλών είναι σε θέση να εργασθεί με πλήρες ωράριο και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να αποκομίσει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 1.100 ευρώ περίπου.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ