Legislator Case Law & Legislation
2164/2013 AI generated

2164/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2164/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2164/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, η τυχόν ποσοτική αοριστία της αγωγής, με βάση τα περιεχόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα, ώστε να είναι το λογικό επακόλουθο αυτών, ελέγχεται με τους από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 αναιρετικούς λόγους, αντίστοιχα (ΑΠ 74/2005).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2164 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2164/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων : 1.Μ. χήρας Λ. Α. το γένος Γ. Μ., κατοίκου ... 2. Μ. Α. του Λ. και της Μ., κατοίκου ... και 3. Γ. Α. του Λ., κατοίκου ... απαντων κληρονόμων του αποβιώσαντος Λ. Α. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρο τους Αλέξανδρο Λυκουρέζο και Κωνσταντίνο Λιδωρίκη, με δήλωση τους, του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Εταιρείας με την επωνυμία "Loyalward ltd" και 2. Εταιρείας με την επωνυμία "Loyalward Group plc", που εδρεύουν στο ... στη δε Ελλάδα διατηρούν γραφεία στη ... και ..., και εκπροσωπούνται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεράσιμο Απέργη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2003 αγωγή των αρχικών αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 478/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-9-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 18-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγεται προς κρίση αναίρεση, κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε απαίτηση του αρχικά ενάγοντος (ήδη τη δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του), κατά των ήδη αναιρεσίβλητων, από αμοιβή συμβατικώς οφειλόμενη, την οποία αυτές παράνομα και υπαίτια του δεν του κατέβαλαν, επικουρικά δε ζητήθηκε το ίδιο ποσό με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση δε αυτή επέρχεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία κανόνος δικαίου είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση δικανικού συλλογισμού ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση αν και τα ιστορούμενα στο αγωγικό δικόγραφο περιστατικά ή τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας έκρινε αποδεδειγμένα υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντίστροφα, αν εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ'αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν - ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης η απόφαση του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση των ασκούμενου, με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης(Ολ.ΑΠ 3/1993, ΑΠ 1255/2004).

Περαιτέρω, η τυχόν ποσοτική αοριστία της αγωγής, με βάση τα περιεχόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα, ώστε να είναι το λογικό επακόλουθο αυτών, ελέγχεται με τους από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 αναιρετικούς λόγους, αντίστοιχα (ΑΠ 74/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας την αγωγή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, έκρινε τα ακόλουθα: "Με την από 8 - 7 - 2003 αγωγή του, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, ο εκκαλών ιστορούσε ότι η πρώτη των εναγομένων εταιρεία, με έδρα τη ... και υποκαταστήματα στον …και στο ..., επιθυμώντας να δραστηριοποιηθεί επιχειρηματικώς στην Ελλάδα,αναζητούσε στις αρχές του 1992 στην Κρήτη έκταση γης , την οποία θα μίσθωνε και στην οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει και να λειτουργήσει οικιστική και τουριστική μονάδα, ότι για το λόγο αυτό, τον Αύγουστο του 1992 υποσχέθηκε δια των εκπροσώπων της σ' αυτόν (ενάγοντα) που επιχειρηματικά ασχολείτο για πολλά χρόνια με θέματα τουριστικής ανάπτυξης και τουριστικών επιχειρήσεων στην Κρήτη, αμοιβή, προκειμένου να τους υποδείξει την κατάλληλη έκταση γης για την ανωτέρω μίσθωση, αλλά και (να μεσολαβήσει αυτός στη διαπραγμάτευση με τον ιδιοκτήτη της εν λόγω έκτασης γης για τη σύναψη της σχετικής σύμβασης μίσθωσης, σε περίπτωση δε που θα απαιτείτο διαγωνισμός για τη σύναψη της σύμβασης, συμφωνήθηκε να [αναλάβει αυτός την υποχρέωση της προετοιμασίας και υποβολής πλήρους φακέλου συμμετοχής της εναγομένης στο διαγωνισμό και τέλος ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει σ'αυτήν (πρώτη εναγομένη), τις απαιτούμενες πληροφορίες και συμβουλές με βάση τη γνώση του για τις συνθήκες της εντόπιας τουριστικής αγοράς, ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή] του σε περίπτωση κατάρτισης της σύμβασης μίσθωσης, συνεπεία των, υπηρεσιών του, ήταν η μεταβίβαση σ' αυτόν του ποσοστού 8 % των μετοχών της εταιρείας, που θα αναλάμβανε τη διαχείριση και τον έλεγχο της ως άνω επιχειρηματικής δραστηριότητας, πράγμα που στη συνέχεια έπραξε η δεύτερη εναγομένη εταιρεία.

Εκθέτει επίσης ότι η σύμβαση μισθώσεως καταρτίστηκε κατόπιν διεθνούς διαγωνισμού στις 14-7-1998 με το αναφερόμενο κοινωφελές εκκλησιαστικό Ίδρυμα , στο οποίο άνηκε κατά κυριότητα η μισθωθείσα έκταση, ως συνέπεια αυτής της υπόδειξης ευκαιρίας και μεσολάβησης αυτού (ενάγοντος), εν τούτοις οι εναγόμενες αρνούνται να του καταβάλουν τη συμφωνηθείσα αμοιβή του.

Με βάση αυτά ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, αποζημίωση, για την υπαίτια πλημμελή εκπλήρωση της μεταξύ των σύμβασης (ενδοσυμβατική τους ευθύνη) α) για θετική ζημία το ποσό των 841.358,99 ευρώ, β) για διαφυγόντα κέρδη το ποσό των 140.064.111,55 ευρώ και γ) επί πλέον λόγω της αδικοπρακτικής ευθύνης των το ποσό των 1.000.000 ευρώ για ηθική του βλάβη.

Άλλως και επικουρικώς να του καταβάλουν κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού το ποσό των 140.905.470,54 ευρώ. Με τις προτάσεις του έτρεψε τα αιτήματα της αγωγής σε αναγνωριστικά. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής τους ευθύνης, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενες, δολίως και αντίθετα στο νόμο και τα χρηστά ήθη, με την κακόπιστη και καταχρηστική άρνηση τους να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι αυτού και με τη δόλια και καταχρηστική αποφυγή μεταβιβάσεως των ποσοστών που του αναλογούσαν βάσει της συμφωνίας τους, συμπεριφορά που είναι και ποινικά κολάσιμη, τον ζημίωσαν παράνομα, δόλια και αντίθετη στα χρηστά και συναλλακτικά ήθη.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή αρμοδίως καθύλην και κατά τόπο ήχθη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, το οποίο έχει διεθνή δικαιοδοσία λόγω του ότι η παροχή των υπηρεσιών έπρεπε να γίνει στη ... (ΚΕΦΑΛΑΙΟ II, τμήμα 2, άρθρο 5 παρ. 1α και β' του Κανονισμού ΕΚ αριθμ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22 - 12 - 2000 που διαδέχθηκε την από 27-9-1968 Σύμβαση των Βρυξελλών, ο οποίος ισχύει στην Ελλάδα από 1-3-2002).

Η αγωγή δεν ήταν ορισμένη, ως προς τη βάση της που στηρίζεται στην αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων (άρθ. 914, 919 ΑΚ), διότι : Κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ η από πρόθεση πρόκληση ζημίας σε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, είναι πράξη παράνομη και δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.

Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, κατά την έννοια της διατάξεως, αυτής, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Ζημιογόνος συμπεριφορά από πρόθεση, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, τότε μόνο μπορεί να θεμελιώσει και αξίωση αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 919 ΑΚ, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, τέτοια όμως περιστατικά δεν εκτίθενται στην αγωγή, ενώ μόνη η από τον ένα των συμβαλλομένων αθέτηση κάποιας από τη σύμβαση υποχρεώσεως του, που ανέλαβε έναντι του άλλου, δεν αποτελεί πράξη αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ώστε να θεμελιώνει και αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο ...Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Μόνη η αθέτηση προϋφισταμένης ενοχής, δεν συνιστά αδικοπραξία. Είναι όμως δυνατόν μία υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττομένη, θα ήταν παράνομη, ως έχουσα προσβολή δικαιώματος, το οποίο αντιτάσσεται κατά του ζημιώσαντος και το οποίο επομένως αυτός όφειλε να σεβαστεί ...

Τέτοια περιστατικά δεν αναφέρονται στην αγωγή. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τη βάση της αγωγής από αδικοπραξία, ως αόριστη, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο σχετικός λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ως προς την βάση της αγωγής που στηρίζεται στη σύμβαση : Ο ενάγων δεν επικαλείται ότι απασχολείτο ως εμπορικός αντιπρόσωπος, περί ενάρξεως επιτηδεύματος και περί εγγραφής του στο αρμόδιο Επιμελητήριο.

Δεν επικαλείται μεσολάβηση του σε αόριστο αριθμό μελλοντικών συναλλαγών, ώστε να πρόκειται για διαρκή σύμβαση, αλλά επικαλείται ότι διορίστηκε για συγκεκριμένη συναλλαγή που αφορούσε το συγκεκριμένο ακίνητο.Επομένως η συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, δεν φέρει το χαρακτήρα της εμπορικής αντιπροσωπείας.

Αλλά ούτε και περί συμβάσεως παραγγελίας πρόκειται, αφού ο παραγγελιοδόχος ενεργεί και συμβάλλεται για οικονομικό λογαριασμό του παραγγελέως, αλλά με το δικό του όνομα, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Η μεταξύ των διαδίκων σχέση ήταν αυτή της μεσιτείας αφού μέλημα του ενάγοντος ήταν η εύρεση κατάλληλης έκτασης, όπως αναφέρεται στην αγωγή, την οποία όπως ιστορεί, ανεύρε στην πρώτη εναγομένη και κατόπιν εντόνων διαπραγματεύσεων κατακυρώθηκε τελικά υπέρ της πρώτης εναγομένης.

Ο ενάγων όμως κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης μεσιτείες (Αύγουστος 1992) δεν ήταν επαγγελματίας μεσίτης, όπως προαναφέρθηκε και επομένως η συμφωνία για καταβολή μεσιτικής αμοιβής είναι άκυρη και δεν δημιουργεί απαίτηση αυτού ούτε κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

'Ηδη , οι αναιρεσείοντες εκθέτουν, πλην άλλων, ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτιμώνται με τον εκτεθέντα τρόπο το δικόγραφο της αγωγής μη ορθά, διαπίστωσε τα παραπάνω, αφού στην αγωγή γίνονταν εδική και αναλυτική μνεία της σύμβασης των μερών κατά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. 'Ετσι, δε το Εφετείο, μη αξιολογώντας κατά τον προσήκοντα τρόπο, το δικόγραφο της αγωγής, υπέπεσε στην από το άρθρο 8, σε κάθε περίπτωση δε, στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια. Όπως δε εξάγεται από τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση και από την προσήκουσα επισκόπηση (άρθρ.561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου της αγωγής σ'αυτήν γίνεται όντως αναλυτικά αναφορά στη μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και την αρχικώς εναγόντων σύμβαση, και στην παροχή που κάθε συμβαλλομένη πλευρά ανέλαβε έναντι της άλλης να εκπληρώσει, καθώς και στην εκπλήρωση εκ μέρους του ενάγοντος της παροχής που τον βάρυνε και στην άρνηση των εναγομένων να εκπληρώσουν την δική τους συμφωνημένη αντιπαροχή.

Με το ιστορούμενο δε περιεχόμενο, η αγωγή είναι νομικώς βάσιμη ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361 και 374 ΑΚ. 'Αρα, εφ'όσον το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, έκρινε διαφορετικά και απέρριψε την αγωγή, για τους προδιαληφθέντες λόγους, (χωρίς να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητά της), έσφαλε, και ο σχετικός λόγος αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά τα προαναφερθέντα, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής. Η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, στη συνέχεια, στο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, (που κατέθεσαν προτάσεις), θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 183, 180, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 478/2006 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση το ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο, όμως, από άλλους δικαστές.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ