2163/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2163/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τούτο διότι αφενός, όπως ανωτέρω εκτίθεται, η επιχείρηση διατηρούσε κοινό ταμείο για όλες τις δραστηριότητες της και αφετέρου δεν αποδείχθηκε και δεν ανταποκρίνεται στη λογική και την πρακτική των επιχειρήσεων της δυναμικότητας της εν θέματι επιχείρησης ο καταμερισμός της αρμοδιότητας και της ευθύνης για τις εισπράξεις και την απόδοση λογαριασμού.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2163 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2163/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου - Φλουρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Γ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κουβελιώτου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 473/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Λ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κιλκίς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25-1-2018 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 152/18.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 25 Ιανουαρίου 2018 αίτηση - δήλωση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 473/24.10.2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς με την οποία η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε κατ' έφεση σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με δήλωση της έχουσας ειδική εντολή πληρεξουσίας δικηγόρου της, Μαρίας Τάταρη (ΑΜ ΔΣΚ 12). Επομένως είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 375 παρ.1 του ΠΚ "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται: 1) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει κατά το αστικό δίκαιο σε άλλον, εκτός από τον δράστη.
Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού κατά το χρόνο που τελέστηκε η πράξη να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιολογητικού λόγου και ε) υποκειμενικά δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα χωρίς νόμιμο λόγο στη δική του περιουσία (ΑΠ 1249/2015). 'Ετσι χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωμάτωσή του στην περιουσία του.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας καιόταν αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο όμως εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ. για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικας, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης δεν υπάρχει ανάγκη κατά τούτο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων όπως είναι η εκτίμηση εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων η παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, αφού σε αυτές τις περιπτώσεις με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 51/2017, ΑΠ 384/2017).
Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή, έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά σ' αυτήν, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο σχετικό πόρισμα ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟΛ ΑΠ 2/2011, ΑΠ 608/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κιλκίς που δίκασε κατ' έφεση δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα εξής: "Η κατηγορούμενη στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 25-8-2013 έως τις 9-9-2013, ενεργώντας με πρόθεση, ιδιοποιήθηκε ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή της και, ειδικότερα, ενώ εργάζονταν ως υπάλληλος σε κατάστημα (καφέ-εστιατόριο) με τον διακριτικό τίτλο "..." ιδιοκτησίας του πολιτικώς ενάγοντος, Ι.
Λ., που βρίσκεται στην … και λόγω της φύσης της εργασίας της, ως υπεύθυνης του ταμείου της ως άνω επιχείρησης προσωρινά κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, λόγω της απουσίας του πολιτικώς ενάγοντος - ιδιοκτήτη της επιχείρησης, είχε στην κατοχή της τις εισπράξεις του καταστήματος, τόσο τις προερχόμενες από τη λειτουργία του καφέ - εστιατορίου και του χώρου της πισίνας, όσο και τις προερχόμενες από την ενοικίαση δωματίων, καθόσον η επιχείρηση διατηρούσε ένα, κοινό, ταμείο για όλες τις δραστηριότητες της, οι οποίες εισπράξεις ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 3.500 €, δεν απέδωσε το εν λόγω ποσό στον ανωτέρω ιδιοκτήτη της επιχείρησης, ως όφειλε, αλλά το κατακράτησε και τράπηκε σε φυγή, ενσωματώνοντας το ανωτέρω χρηματικό ποσό στην ατομική της περιουσία και ιδιοποιούμενη αυτό παράνομα, Στο παραπάνω ποσό των 3.500 € δεν αποδείχθηκε ότι περιλαμβάνεται το ποσό των 800 €, το οποίο η κατηγορούμενη παρακράτησε από τις εισπράξεις της επιχείρησης, ως αποδοχές της.
Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, περί των οποίων κατέθεσε με σαφήνεια ο πολιτικώς ενάγων, επιβεβαιώνονται από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, ο οποίος απασχολούνταν στην επιχείρηση του πολιτικώς ενάγοντος σε προγενέστερο του επίδικου χρονικού διαστήματος και είχε ήδη αποχωρήσει κατά τον ως άνω χρόνο, αλλά ούτε από την απολογία της κατηγορουμένης, η οποία ισχυρίστηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων της είχε αναθέσει μόνο το ταμείο της επιχείρησης εστιατορίου.
Τούτο διότι αφενός, όπως ανωτέρω εκτίθεται, η επιχείρηση διατηρούσε κοινό ταμείο για όλες τις δραστηριότητες της και αφετέρου δεν αποδείχθηκε και δεν ανταποκρίνεται στη λογική και την πρακτική των επιχειρήσεων της δυναμικότητας της εν θέματι επιχείρησης ο καταμερισμός της αρμοδιότητας και της ευθύνης για τις εισπράξεις και την απόδοση λογαριασμού.
Επομένως, πρέπει η κατηγορούμενη να κηρυχθεί ένοχη της παραπάνω πράξης." Ακολούθως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη του ότι: "Στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 25.8.2013 έως τις 9.9.2013, ενεργώντας με πρόθεση, ιδιοποιήθηκε ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή της με τον παρακάτω τρόπο.
Ειδικότερα, μολονότι εργάζονταν ως υπάλληλος σε κατάστημα (καφέ - εστιατόριο) με τον διακριτικό τίτλο "..." ιδιοκτησίας του εγκαλούντος Ι. Λ., που βρίσκεται στην …. και λόγω της φύσης της εργασίας της, ως υπεύθυνης του ταμείου της ως άνω επιχείρησης είχε στην κατοχή της τις εισπράξεις του καταστήματος κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα λόγω απουσίας του εγκαλούντος, που ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 3.5000 ευρώ, δεν το απέδωσε στον ανωτέρω ιδιοκτήτη του καταστήματος, όπως όφειλε, αλλά το κατακράτησε και τράπηκε σε φυγή, ενσωματώνοντας το ανωτέρω χρηματικό ποσό".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 και 375 παρ. 1α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία.
Οι μερικότερες περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες αφού: α) μνημονεύονται στην αιτιολογία της απόφασης κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία η αναλυτική παράθεσή του ή αναφορά του τί προκύπτει από το καθένα ξεχωριστά, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική τους εκτίμηση.
Το δικαστήριο δεν περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, αγνοώντας τα υπόλοιπα, αλλά από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης συνάγεται ότι για τη μόρφωση της καταδικαστικής κρίσης του δικαστηρίου, λήφθηκε υπόψη το σύνολο των τεθέντων υπόψη του αποδεικτικών μέσων, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του αιτιολογικού της.
Β) αιτιολογείται πλήρως η συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, αναφέροντας την έννομη σχέση δυνάμει της οποίας είχαν περιέλθει στην κατοχή της τα υπεξαιρεθέντα χρήματα, εκδηλώνοντας τη βούλησή της να τα ενσωματώσει στην περιουσία της, χωρίς να παρίσταται ανάγκη παράθεσης περαιτέρω ενεργειών για την αιτιολόγηση του δόλου της αφού αυτός (δόλος) εκδηλώθηκε με τη θέληση παραγωγής και την πραγμάτωση των ανωτέρω περιστατικών και γ) ρητά προσδιορίζεται ότι αντικείμενο της υπεξαίρεσης ήταν το χρηματικό ποσό των (3.500) ευρώ, προερχόμενο από τις εισπράξεις από τη λειτουργία του καφέ - εστιατορίου, της πισίνας και την ενοικίαση των δωματίων, καθόσον η επιχείρηση του εγκαλούντος διατηρούσε ένα κοινό ταμείο για όλες τις δραστηριότητές της.
Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας κατά το μέρος που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, η οποία, κατά την άποψή της, οδηγεί σε άλλο συμπέρασμα από εκείνο της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης είναι απαράδεκτες, αφού με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25 Ιανουαρίου2018 (αρ. κατ. 1/2018) αίτηση της Ε. Γ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 473/24.10.2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ