Legislator Case Law & Legislation
2163/2013 AI generated

2163/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2163/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-10-2007 αγωγές α) των ήδη αναιρεσειόντων και β) της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4973/2008 μη οριστική και 1792/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3954/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2011 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

2163/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμιση τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 § 1 Κ,Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1702/2001, ΑΠ 1208/2011).

Keywords

AI generated
loss of financial support duty of spousal assistance care allowance duty of support medical care requirements home help
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2163 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2163/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ. Γ. του Φ. και 2 Β. Σ. συζ. Χ. Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευάγγελου Χατζή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Δ. Π. του Θ. κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία AIGAION ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε. η οποία εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημήτρη Παπαγιαννάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-10-2007 αγωγές α) των ήδη αναιρεσειόντων και β) της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4973/2008 μη οριστική και 1792/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3954/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης ανέγνωσε την από 27-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 576 § 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. .../14.10.2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 4.5.2012, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Δ.

Π. του Θ.. Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη και πάλιν από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. .../4.10.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 16.6.2012 κλήσης των αναιρεσειόντων, με την οποία επαναφέρθηκε προς συζήτηση η προαναφερόμενη αίτηση αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 7.12.2012, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, με επισημείωση στο πινάκιο, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον προαναφερόμενο πρώτο των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 § 2 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 226 § 4 και 573 § 1 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα η ένδικη αίτηση αναίρεσης αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτη κατά την απεύθυνσή της κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος ερημοδίκηκε κατά την δευτεροβάθμια δίκη με την δικονομική ιδιότητα του εφεσιβλήτου κατά την κατ' αυτού κατεύθυνση της εφέσεως -αντεφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων, χωρίς παράλληλα να προκύπτει από τα υπάρχοντα προς αξιολόγηση στην διάθεση του Δικαστηρίου διαδικαστική έγγραφα ότι ο εν λόγω αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε με την δικονομική ιδιότητα του ερήμην δικασθέντος εφεσιβλήτου του δικονομικού δικαιώματος ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης 3954/15-7-2010 αποφάσεως ή επίδοσή της και άπρακτη έκτοτε παρέλευση της οριζόμενης προς άσκηση κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας και εντεύθεν τελεσιδικία της κατά τον χρόνο ασκήσεως της ερευνώμενης κατ' αυτής 751/16-9-2001 αιτήσεως αναιρέσεως (ΚΠολΔ 553 παρ 1).

ΙΙ. Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3954/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (αρθρ.68ΙΑ Κ.Πολ.Δ.), αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής :

Οι ήδη αναιρεσείοντες Χ. Γ. και Β. Σ. σύζ. Χ. Γ., καθώς και οι μη μετέχοντες της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης Θ. Σ. και Α. Σ., είχαν εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 16.10.2007 και με αριθμό κατάθεσης 9327/2007 αγωγή, στρεφόμενη κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων Δ. Π. και εδρεύουσας στη …ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "AIGAION ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", με την οποία ιστορούσαν ότι ο ως άνω πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων, οδηγώντας το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκει στην ιδιοκτησία του και είναι ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γέννησης αστικής ευθύνης του κατά την κυκλοφορία του στην δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από υπαιτιότητα του την ολική καταστροφή του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, συνιδιοκτησίας των ως άνω δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των εναγόντων, καθώς και τον τραυματισμό των προαναφερομένων δύο πρώτων εναγόντων - νυν αναιρεσειόντων, κατά την σύγκρουση των αυτοκινήτων αυτών, που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή. Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησαν, οι ενδιαφέροντες την προκειμένη κατ' αναίρεση δίκη δύο πρώτοι των εναγόντων Χ.

Γ. και Β. Σ. - Γ., όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον, να καταβάλουν σ' αυτούς, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα κονδύλια, τα οποία και μόνον άπτονται αναιρετικού ενδιαφέροντος και ειδικότερα : α) ο πρώτος τούτων Χ. Γ. αα) το κονδύλιο των 21.350 ευρώ, υπό μορφή αποζημίωσης για την στέρηση των υπηρεσιών της τραυματισθείσας συζύγου του Β.

Σ.- Γ., κατά το χρονικό διάστημα από 15.7.2006 (χρόνος επέλευσης ενδίκου ατυχήματος) μέχρι και 31.1.2009 (χρόνος πέρατος του διαστήματος που κρίθηκε αυτή ως ανάπηρη σε ποσοστό 67% και μη δυναμένη να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως νοικοκυράς) και ββ)επικουρικά και για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην αξίωση του ως άνω ποσού, (ζήτησε) το κονδύλιο των 6.650 ευρώ, υπό μορφή αποζημίωσης για την στέρηση του δικαιώματος του να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη σύζυγο του κατά το χρονικό διάστημα από 15.7.2006 (χρόνος επέλευσης ενδίκου ατυχήματος) μέχρι και 30.4.2007 (χρόνος μέχρι τον οποίο επιβλήθηκε υποχρεωτική αποχή από την εργασία του, βλ.

σελ. 13-14 αγωγής) και β) η δεύτερη εξ αυτών Β. Σ.-Γ. αα) το κονδύλιο των 6.650 ευρώ, υπό μορφή αποζημίωσης για την στέρηση των υπηρεσιών του συζύγου της κατά το προαναφερόμενο (υπό στοιχεία ββ) χρονικό διάστημα από 15.7.2006 μέχρι 30.4.2007, ββ) επικουρικά και για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην αξίωση του ως άνω ποσού, (ζήτησε) το ποσό των 21.350 ευρώ, υπό μορφή αποζημίωσης για την στέρηση του δικαιώματος της να προσφέρει τις υπηρεσίες της στον σύζυγο της κατά το χρονικό διάστημα από 15.7.2006 (χρόνος επέλευσης ενδίκου ατυχήματος) μέχρι και 31.1.2009 (χρόνος πέρατος του διαστήματος που κρίθηκε αυτή ως ανάπηρη σε ποσοστό 67% και μη δυναμένη να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως νοικοκυράς, βλ.

σελ. 37-39 αγωγής) και γγ) το κονδύλιο των 150.000 ευρώ, υπό μορφή αποζημίωσης της εκ του άρθρου 931 ΑΚ., λόγω της φερομένης ως μονίμου αναπηρίας του αριστερού χεριού της, που επιδρά στο επαγγελματικό, προσωπικό, οικογενειακό και κοινωνικό μέλλον της. Περαιτέρω, η δεύτερη των προαναφερομένων εναγομένων και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "AIGAION ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", άσκησε ενώπιον του ιδίου ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την από 30.1.2008 και με αριθμό κατάθεσης 1263/2008 παρεμπίπτουσα αγωγή της, στρεφόμενη κατά του ως άνω συνεναγομένου της Δ.

Π., με την οποία ιστορούσε ότι με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση ασφάλισης, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και εκείνου, ανέλαβε την 1 ασφαλιστική κάλυψη, για το από 17.5.2006 μέχρι 17.11.2006 χρονικό διάστημα, του προαναφερόμενου υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του ως άνω κυρίως και παρεμπιπτόντως εναγομένου, έναντι του κινδύνου γέννησης αστικής ευθύνης του προς τρίτους κατά την κυκλοφορία του.

Ότι ο ως άνω οδηγός κατά την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος δεν ήταν εφοδιασμένος με την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδήγησης αυτού, διότι αυτή είχε λήξει, και ότι βάσει όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου συντρέχει λόγος αποκλεισμού της ευθύνης της έναντι τούτου. Με βάση δε αυτό το ιστορικό και μετά από παραδεκτά γενόμενο περιορισμό της αγωγής, δια μετατροπής του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής και μέχρι την εξόφληση.

Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 4973/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος ο πρώτος των εναγομένων- νυν πρώτος των αναιρεσιβλήτων Δ. Π., έγιναν εν μέρει δεκτές, ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμες, τόσο η κύρια όσο και η παρεμπίπτουσα αγωγή.

Ειδικότερα δε, αναφορικά με τα προαναφερόμενα αγωγικά κονδύλια της κύριας αγωγής, τα οποία και μόνον άπτονται αναιρετικού ενδιαφέροντος, κρίθηκε ότι : α) όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα της κύριας αγωγής Χ. Γ., αδυνατούσε αυτός να παρέχει τις υπηρεσίες του προς την σύζυγο του, τις οποίες πρόσφερε ως συνεισφορά του για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, για το από 15.7.2006 μέχρι 30.4.2007 χρονικό διάστημα και του επιδικάσθηκε ως αποζημίωση για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 6.650 ευρώ (9 μήνες επί 700 ευρώ μηνιαίως), δεκτού καταστάντος έτσι του σχετικού επικουρικού αιτήματος, ενώ απορρίφθηκε, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, το κύριο αίτημα για την καταβολή σ' αυτόν ποσού 21.350 ευρώ, το οποίο είχε ζητήσει υπό μορφή αποζημίωσης για την στέρηση των υπηρεσιών της συζύγου του για το από 15.7.2006 μέχρι και 31.1.2009 χρονικό διάστημα και β) όσον αφορά την δεύτερη ενάγουσα της κύριας αγωγής Β.

Σ. - Γ. ββ)(κρίθηκε) ότι δικαιούται να απαιτήσει από τους εναγόμενους το ποσό των 21.350 ευρώ (30,5 μήνες επί 700 ευρώ μηνιαίως) για την στέρηση του δικαιώματος της να παρέχει τις υπηρεσίες της στον σύζυγο της, το οποίο αντιστοιχεί στη δαπάνη για την κάλυψη των παρεχομένων από αυτήν υπηρεσιών από τρίτο πρόσωπο για το χρονικό διάστημα που κρίθηκε ανάπηρη σε ποσοστό 67% από την αρμόδια επιτροπή του ΙΚΑ, ήτοι για το από 15.7.2006 μέχρι και 31.1.2009 χρονικό διάστημα, δεκτού καταστάντος του σχετικού επικουρικού αιτήματος αυτής, ενώ απορρίφθηκε για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης το κύριο αίτημα για την καταβολή σ' αυτήν ποσού 6.650 ευρώ, το οποίο είχε ζητήσει υπό μορφή αποζημίωσης για την στέρηση των υπηρεσιών του συζύγου της για το από 15.7.2006 μέχρι και 30.4.2007 χρονικό διάστημα, ββ) απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμο το επί του άρθρου 931 ΑΚ στηριζόμενο κονδύλι των 150.000 ευρώ και βγ) αναβλήθηκε η οριστική απόφαση και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου να προσκομισθεί από την εν λόγω ενάγουσα έγγραφη βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του ΙΚΑ περί του αν η ενάγουσα αυτή επιδοτήθηκε ή αν δικαιούται να επιδοτηθεί από αυτό και με ποίο ποσό για τα έξοδα νοσηλείας της (δαπάνες ιατρικών εξετάσεων, αγορά φαρμάκων, διενέργειας φυσιοθεραπειών και αποκλειστικής νοσοκόμας).

Στη συνέχεια δε εκδόθηκε από το ίδιο παραπάνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο η υπ' αριθμ. 1792/2009 απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι η εν λόγω δεύτερη ενάγουσα της κύριας αγωγής δικαιούται ως αποζημίωση για την αμέσως πιο πάνω, υπό στοιχεία ββ αιτία, το συνολικό ποσό των 9.057,81 ευρώ. Κατά των αποφάσεων αυτών ασκήθηκαν οι ακόλουθες εφέσεις και ειδικότερα α) η από 20.2.2009 και με αριθμό κατάθεσης 1873/2009 του πρώτου των εναγομένων της κύριας αγωγής Δ.

Π., στρεφόμενη καθ' απάντων των εναγόντων της αγωγής αυτής και κατά της ενάγουσας της παρεμπίπτουσας αγωγής ασφαλιστικής εταιρίας "AIGAION ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", με την οποία πληττόταν η υπ' αριθμ. 4973/2008 πρώτη των προαναφερομένων πρωτοδικών αποφάσεων, β) η από 13.1.2009 και με αριθμό κατάθεσης 454/2009 της δεύτερης εναγόμενης της κύριας αγωγής, ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας, στρεφόμενη καθ' απάντων των εναγόντων της κύριας αγωγής, με την οποία πληττόταν η ιδία ως άνω πρώτη των παραπάνω πρωτοδικών αποφάσεων, γ) η από 11.6.2009 και με αριθμό κατάθεσης 6327/2009 έφεση της ιδίας ασφαλιστικής εταιρίας, στρεφόμενη καθ' απάντων των εναγόντων της κύριας αγωγής, με την οποία πληττόντουσαν και οι δύο πρωτόδικες πιο πάνω αποφάσεις και δ) η από 18.6.2009 και με αριθμό κατάθεσης 6635/2009 έφεση απάντων των εναγόντων της κύριας αγωγής, στρεφόμενη κατά των εναγομένων αυτής, με την οποία πληττόντουσαν ομοίως και οι δύο πιο πάνω πρωτόδικες αποφάσεις.

Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3954/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία και σύμφωνα με τα εις αυτήν ειδικότερον εκτιθέμενα α) απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία η πρώτη των προαναφερομένων εφέσεων (από 20.2.2009 και με αριθμό κατάθεσης 1873/2009), που ασκήθηκε από τον κυρίως και παρεμπιπτόντως εναγόμενο και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων Δ.

Π., β) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η δεύτερη των ως άνω εφέσεων (από 13.1.2009 και με αριθμό κατάθεσης 454/2009), που είχε ασκηθεί από την εναγόμενη - νυν αναιρεσίβλητη και παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, καθόσον στρεφόταν κατά της δεύτερης των εναγόντων της κύριας αγωγής και ήδη αναιρεσείουσας Β. Σ. - Γ., ενώ έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία, σε σχέση με τους λοιπούς εφεσίβλητους, καθόσον αφορά τον τέταρτο λόγο της, γ) έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία η τρίτη των πιο πάνω εφέσεων (από 11.6.2009 και με αριθμό κατάθεσης 6327/2009), που είχε επίσης ασκηθεί από την εναγόμενη της κύριας αγωγής και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, καθόσον αφορά τους πρώτο και δεύτερο λόγους της, και δ) 1) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, η τέταρτη από τις πιο πάνω εφέσεις (από 18.6.2009 και με αριθμό κατάθεσης 6635/2009), καθόσον είχε ασκηθεί από τους πρώτο, τρίτη και τέταρτη των εκκαλούντων - εναγόντων της κύριας αγωγής, 2) έγινε δεκτό ότι ισχύει αυτή ως προς τους εκκαλούντες αυτούς (πρώτο, τρίτη και τέταρτη) ως αντέφεση, πλην των δευτέρου και τετάρτου λόγων της, που αφορούν τον πρώτο εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα Χ.

Γ., οι οποίοι κρίθηκαν ως προς αυτόν ότι είναι απαράδεκτοι και τούτο (απαράδεκτο των λόγων) διότι δεν συνέχονται αναγκαστικά με τα κεφάλαια των αποφάσεων που πλήττονται με τις προαναφερόμενες από 13.1.2009, 20.2.2009 και 11.6.2009 εφέσεις, 3) απορρίφθηκε, καθόσον εκτιμήθηκε ως αντέφεση, ως αβάσιμη κατ' ουσία, σε σχέση με τους πρώτο, τρίτη και τέταρτη των αντεκκαλούντων και 4) έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία (ως έφεση), καθόσον ασκήθηκε από την δεύτερη ενάγουσα - εκκαλούσα Β.

Σ. - Γ., αναφορικά με τους έκτο και όγδοο λόγους της. Κατόπιν δε τούτων το Εφετείο, αφού εξαφάνισε και τις δύο εκκαλούμενες ως άνω πρωτόδικες αποφάσεις (4973/2008 και 1792/2009), κατά τα κεφάλαια που επλήγησαν με τις ως άνω δεκτές γενόμενες εφέσεις και καθόσον αυτές έγιναν δεκτές, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία τις αγωγές (κύρια και παρεμπίπτουσα) και τις έκανε δεκτές ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμες και ειδικότερα καθόσον αφορά τους δύο πρώτους των εναγόντων της κύριας αγωγής και ήδη αναιρεσείοντες Χ.

Γ. και Β. Σ. - Γ., για τα ποσά των 43.591,73 και 73.360 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ όσον αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή έγινε δεκτή για το ποσό των 122.151,73 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνονται οι εν μέρει νικήσαντες και εν μέρει ηττηθέντες ενάγοντες της κύριας αγωγής και ήδη αναιρεσείοντες με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, ο οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω ειδικότερον εκτιθέμενα.

III.- Ως πράγματα κατά την έννοια του αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ,Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ή η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Περαιτέρω, ως πράγματα θεωρούνται κατά την έννοια της ως άνω διάταξης και οι λόγοι της έφεσης που περιέχουν αυτοτελείς κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια ισχυρισμός. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ,Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμιση τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 § 1 Κ,Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1702/2001, ΑΠ 1208/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, περιληπτικώς εκτιθέμενη εδώ, ότι: Συνεπεία αυτοκινητικού ατυχήματος, το οποίο έλαβε χώρα στις 15.7,2006 και περί ώρα 02.20 επί της ..., για το οποίο κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Δ.

Π., οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την κάλυψη των ζημιών προς τρίτους στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", τραυματίστηκαν σοβαρά τόσο ο πρώτος αναιρεσείων Χ. Γ., όσο και η δεύτερη αναιρεσείουσα σύζυγος αυτού Β.

Σ. σύζ. Χ. Γ. Από αυτούς ο μεν πρώτος ήταν οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και η δεύτερη συνεπιβάτης αυτού, καθήμενη στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, επί του οποίου και επέπεσε το προαναφερόμενο ζημιογόνο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων. Λόγω του τραυματισμού του ο πρώτος αναιρεσείων νοσηλεύθηκε αρχικά στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Αθηνών από 15.7.2006 μέχρι 21.7.2006 και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Θριάσιο Γενικό Νοσοκομείο Ελευσίνας, όπου νοσηλεύθηκε από 21.7.2006 μέχρι και 13.9.2006 πάσχων από πολλαπλά κατάγματα.

Λόγω επίσης του τραυματισμού της, η δεύτερη αναιρεσείουσα διακομίσθηκε στο ορθοπεδικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας, όπου παρέμεινε μέχρι τις 28.7.2006, πάσχουσα και αυτή από κατάγματα. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντοτε με τις παραδοχές της εφετειακής απόφασης, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα κρίθηκε από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ανάπηρη, εξαιτίας του ενδίκου ατυχήματος, κατά ποσοστό 67% μέχρι και τις 31.1.2009, οπότε και θα έπρεπε να επανεξετασθεί η κατάσταση της υγείας της.

Εξάλλου, σχετικά με το επικουρικά προβληθέν αγωγικό αίτημα του πρώτου των αναιρεσειόντων περί αποζημίωσης του εκ του ότι λόγω του τραυματισμού του αδυνατούσε να παρέχει τις υπηρεσίες του προς την σύζυγο του, τις οποίες προσέφερε ως συνεισφορά του για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, για το χρονικό διάστημα από 15.7.2006 μέχρι και 31.4.2007 (σελ. 13 - 14 της από 16.10.2007 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 9327/2007 αγωγής), το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών μετά την έξοδο του από το νοσοκομείο, ήτοι από 13.9.2006 μέχρι και τις 13.3.2007 δεν μπορούσε, λόγω της πιο πάνω κατάστασης της υγείας του, να αυτοεξυπηρετηθεί, ούτε ο ίδιος, ούτε η επίσης τραυματισθείσα σύζυγος του με αποτέλεσμα να έχουν ανάγκη των υπηρεσιών οικιακής βοηθού.

Για το λόγο αυτό προσέλαβε την Ό. Π., μέσω του γραφείου παροχής συμβούλων καθαρισμού της Ε. Π., προς την οποία κατέβαλε το ποσό των 700 € μηνιαίως, και συνολικά το ποσό των 4.200 € (6μ χ 700 €) (βλ. το προσκομιζόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό πρόσληψης οικιακής βοηθού). Περαιτέρω με την αγωγή του ο πρώτος ενάγων ισχυριζόταν ότι λόγω του τραυματισμού του αδυνατούσε να παρέχει τις υπηρεσίες του προς την σύζυγο του που της πρόσφερε, ως συνεισφορά του για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών για το χρονικό διάστημα από 15.7.2006 έως 31.4.2007, μέχρι το οποίο κρίθηκε υποχρεωτική αποχή από την εργασία του, και ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το ποσό των 700 € μηνιαίως, που κατέβαλε στην ως άνω προσληφθείσα οικιακή βοηθό για την στέρηση των υπηρεσιών του στην σύζυγο του.

Όμως από τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι η ως άνω οικιακή βοηθός παρείχε όλες εκείνες τις υπηρεσίες που πριν το ατύχημα προσέφερε ο πρώτος των εναγόντων και με την πρόσληψη υποκατάστατης δύναμης (οικιακής βοηθού) καλύφθηκαν οι ανάγκες και επομένως δεν συνέτρεξε στέρηση υπηρεσιών. Επομένως, η εκκαλουμένη, που έκανε δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο το επικουρικό αίτημα του πρώτου ενάγοντος για καταβολή σ' αυτόν αποζημίωσης για την στέρηση των υπηρεσιών της συζύγου του, εσφαλμένα εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και εφάρμοσε την παραπάνω διάταξη και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος (δ) της από 13.1.2009 έφεσης της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας που υποστηρίζει τα αντίθετα, ως βάσιμος".

Ήδη δε, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, που τείνει να θεμελιωθεί επί των αριθμών 8 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσληφθείσα οικιακή βοηθός δεν τον υποκατέστησε στην παροχή των υπηρεσιών του προς την σύζυγο του για όλο το χρονικό διάστημα που εξαιτίας του ενδίκου ατυχήματος ήταν ανίκανος να τις παρέχει ο ίδιος, αλλά κατά χρονικό διάστημα μικρότερο κατά 77 ημέρες και συνεπώς η αντίθετη παραδοχή της εφετειακής απόφασης είναι εσφαλμένη και δεν στηρίζεται ούτε σε αγωγικό ισχυρισμό, ούτε και σε ισχυρισμό ή ένσταση των αναιρεσιβλήτων.

Με βάση δε αυτά ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, κατά τις περιπτώσεις των αριθμών του ως άνω άρθρου του Κ.Πολ.Δ. "...καθότι αφενός οι παραδοχές του δικαστηρίου περί του περιεχομένου της αγωγής μας δεν ταυτίζονται με το πραγματικό της περιεχόμενο, αφού έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αφετέρου στερείται νομίμου βάσεως, καθότι τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό της ως άνω πραγματικά περιστατικά είναι εσφαλμένα και ως εκ τούτου η αναγνωριζόμενη στην απόφαση έννομη συνέπεια δεν θεμελιώνεται".

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της παραβίασης των πιο πάνω περιπτώσεων του παραπάνω άρθρου Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος. Τούτο δε (απόρριψη του λόγου ως αβάσιμου) διότι η κατά το κονδύλιο των 6.650 ευρώ εξαφάνιση της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 4973/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε επιδικασθεί στον πρώτο αναιρεσείοντα ως αποζημίωση για τις υπηρεσίες που αδυνατούσε να προσφέρει στη σύζυγο του λόγω του τραυματισμού του, έγινε κατ' αποδοχή του τετάρτου λόγου της από 13.1.2009 έφεσης της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρίας (βλ.

σελίδες 5 και 6 αυτής) και όχι χωρίς ισχυρισμό αυτής. Από την επισκόπηση δε των σελίδων 13 και 14 της ως άνω από 16.10.2007 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 9327/2007 αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων προκύπτει με σαφήνεια ότι ο πρώτος τούτων είχε υποβάλει το επίμαχο αίτημα ζητώντας ως αποζημίωση το παραπάνω ποσό των 6.650 ευρώ, που αφορούσε το παραπάνω χρονικό διάστημα από 15.7.2006 μέχρι και 31.4.2007 και επί του οποίου αιτήματος έκριναν τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Η επ' αυτού δε του ζητήματος (στέρηση των υπηρεσιών που προσέφερε στην σύζυγο του) αιτιολογίες της εφετειακής απόφασης είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις.

IV.- Σχετικά με το επικουρικά προβληθέν αγωγικό αίτημα της δεύτερης των αναιρεσειόντων περί αποζημίωσης της εκ του ότι λόγω του τραυματισμού της αδυνατούσε να παρέχει τις υπηρεσίες της προς τον σύζυγο της, τις οποίες προσέφερε ως συνεισφορά της για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, για το χρονικό διάστημα από 15.7.2006 μέχρι και 31.1.2009 (σελ. 37-38 της από 16.10.2007 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 9327/2007 αγωγής), το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω με την αγωγή της η δεύτερη ενάγουσα ισχυριζόταν ότι λόγω του τραυματισμού της αδυνατούσε να παρέχει τις υπηρεσίες της προς τον σύζυγο της που του προσέφερε ως συνεισφορά της για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών για το χρονικό διάστημα από 15.7.2006 έως και την 31.1.2009 μέχρι το οποίο κρίθηκε υποχρεωτική αποχή από την εργασία του (σημείωση :

εννοεί της) και ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν το ποσό των 700 €, μηνιαίως, που κατέβαλε στην ως άνω προσληφθείσα οικιακή βοηθό για την στέρηση των υπηρεσιών της προς την σύζυγο του (σημείωση : εννοεί προς τον σύζυγο της). Όμως από τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι η ως άνω οικιακή βοηθός παρείχε όλες εκείνες τις υπηρεσίες που πριν το ατύχημα προσέφερε η δεύτερη ενάγουσα και με την πρόσληψη υποκατάστατης δύναμης (οικιακής βοηθού) καλύπτονταν οι ανάγκες και επομένως δεν συνέτρεξε στέρηση υπηρεσιών.

Επομένως η εκκαλουμένη που έκανε δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο το επικουρικό αίτημα της δεύτερης ενάγουσας για την καταβολή σ' αυτήν αποζημίωσης για την στέρηση των υπηρεσιών της προς το σύζυγο της, εσφαλμένα εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και εφάρμοσε την παραπάνω διάταξη και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος (β) της από 11.6.2009 έφεσης της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, που υποστηρίζει τα αντίθετα, ως βάσιμος".

Ήδη δε, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, που τείνει να θεμελιωθεί επί των αριθμών 8 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσληφθείσα οικιακή βοηθός δεν την υποκατέστησε στην παροχή των υπηρεσιών της προς τον σύζυγο της για όλο το χρονικό διάστημα που εξαιτίας του ενδίκου ατυχήματος ήταν ανίκανη να τις παρέχει η ίδια, αλλά κατά χρονικό διάστημα μικρότερο κατά 24,5 μήνες και συνεπώς η αντίθετη παραδοχή της εφετειακής απόφασης είναι εσφαλμένη και δεν στηρίζεται ούτε σε αγωγικό ισχυρισμό, ούτε και σε ισχυρισμό ή ένσταση των αναιρεσιβλήτων.

Με βάση δε αυτά ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, κατά τις περιπτώσεις των αριθμών του ως άνω άρθρου του Κ.Πολ.Δ. "...καθότι αφενός οι παραδοχές του δικαστηρίου περί του περιεχομένου της αγωγής μας δεν ταυτίζονται με το πραγματικό της περιεχόμενο, αφού έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αφετέρου στερείται νομίμου βάσεως, καθότι τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό της ως άνω πραγματικά περιστατικά είναι εσφαλμένα και ως εκ τούτου η αναγνωριζόμενη στην απόφαση έννομη συνέπεια δεν θεμελιώνεται".

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της παραβίασης των πιο πάνω περιπτώσεων του προαναφερόμενου άρθρου Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου και σε κάθε 12 περίπτωση ως αβάσιμος. Τούτο δε (απόρριψη του λόγου ως αβάσιμου) διότι η κατά το κονδύλιο των 21.350 ευρώ εξαφάνιση της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 4973/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε επιδικασθεί στην δεύτερη αναιρεσείουσα ως αποζημίωση για τις υπηρεσίες που αδυνατούσε να προσφέρει στον σύζυγο της λόγω του τραυματισμού της, έγινε κατ' αποδοχή του δεύτερου λόγου της από 11.6.2009 έφεσης της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρίας (βλ.

σελίδες 3 και 4 αυτής) και όχι χωρίς ισχυρισμό αυτής. Από την επισκόπηση δε των σελίδων 37, 38 και 39 της ως άνω από 16.10.2007 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 9327/2007 αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων προκύπτει με σαφήνεια ότι η δεύτερη τούτων είχε υποβάλει το επίμαχο αίτημα ζητώντας ως αποζημίωση το παραπάνω ποσό των 21.350 ευρώ, που αφορούσε το παραπάνω χρονικό διάστημα από 15.7.2006 μέχρι και 31.1.2009 και επί του οποίου αιτήματος έκριναν τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Η επ' αυτού δε του ζητήματος (στέρηση των υπηρεσιών που προσέφερε στον σύζυγο της) αιτιολογίες της εφετειακής απόφασης είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις.

V.- Σχετικά με τον προβληθέντα πρωτοδίκως από την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ισχυρισμό περί συντρέχοντος πταίσματος της δεύτερης αναιρεσείουσας στην έκταση του τραυματισμού της, λόγω του ότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας κατά το χρόνο επέλευσης του ένδικου ατυχήματος, τον οποίο ισχυρισμό επανέφερε στην κατ' έφεση δίκη με την μορφή του πρώτου λόγου της από 11.6.2009 έφεσης της, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη ενάγουσα δεν φορούσε προστατευτική ζώνη, καθήμενη στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 12 § 5 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), και ότι η παράλειψη της αυτή συνέβαλε στην έκταση του τραυματισμού της στην αριστερή κερκίδα, δεξιά ωμοπλάτη και κάτω γνάθο καθόσον η ως άνω σωματική της βλάβη προκλήθηκε από την πρόσκρουση της στα καθίσματα και προκάλεσε την κάκωση ιδιαίτερα της κάτω γνάθου, η οποία κατά την κοινή πείρα και λογική θ' αποτρεπόταν, διαφορετικά θα ήταν οπωσδήποτε ελαφρότερη, αν είχε χρησιμοποιήσει ζώνη ασφαλείας.

Να σημειωθεί ότι η ίδια η δεύτερη ενάγουσα στην από 11.10.2006 έκθεση ένορκης εξέτασης της ενώπιον των αρμοδίων προανακριτικών υπαλλήλων ομολογεί ότι δεν έφερε ζώνη ασφαλείας ενώ δεν προέκυψε ότι ο τραυματισμός της αυτός προκλήθηκε από πλάγια σύγκρουση των αυτοκινήτων και στρέβλωση των λαμαρινών τους (βλ.

την ως άνω έκθεση αυτοψίας). Αποδεικνύεται λοιπόν, ότι υπάρχει συντρέχουσα υπαιτιότητα της δεύτερης ενάγουσας στην έκταση του τραυματισμού της και σύμφωνα με τα παραπάνω το βαρύνον αυτήν ποσοστό πρέπει να προσδιορισθεί σε 20% και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή, ως νόμιμη, η στηριζόμενη στην διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ σχετική ένσταση των εναγομένων και στη συνέχεια ως κατά ένα μέρος βάσιμη κατ' ουσία.

Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχτηκε ότι η δεύτερη ενάγουσα δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας και ότι η παράλειψη αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν ως άνω αποτέλεσμα του τραυματισμού της καθόσον ακόμα κι αν έκανε χρήση ζώνης ασφαλείας πάλι θα τραυματιζόταν, αφού ο τραυματισμός της προκλήθηκε από τις λαμαρίνες, που λόγω σφοδρότητας της σύγκρουσης στρέβλωσαν και μπήκαν προς τα μέσα, χτυπώντας την με μεγάλη σφοδρότητα, εσφαλμένα εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και εφάρμοσε την παραπάνω διάταξη και πρέπει ο πρώτος λόγος της από 11.6.2009 έφεσης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, που υποστηρίζει τα αντίθετα, να γίνει δεκτός, ως βάσιμος".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητας της δεύτερης αναιρεσείουσας στην έκταση του τραυματισμού της και εντεύθεν στον υπολογισμό του ύψους της οφειλόμενης σ' αυτήν αποζημίωσης και ουδόλως παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας σχετικά με την προσφορότητα της ανυπαρξίας ζώνης ασφαλείας στην έκταση του τραυματισμού της επιβάτιδος του αυτοκινήτου - δεύτερης αναιρεσείουσας εξαιτίας του επισυμβάντος ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος.

Ορθά δε ερμήνευσε και εφάρμοσε τόσο τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ (ζημία από οικείο πταίσμα), όσο και τη διάταξη του άρθρου 12 § 5 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) που επιβάλλει τη χρήση ζώνης ασφαλείας για τους επιβάτες των οχημάτων. Η κατά συνήθεια, εξάλλου, μη χρήση ζώνης ασφαλείας από τους επιβάτες των οχημάτων που κάθονται στο πίσω κάθισμα αυτών δεν έχει επιφέρει εμπράκτως την κατάργηση της εν λόγω διάταξης, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, και δεν αναιρεί το πταίσμα και κατά συνέπεια την συνυπαιτιότητα της δεύτερης των αναιρεσειόντων στην έκταση του τραυματισμού της.

Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην εφετειακή απόφαση η επί των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. στηριζόμενη πλημμέλεια είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

VI.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση", νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό -οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική-οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται, επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίος η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, κατά τη δίκαιη κρίση αυτού, να καθορισθεί, ως εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντα και τον βαθμό υπαιτιότητας αυτού.

Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη και των λοιπών (βλ. και ΑΠ 72/2012, ΑΠ 1087/2010, ΑΠ 1432/2009, ΑΠ 765/2007, ΑΠ 670/2006). Εξάλλου, ο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδαφ.

α' του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ,ΑΠ 8/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση σχετικά με το πρωτοδίκως προβληθέν αίτημα της δεύτερης ενάγουσας και ήδη δεύτερης των αναιρεσειόντων για επιδίκαση σ' αυτήν ποσού 150.000 ευρώ, υπό την μορφή αποζημίωσης εκ του άρθρου 931 ΑΚ, το οποίο απορρίφθηκε πρωτοδίκως και το οποίο επαναφέρθηκε στην κατ' έφεση δίκη με την μορφή του υπό τον λατινικό αριθμό επτά (VII) σχετικού λόγου της από 18.6.2009 έφεσης της ως άνω ενάγουσας, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Όσον αφορά το αιτούμενο κονδύλιο με βάση το άρθρο 93 1 του ΑΚ πρέπει ν' απορριφθεί αυτό, ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον η ενάγουσα δεν υπέστη μόνιμη αναπηρία ώστε να επιδρά στη μείωση της προσωπικότητας της, στην άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, την έλλειψη κοινωνικών συναναστροφών και γενικά στις κοινωνικές και επαγγελματικές της εξελίξεις, αδυνατώντας να συμμετάσχει σε κάθε μορφή της κοινωνικής και οικονομικής ζωής ώστε να της επιδικασθεί αποζημίωση επί μονίμου αναπηρίας πλέον ηθικής βλάβης, εφόσον, όπως αναφέρει στην αγωγή της η μερική αναπηρία αυτής δεν είναι μόνιμη και διαρκής, αλλά πρόσκαιρη, αφού έχει κριθεί ανάπηρη σε ποσοστό 67% μέχρι τις 31.1.2009, όπως η ίδια συνομολογεί στην αγωγή της".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης του προαναφερόμενου άρθρου, η οποία δεν παραβιάσθηκε ευθέως ή εκ πλαγίου και, συνεπώς, τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον επί των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ,Πολ.Δ.

τέταρτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης είναι απορριπτέα, προέχοντος ως απαράδεκτα, διότι υπό το πρόσχημα της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης του ως άνω άρθρου πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, και σε κάθε περίπτωση και ως αβάσιμα. Κατόπιν λοιπόν πάντων των προαναφερομένων πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της κατ' αντιμωλία δικαζομένης και έχουσας καταθέσει και προτάσεις, δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (αρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.9.2011 και με αριθμό κατάθεσης 751/2011 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ' αριθμ. 3954/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.- Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2013

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ