2162/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 411/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 26-4-2010 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated2162/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): το άρθρο 22 § 1 του ιδίου νόμου ορίζει ότι το Δ.Σ. είναι αρμόδιο ν' αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά την διοίκηση της εταιρείας, την διαχείριση της περιουσίας αυτής και στην εν γένει επιδίωξη του σκοπού της εταιρείας: στο δε άρθρο 22 § 3 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του Δ.Σ.
Full text
Απόφαση 2162 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2162/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ευταξία, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία " Τράπεζα E.F.G. Eurobank Ergasias" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS" που εδρεύει στην ..., πρώην ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK A.E. προγενέστερα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε." όπως νόμιμα εκπροσωπείται και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Σπύρο Χατζηανδρέου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 411/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 26-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 28-12-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ν. 1703/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 2235/1994 και η οποία εξακολουθεί να ισχύει και μετά την παύση της ισχύος των λοιπών διατάξεων του νόμου αυτού (ΑΠ 1101/2002) η μίσθωση ακινήτου για κατοικία ισχύει τουλάχιστον για τρία έτη και αν ακόμη έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο χρονικό διάστημα ή για αόριστο χρόνο.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 574 ΑΚ, με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Κατά δε το άρθρο 596 ΑΚ, ο μισθωτής δεν απαλλάσσεται από το μίσθωμα, αν εμποδίζεται να χρησιμοποιήσει το μίσθιο από λόγους που αφορούν τον ίδιο.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192, 361, 574, 599, 608 παρ.1 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση μισθώσεως κατοικίας η διάρκεια της οποίας έχει συμφωνηθεί για χρόνο βραχύτερο της τριετίας ή και για το νόμιμο χρόνο της τριετίας, μπορεί να λυθεί με νεότερη συμφωνία η οποία υπάρχει και όταν, πριν από την παρέλευση του συμβατικού ή νόμιμου χρόνου, ο μισθωτής αποδίδει το μίσθιο στον εκμισθωτή και ο τελευταίος το παραλαμβάνει με σκοπό τη λύση της μισθώσεως, για την απόδειξη δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται έγγραφο.
Κατάρτιση τέτοιας συμφωνίας, η οποία μπορεί να είναι και σιωπηρή, ενέχει η εκούσια παράδοση από τον μισθωτή των κλειδιών του μισθίου στον εκμισθωτή και η εκ μέρους αυτού παραλαβή τους (Α.Π. 998/2006, 495/2001). Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 159 παρ. 2, 164 και 361 ΑΚ συνάγεται, ότι, αν η σύμβαση μίσθωσης κατοικίας, η οποία, σύμφωνα με το νόμο, δεν υπόκειται σε έγγραφο τύπο, καταρτιστεί εγγράφως και συμφωνηθεί, ότι κάθε τροποποίησή της θα γίνει εγγράφως, μπορεί, παρά τη συμφωνία αυτή, να τροποποιηθεί με νεότερη προφορική, ακόμη και σιωπηρή, συμφωνία, διότι η νεότερη αυτή συμφωνία καταργεί την αρχική συμφωνία για έγγραφη τροποποίηση.
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 650 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.
Συνεπώς, στην ειδική αυτή διαδικασία δεν ισχύει ο συμβατικός αποκλεισμός των αποδεικτικών μέσων, όπως η συμφωνία ότι κάθε τροποποίηση της σύμβασης θα αποδεικνύεται εγγράφως. Έτσι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τους μάρτυρες, για την απόδειξη της σύστασης ή τροποποίησης της δικαιοπραξίας, για την οποία είχε οριστεί με τη σύμβαση σαν αποδεικτικός τύπος το έγγραφο (ΑΠ 424/2001, 501/05).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τ' ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Με το από 20-8-2006 μεταξύ των διαδίκων μισθωτήριο συμφωνητικό, ο εφεσίβλητος εκμίσθωσε στην εκκαλούσα, για χρονικό διάστημα ενός έτους από 20-8-2006, ένα διαμέρισμά του, του πέμπτου ορόφου πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό ...
των ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία του υπαλλήλου της εκκαλούσης Α. Τ., με μηνιαίο μίσθωμα 570 ευρώ, που έπρεπε να προκαταβάλλεται εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μισθωτικού μήνα, μαζί με το μισό των αναλογικών τελών χαρτοσήμου (1,8%), που συμφωνήθηκε να βαρύνει την εκκαλούσα και ανερχόταν σε 10,26 ευρώ.
Με τον όρο 3 της παραπάνω σύμβασης, ορίστηκε, ότι η μίσθωση θα λύνεται αζημίως για την εκκαλούσα, αν, κατά τη διάρκειά της, ο ανωτέρω υπάλληλος μετατεθεί σε άλλη πόλη και ότι η λύση για την αιτία αυτή "θα επέρχεται άμεσα από και δια της έγγραφης γνωστοποίησης στον εκμισθωτή από τη μισθώτρια του ανωτέρω γεγονότος".
Παράλληλα, με τον όρο 13 της ίδιας σύμβασης, ορίστηκε, ότι "όλοι οι όροι της ανάγονται σε ουσιώδεις και ότι η τροποποίηση οποιουδήποτε θα αποδεικνύεται μόνο με έγγραφο, αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου". Το παραπάνω διαμέρισμα χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία του ανωτέρω υπαλλήλου της εκκαλούσης μέχρι τις 8-10-2006, οπότε ο υπάλληλος αυτός, λόγω μετάθεσής του στο Αγρίνιο, αποχώρησε από το διαμέρισμα τούτο πριν λήξει η μίσθωσή του.
Η εκκαλούσα δεν προχώρησε στην άμεση λύση της μίσθωσης εξαιτίας του ανωτέρω γεγονότος, όπως, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, δικαιούταν, επειδή σκόπευε να χρησιμοποιήσει το μίσθιο διαμέρισμα ως κατοικία άλλου υπαλλήλου της. Τούτο, όμως, δεν κατέστη δυνατό, οπότε το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2006, στο Κατάστημα της εκκαλούσης στα Ιωάννινα, ο εφεσίβλητος και ο διευθυντής του εν λόγω Καταστήματος Κ.
Τ., ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της εκκαλούσης, συμφώνησαν προφορικά τη λύση έκτοτε της μίσθωσης, για την ανωτέρω αιτία, σύμφωνα με τον όρο 3 της σύμβασης που προαναφέρθηκε. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής, ο ανωτέρω εκπρόσωπος της εκκαλούσης παρέδωσε στον εφεσίβλητο τα κλειδιά του μισθίου διαμερίσματος, τα οποία αυτός παρέλαβε, όπως και τη χρήση του διαμερίσματος αυτού.
Έτσι, ο εκπρόσωπος της εκκαλούσης, παραδίδοντας στον εφεσίβλητο τα κλειδιά και τη χρήση του μισθίου διαμερίσματος, με σκοπό τη λύση έκτοτε, για την ανωτέρω αιτία, της μίσθωσής του, πρότεινε σ' αυτόν την τροποποίηση της παραπάνω σύμβασης ως προς τον όρο της, ο οποίος προέβλεπε τη λύση για την παραπάνω αιτία, από και δια της έγγραφης γνωστοποίησής της στον εκμισθωτή από τη μισθώτρια, ώστε η λύση της να επέρχεται και με προφορική πλέον γνωστοποίηση της εν λόγω αιτίας.
Εξάλλου, ο εφεσίβλητος παρέλαβε τα κλειδιά και τη χρήση του μισθίου διαμερίσματος με σκοπό τη λύση της μίσθωσής του, για την ανωτέρω αιτία και σύμφωνα με το σχετικό δικαίωμα της εκκαλούσης, εν γνώσει του, χωρίς καμιά επιφύλαξη, διαμαρτυρία ή εναντίωσή του με οποιοδήποτε τρόπο. Έτσι, με τη συμπεριφορά του αυτή, ενόψει και των λοιπών περιστάσεων που συντρέχουν στη συγκεκριμένη υπόθεση και ιδίως του ότι γνώριζε, ότι με τη σύμβαση είχε οριστεί για τη λύση της μίσθωσης η έγγραφη γνωστοποίηση της ανωτέρω αιτίας λύσης της, αποδέχτηκε την παραπάνω πρόταση της εκκαλούσης, με τον τρόπο δε αυτό, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, τροποποιήθηκε έγκυρα η ανωτέρω σύμβαση ως προς τον αρχικό της όρο για έγγραφη γνωστοποίηση του παραπάνω λόγου λύσης της, καίτοι δεν τηρήθηκε για τη γνωστοποίηση αυτή ο έγγραφος τύπος, τον οποίο, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, προέβλεπε ο όρος 3 της εν λόγω σύμβασης (άρθρα 185, 189, 192, 193, 574 επ.
ΑΚ).
Συνεπώς, με τη νεότερη αυτή συμφωνία, η οποία, σύμφωνα με τα παραπάνω, έγκυρα αποδεικνύεται και με μάρτυρες, λύθηκε η ανωτέρω μίσθωση για το μετά τη συμφωνία αυτή χρονικό διάστημα και, επομένως, η εκκαλούσα δεν οφείλει τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από τη λύση της και μέχρι πέρατος της συμβατικής διάρκειάς της στις 20-8-2007, τα οποία ζητά ο εφεσίβλητος με την ανωτέρω αγωγή του, πλην εκείνων του δευτέρου και τρίτου των μισθωτικών μηνών, δηλαδή της περιόδου 20-9/20-11-2006, τα οποία ανέρχονται, μαζί με το παραπάνω ποσοστό τελών χαρτοσήμου, σε 1.160,52 ευρώ.
Η κρίση για το ότι αποδείχτηκαν τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, η κρίση για την ανωτέρω προφορική συμφωνία των διαδίκων στηρίζεται, πρωτίστως, στην κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα της εκκαλούσης, η οποία, χωρίς να αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα του εφεσίβλητου, αφού αυτός δεν καταθέτει κάτι αντίθετο, ενισχύεται από το ότι, σε διαφορετική περίπτωση, η εκκαλούσα, μετά την πάροδο του μηνός Οκτωβρίου του 2006, θα γνωστοποιούσε με έγγραφό της στον εφεσίβλητο την ανωτέρω αιτία λύσης της μίσθωσης, οπότε η ένδικη διαφορά δεν θα είχε ανακύψει.
Ενόψει, δηλαδή του γεγονότος, ότι η εκκαλούσα όφειλε τα μισθώματα για το χρονικό διάστημα μέχρι και 20-11-2006, από την 1-11-2006 και μετά δεν είχε λόγο, αν δεν είχε πειστεί για τη λύση της μίσθωσης με την παραπάνω προφορική συμφωνία της με τον εφεσίβλητο, να μη γνωστοποιήσει εγγράφως σ' αυτόν την ανωτέρω αιτία λύσης της.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δεν δέχτηκε τα παραπάνω, αλλά, αντίθετα, απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της εκκαλούσης για έγκυρη λύση της μίσθωσης με την ανωτέρω προφορική συμφωνία των διαδίκων και για το μετά την 20-11-2006 χρονικό διάστημα, επιδικάζοντας το σύνολο των μισθωμάτων που ζητήθηκαν και όχι μόνο εκείνα του χρονικού διαστήματος 20-9/20-11-2006, που ανέρχονται σε 1.160,52 ευρώ, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Γι' αυτό οι σχετικοί λόγοι έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως βάσιμοι στην ουσία." Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της αντιθέτως κριθείσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων εκμισθωτής για την καταβολή μισθωμάτων κατοικίας που εκμισθώθηκε στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα για τις στεγαστικές ανάγκες υπαλλήλου της ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 159 παρ.2, 164, 185, 189, 192, 361, 574, 599, 608 παρ.1 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι η ένδικη μίσθωση μεταξύ των διαδίκων λύθηκε συμβατικά μεταξύ τους με την παράδοση των κλειδιών και της χρήσης του μισθίου διαμερίσματος από την αναιρεσίβλητη μισθώτρια με σκοπό τη λύση της μίσθωσης και την παραλαβή τους από τον αναιρεσείοντα εκμισθωτή χωρίς καμία επιφύλαξη, διαμαρτυρία ή εναντίωση, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της συμβατικής άτυπης πρόωρης λύσης της ένδικης μίσθωσης με τις προαναφερθείσες συνθήκες αζημίως και για τα δύο διάδικα μέρη και δικαιολογούν την απόρριψη της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος και την παραδοχή της αντίστοιχης καταλυτικής ένστασης της αναιρεσίβλητης Τράπεζας που παραδεκτά προβλήθηκε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε και στο Εφετείο μετά την απόρριψή της με την έφεση της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου του ΑΚ τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος του το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος του και τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος του, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.
Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της σιωπηρής δηλαδή (άτυπης) με τις πιο πάνω συνθήκες λύσης της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις μισθώσεως κατοικίας προώρως και αζημίως και για τα δύο μέρη και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση:
α) με το ότι η σιωπηρά καταγγελία δεν επέφερε αποτελέσματα, β) η κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης δεν μπορούσε να αποδείξει την ένδικη πρόωρη λύση και γ) η πρόωρη λύση είχε αναιρεθεί από τα επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα φορολογικά έγγραφα και πιστοποιητικά είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή που αφορά όλους τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 115/2007), αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους (Α.Π. 1055/2005). Ενόψει των ανωτέρω πρέπει ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 760/2004).
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 18§1 του Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" ορίζει ότι η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται στα Δικαστήρια και εξωδίκως από το Διοικητικό της Συμβούλιο, ενεργούντος συλλογικά: κατά δε τη διάταξη του άρθρου 18§2 του ιδίου ως άνω νόμου ότι το καταστατικό δύναται να ορίσει, ότι ένα ή περισσότερα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα, τρίτα, δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρεία, γενικά ή σε ορισμένου μόνον είδους πράξεις:
το άρθρο 22 § 1 του ιδίου νόμου ορίζει ότι το Δ.Σ. είναι αρμόδιο ν' αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά την διοίκηση της εταιρείας, την διαχείριση της περιουσίας αυτής και στην εν γένει επιδίωξη του σκοπού της εταιρείας: στο δε άρθρο 22 § 3 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του Δ.Σ.
μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του ή τρίτους. Οι άνω διατάξεις του Ν. 2190/1920, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του Α.Κ., ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα Δικαστήρια, και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 § 2 και 22 § 3 του Ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του Δ.Σ. της Α.Ε., κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από τις διατάξεις αυτές. Το άρθρο 18§2 του ν. 2190/1920 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε.
Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 § 2 και 22 § 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το Δ.Σ., ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του Δ.Σ., αλλά ενεργεί στα πλαίσια της αντίστοιχης πληρεξουσιότητας ή εντολής που προβλέπεται από τα άρθρα 211 και 713 του Α.Κ.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, συνάγεται, ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους του νόμου ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Εκ τούτων έπεται ότι σε αγωγή εναντίον νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση ανειλημμένης με σύμβαση υποχρεώσεώς του, δεν απαιτείται να αναφέρεται το όνομα του φυσικού προσώπου το οποίο σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, διότι το στοιχείο αυτό δεν ανάγεται στη νομιμοποίηση αλλά στο κύρος της σύμβασης.
Αν όμως αμφισβητηθεί από τον αντίδικο αντισυμβαλλόμενο του νομικού προσώπου το κύρος της λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, πρέπει το τελευταίο με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση, να προτείνει και να αποδείξει τη συνδρομή των στοιχείων επί των οποίων θεμελιώνεται η εξουσία του ενεργήσαντος ως αντιπροσώπου του, το δε Δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφασή του το φυσικό πρόσωπο το οποίο ανέλαβε για λογαριασμό του νομικού προσώπου τη συμβατική υποχρέωση και νομίμως εκπροσώπησε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των άνω διατάξεων (ΑΠ 1182/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που προαναφέρθηκαν η μεταξύ των διαδίκων καταργητική της ένδικης μισθώσεως άτυπη σύμβαση καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος εκμισθωτή και της αναιρεσίβλητης τραπεζικής ανώνυμης εταιρείας εκπροσωπηθείσας από τον Διευθυντή του Υποκαταστήματός της στα Ιωάννινα. Προβάλλει δε ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1 και 2 και 22 παρ.1 και 3 του ν. 2190/1920, 65, 67 και 68 του Α.Κ. με το να μη προσδιορίσει το νόμιμο τρόπο από τον οποίο προέκυπτε η αντιπροσωπευτική ικανότητα του Διευθυντή του καταστήματος της αναιρεσίβλητης στα Ιωάννινα. Ο λόγος αυτός αναίρεσης με βάση τα προαναφερθέντα στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας παραγράφου κρίνεται απαράδεκτος ύστερα από αυτεπάγγελτη έρευνα γιατί ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά και του δευτεροβάθμιου αμφισβήτησε την αντιπροσωπευτική ικανότητα εκπροσώπησης της αναιρεσίβλητης από τον Διευθυντή του υποκαταστήματός της.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).
Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος τους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρά του απόδειξης που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Χ. Τ. και τη βεβαίωση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.
Ιωαννίνων ότι δήλωσε τα ένδικα μισθώματα με τη φορολογική του δήλωση και αντίγραφα Ε1 και Ε2 της φορολογικής του δήλωσης, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος και τα πιο πάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.
IV. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος τους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Α) η τράπεζα δεν τον ειδοποίησε ποτέ ότι έφυγε ο ενοικιαστής υπάλληλος και β) ότι δήλωσε στην Εφορία τα ένδικα μισθώματα. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι διότι οι ανωτέρω "ισχυρισμοί" δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα ως επιχειρήματα συναγόμενα από τις αποδείξεις, για την άρση ανταποδεικτικά του βασικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης για την άτυπη σιωπηρά λύση πρόωρα της ένδικης μίσθωσης με τη βούληση των αντιδίκων. Ανεξάρτητα όμως από αυτά, τα ίδια πραγματικά και αν ακόμα συγκροτούν αυτοτελή ισχυρισμό τα εκτίμησε προσηκόντως το Εφετείο, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό. Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-4-2010 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 411/2009 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ