2162/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή και Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Legislator headnote
AI generated2162/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη διάταξη αυτή με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/3-6-1999 προστέθηκε και δεύτερη παράγραφος, που ορίζει ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ΄ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2162 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2162/2006 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε΄ Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή και Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ... και 2) ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 742/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Ιουνίου 2006, δύο, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1232/2006.
΄Επειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό πρωτ. 384/20-9-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ τις α) 78/26-6-06 και β) 77/28-5-06 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων α) ... και β) ..., κατά του 742/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε τις εφέσεις τους κατά του πρωτόδικου 3012/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, επικύρωσε τούτο και τους παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για ιδιαίτερα διακεκριμένη απάτη, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση,[άρθρα 45,94 παρ.1,98 και 386 παρ.1α,3α ΠΚ], και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα.
2-Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν από τον εξουσιοδοτημένο δικηγόρο τους Ιωάννη Νικολάου του Αντωνίου, τις οποίες δικαιούνται κατά το νόμο, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα τους παραπέμπει για κακούργημα, με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του εκδόντος αυτό Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση αυτού, η οποία έγινε σ' αυτούς μεν με θυροκόλληση στην κατοικία τους στις 30-5-06, στον αντίκλητό τους δε δικηγόρο Ιω. Νικολάου με παράδοση στη συνεργάτιδά του στο γραφείο του, ασκούμενη δικηγόρο ... στις 15-6-06, [βλ. σχετικές εκθέσεις του Αστ. ..., και δικ. επιμελ. ..., αντίστοιχα]. Οι εκθέσεις συντάχθηκαν από τη γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από τα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ και περιέχει τους λόγους για τους οποίους ασκούνται, που συνίστανται στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και της έλλειψης ακροάσεως, [άρθρα 139 και 484 παρ.1 περ. δ ΚΠΔ].
Συνεπώς, είναι νομότυπες, εμπρόθεσμες και δικαιωματικά ασκηθείσες απ' αυτούς, οπότε πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν ως προς τη βασιμότητά τους.
3-Ο λόγος της έλλειψης αιτιολογίας Α-Νομικές διατάξεις.
α-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά.[ΑΠ.19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ.01/1225,ΠΧΡ.02/402,ΠΛΟΓ.01/1693].
β-Κατά το άρθρο 98 του Π.Κ., αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων.
Στη διάταξη αυτή με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/3-6-1999 προστέθηκε και δεύτερη παράγραφος, που ορίζει ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ΄ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό.
Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. γ-Κατά το άρθρο 45 ΠΚ. αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται κοινός δόλος των προσώπων που συμπράττουν και αυτοπρόσωπη και άμεση σύμπραξή τους, η οποία μπορεί να είναι ταυτόχρονη ή διαδοχική κατά την ενέργεια από τον καθένα των επί μέρους πράξεων, οι οποίες άμεσα συντελούν στην ολοκλήρωση του εγκληματικού αποτελέσματος.
Συνίσταται δε ο κοινός δόλος στη συναπόφαση που έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσής της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση του άλλου. Προς ύπαρξη δηλ της συναυτουργίας απαιτούνται δύο βασικοί όροι, αντικειμενικώς μεν σύμπραξη στη συγκεκριμένη κύρια πράξη, υποκειμενικώς δε κοινός δόλος εκείνων που συμπράττουν.
Β-Παραδοχές και σκέψεις του βουλεύματος Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, [καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογιών], προέκυψαν τα εξής ουσιώδη περιστατικά:
Οι κατηγορούμενοι με σκοπό να αποκομίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος με βλάβη την περιουσία του παθόντος ... παρέστησαν σ' αυτόν κατά τους κατωτέρω χρόνους ψευδή γεγονότα σαν αληθινά, και δη ότι έχουν εύρωστη οικονομική επιχείρηση και ότι ουδένα κίνδυνο διατρέχει στο να μη μπορέσει να εισπράξει τα χρήματα που του ζητούσαν ως δάνειο, και έτσι τον παρέπεισαν να τους παραδώσει ως δάνειο διάφορα χρηματικά ποσά, με τα οποία έβλαψαν την περιουσία του με αντίστοιχο περιουσιακό τους όφελος, καθόσον η επιχείρησή τους δεν ήταν οικονομικά εύρωστη, ως του παρέστησαν, και οι εργασίες της είχαν διακοπεί, με συνέπεια να μη μπορεί ο παθών να εισπράξει τα δοθέντα προς αυτούς χρηματικά του ποσά.
α) Κατά το μήνα Φεβρουάριο 2001 παρέστησαν σ' αυτόν ότι η επιχείρησή τους που διατηρούσαν στο ..., υπό το διακριτικό τίτλο..., η οποία δραστηριοποιείται σε διαφημιστικές τηλεοπτικές παραγωγές, είναι οικονομικά φερέγγυα, γιατί έχει συνάψει επικερδείς τηλεοπτικές παραγωγές με μεγάλους τηλεοπτικούς σταθμούς, μεταξύ των οποίων και της ΕΡΤ, εμφανίζοντάς του και διάφορα συμβόλαια, και ως εκ τούτου έχουν απαιτήσεις από τους εν λόγω σταθμούς μεγάλων χρηματικών ποσών, πείθοντάς τον να τους καταβάλει ως δάνειο, προς προσωρινή δήθεν οικονομική τους διευκόλυνση, αρχικά το ποσό των 9.000.000 δρχ. και ύστερα από μία εβδομάδα το ποσό των 7.000.000 δρχ., και συνολικά το ποσό των 16.000.000 δρχ. Πλην όμως οι παραστάσεις τους αυτές ήσαν ψευδείς, καθόσον η επιχείρησή τους δεν ήταν οικονομικά εύρωστη, δεν είχε συνάψει καμία τηλεοπτική παραγωγή για λογαριασμό μεγάλων τηλεοπτικών σταθμών, οι συναφθείσες συμβάσεις είχαν καταγγελθεί, και ως εκ τούτου δεν δικαιούνταν να απαιτήσουν από τρίτους οικονομικά ανταλλάγματα που θα κάλυπτε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά που τους δάνεισε.
β) Κατά το χρονικό διάστημα από τις 12-4 έως τις 19-10-2001 παρέστησαν σ' αυτόν ότι οι τηλεοπτικές παραγωγές, που είχαν αναλάβει για λογαριασμό των μεγάλων τηλεοπτικών σταθμών, βρισκόντουσαν στο τελικό στάδιο, οπότε δικαιούνταν να απαιτήσουν απ' αυτούς μεγάλα ανταλλάγματα, πείθοντάς τον να τους καταβάλει ως δεύτερο δάνειο, για τον ίδιο σκοπό, τα εξής χρηματικά ποσά, στις 12-4 το ποσό των 3.000.000 δρχ., στις 3-5 το ποσό των 2.860.000 δρχ., στις 4-5 το ποσό των 8.000.000 δρχ., [σε μετρητά στον πρώτο], στις 10-5 το ποσό των 970.000 δρχ., στις 12-5 το ποσό των 1.000.000 δρχ., στις 19-5 το ποσό των 400.000 δρχ., στις 3-8 το ποσό των 500.000,στις 30-8 το ποσό των 400.000 δρχ., στις 5-9 το ποσό των 230.000 δρχ., στις 13-9 το ποσό των 750.000 δρχ., στις 5-10 το ποσό των 300.000, στις 19-10 το ποσό των 200.000 [σε μετρητά στη δεύτερη],και στις 28-1-02 το ποσό των 200.000 δρχ., και συνολικά το ποσό των δεκαοκτώ εκατομμυρίων οκτακοσίων δέκα [18.810] δρχ. Οι παραστάσεις τους όμως αυτές ήσαν ψευδείς, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, δεν είχαν ενεργείς τηλεοπτικές συμβάσεις με μεγάλους τηλεοπτικούς σταθμούς, ώστε να βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο της παραγωγής τους και να δικαιούνται να απαιτήσουν απ' αυτούς οικονομικά ανταλλάγματα.
γ) Κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2002 παρέστησαν σ' αυτόν ότι έχουν αναπτύξει επικερδείς επιχειρήσεις τόσο στο ..., όσο και στη ... και ότι δικαιούνται να εισπράξουν από τις εκεί επενδύσεις τους τεράστια χρηματικά ποσά, πείθοντάς τον να τους καταβάλει, για τον ίδιο σκοπό, τα χρηματικά ποσά των 10.000.000 δρχ., [5.000.000 για επενδύσεις στο ... και άλλα 5.000.000 για επενδύσεις στη ...]. Πλην όμως και οι παραστάσεις τους αυτές ήσαν ψευδείς, καθόσον αυτοί δεν είχαν αναπτύξει επενδύσεις στο ... και στη ... και δεν δικαιούνταν να απαιτήσουν εξαιτίας τους οικονομικά ανταλλάγματα.
Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις τους απέσπασαν από τον παθόντα το συνολικό ποσό των σαραντατεσσάρων εκατομμυρίων εξακοσίων δέκα [44.610.000] δρχ.
Έτσι, οι κατηγορούμενοι με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις τους, στις οποίες προέβησαν προς τον παθόντα, διαδοχικά και ταυτόχρονα και κατόπιν συναπόφασης, έπεισαν αυτόν να τους καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό, με το οποίο έβλαψαν την περιουσία του με αντίστοιχο περιουσιακό τους όφελος, στο οποίο εξαρχής με τις χωριστές πλάνες που του προκάλεσαν απέβλεπαν, καθόσον εάν ο παθών γνώριζε την αληθινή οικονομική τους κατάσταση, ότι δηλ. οι κατηγορούμενοι δεν είχαν ενεργείς τηλεοπτικές συμβάσεις και δεν διατηρούσαν χρηματικές απαιτήσεις από τρίτους, ώστε να καλύπτουν τα χρηματικά ποσά που του ζητούσαν κάθε φορά ως δάνειο, δεν θα προέβαινε στη δανειοδότησή τους. Το περιουσιακό όφελος αυτών ή η προξενηθείσα περιουσιακή ζημία του παθόντος είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 25.000.000 [73.000 Ε].
Από τα περιστατικά αυτά, καταλήγει το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, πληρούται η ειδική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, που τελέσθηκε απ' αυτούς κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, καθόσον την τέλεσαν με συναπόφαση και με κοινές ψευδείς παραστάσεις τους προς στον παθόντα και με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν το ίδιο αυτό αδίκημα. Στη συνέχεια, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής τους και ότι ορθά το Συμβούλιο Πλημμ/κών Αθηνών τους παραπέμπει, κατά τα άρθρα 309 παρ.1 και 313 ΚΠΔ, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για ιδιαίτερα διακεκριμένη απάτη, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 45,60,94 παρ.1,98 και 386 παρ. 1, 3β ΠΚ, και για το λόγο τούτο απέρριψε τις εφέσεις τους, επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα και τους παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι τελέσεώς του εν λόγω αδικήματος.
Γ-Κριτική αξιολόγηση.
Με τις παραδοχές και σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του το Συμβούλιο Εφετών αφενός μεν διέλαβε, την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς καμιά αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της απάτης, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης ότι το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών τούτων στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 και 386 παρ. 1α, 3β ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε πλαγίως. Ο λόγος, επομένως, της έλλειψης της απαιτούμενης από το σύνταγμα και από το νόμο αιτιολογίας, δεύτερος του αναιρετηρίου, και ιδία ότι το βούλευμα δεν διευκρινίζει πώς επήλθε η περιουσιακή βλάβη στον παθόντα και εάν έδρασαν από δόλο, είναι αβάσιμος.
Όσον αφορά τις αιτιάσεις τους ότι το βούλευμα δεν παραθέτει τις τηλεοπτικές συμβάσεις που φέρεται ότι παρέστησαν οι κατηγορούμενοι ότι είχαν συνάψει με μεγάλους τηλεοπτικούς σταθμούς, δεν κατονομάζει τους τηλεοπτικούς αυτούς σταθμούς και δεν αναφέρει ότι οι καταγγελίες αυτών από τους αντισυμβαλλομένους τους έγιναν με την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, ώστε να είναι ικανές να παραγάγουν τα έννομα αποτελέσματά τους, είναι αβάσιμες διότι εδράζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το βούλευμα δεν αναφέρει ότι οι κατηγορούμενοι παρέσχον στον παθόντα τέτοιες σαφείς πληροφορίες.
Εάν αυτοί παρείχαν στον παθόντα τις ανωτέρω διασαφηνιστικές πληροφορίες, τις συγκεκριμένες δηλ. τηλεοπτικές συμβάσεις που του παρέστησαν ότι είχαν συνάψει με ισχυρούς τηλεοπτικούς σταθμούς, ενδεχομένως αυτός να εκτιμούσε πληρέστερα την υπάρχουσα οικονομική κατάστασή τους και δε θα προέβαινε στη ζημιογόνες γι' αυτόν και κερδοφόρες γι' αυτούς δανειοδοτήσεις τους.
Η επιδειχθείσα υπό του παθόντος αφέλεια και ευπιστία στις ψευδείς και ανεπέρειστες ως άνω παραστάσεις των κατηγορουμένων περί της οικονομικής τους ευρωστίας και της φερεγγυότητάς τους δεν αναιρεί την τελεσιουργία του αδικήματος της απάτης, για την οποία αρκεί το γεγονός ότι το οικονομικό όφελος που επιτεύχθηκε απ' αυτούς σε βάρος της περιουσίας του παθόντος να υπήρξε απότοκο, ως αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό, της απατηλής τους συμπεριφοράς, [Α.Π. 1277/90 Π.ΧΡ.
ΜΑ/564].
4-Έλλειψη ακροάσεως Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β` του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 2172/1993, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. [ΑΠ.1503/04 Π. ΛΟΓ. 04/1832].
Συνεπώς, η έλλειψη ακροάσεως θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως όταν συμβεί κατά την επ` ακροατηρίου διαδικασία (αρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. β` ΚΠΔ), όχι όμως και όταν συμβεί κατά την προδικασία και δη κατά την ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων διαδικασία, δοθέντος ότι ή εν λόγω, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, έλλειψη ακροάσεως δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικούς, στο άρθρο 484 παρ. 1 του ίδιου κώδικα διαλαμβανόμενους, λόγους αναιρέσεως κατά βουλευμάτων.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως των κατηγορουμένων, κατά τον οποίο υφίσταται απόλυτη ακυρότητα, εκ του ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε σιγή το υποβληθέν αίτημά τους περί του τρόπου που προξενήθηκε στον παθόντα η περιουσιακή βλάβη και περί του τρόπου ενεργείας της καταγγελίας των τηλεοπτικών συμβάσεων από τους αντισυμβαλλομένους τους, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. [Α.Π. 640/03]. Οι ισχυρισμοί, άλλωστε, αυτοί αναφέρονται στην κυριαρχική ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και το δικαστήριο απαντά σ' αυτούς με την κρίση του περί συνδρομής των απαιτούμενων για τη συγκρότηση της ποινικής υπόστασης του εγκλήματος στοιχείων. 5-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει το μεν απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως των κατηγορουμένων κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το δε να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη, ανερχόμενη στο ποσό των 210 Ε.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να απορριφθούν οι α) 78/26-6-06 και β) 77/28-5-06 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων α) ... και β) ..., κατά του 742/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και Β-Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. η έλλειψη ακροάσεως, που υπάρχει όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα το οποίο ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως, όταν η άρνηση ή παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί επί σχετικής αιτήσεως λάβει χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ.) και όχι κατά την ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων ενδιάμεση διαδικασία, αφού τέτοιος λόγος αναιρέσεως δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο άρθρο 484 παρ. 1 Κ.Π.Δ. λόγων αναιρέσεως κατά βουλευμάτων.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, κατά τον οποίο υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, γιατί το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε σιωπηρά, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, τον ενώπιόν του εισαχθέντα, με τον τέταρτο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων, ουσιώδη ισχυρισμό ότι δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η πράξη της από κοινού απάτης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, για την οποία παραπέμπονται στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.
Επειδή έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος αναφέρονται, με καθολική αναφορικά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα: ι κατηγορούμενοι με σκοπό να αποκομίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος με βλάβη την περιουσία του παθόντος ...
παρέστησαν σ' αυτόν κατά τους κατωτέρω χρόνους ψευδή γεγονότα σαν αληθινά, και δη ότι έχουν εύρωστη οικονομική επιχείρηση και ότι ουδένα κίνδυνο διατρέχει στο να μη μπορέσει να εισπράξει τα χρήματα που του ζητούσαν ως δάνειο, και έτσι τον παρέπεισαν να τους παραδώσει ως δάνειο διάφορα χρηματικά ποσά, με τα οποία έβλαψαν την περιουσία του με αντίστοιχο περιουσιακό τους όφελος, καθόσον η επιχείρησή τους δεν ήταν οικονομικά εύρωστη, ως του παρέστησαν, και οι εργασίες της είχαν διακοπεί, με συνέπεια να μη μπορεί ο παθών να εισπράξει τα δοθέντα προς αυτούς χρηματικά του ποσά.
α) Κατά το μήνα Φεβρουάριο 2001 παρέστησαν σ' αυτόν ότι η επιχείρησή τους που διατηρούσαν στο ..., υπό το διακριτικό τίτλο ..., η οποία δραστηριοποιείται σε διαφημιστικές τηλεοπτικές παραγωγές, είναι οικονομικά φερέγγυα, γιατί έχει συνάψει επικερδείς τηλεοπτικές παραγωγές με μεγάλους τηλεοπτικούς σταθμούς, μεταξύ των οποίων και της ΕΡΤ, εμφανίζοντάς του και διάφορα συμβόλαια, και ως εκ τούτου έχουν απαιτήσεις από τους εν λόγω σταθμούς μεγάλων χρηματικών ποσών, πείθοντάς τον να τους καταβάλει ως δάνειο, προς προσωρινή δήθεν οικονομική τους διευκόλυνση, αρχικά το ποσό των 9.000.000 δρχ. και ύστερα από μία εβδομάδα το ποσό των 7.000.000 δρχ., και συνολικά το ποσό των 16.000.000 δρχ. Πλην όμως οι παραστάσεις τους αυτές ήσαν ψευδείς, καθόσον η επιχείρησή τους δεν ήταν οικονομικά εύρωστη, δεν είχε συνάψει καμία τηλεοπτική παραγωγή για λογαριασμό μεγάλων τηλεοπτικών σταθμών, οι συναφθείσες συμβάσεις είχαν καταγγελθεί, και ως εκ τούτου δεν δικαιούνταν να απαιτήσουν από τρίτους οικονομικά ανταλλάγματα που θα κάλυπτε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά που τους δάνεισε.
β) Κατά το χρονικό διάστημα από τις 12-4 έως τις 19-10-2001 παρέστησαν σ' αυτόν ότι οι τηλεοπτικές παραγωγές, που είχαν αναλάβει για λογαριασμό των μεγάλων τηλεοπτικών σταθμών, βρισκόντουσαν στο τελικό στάδιο, οπότε δικαιούνταν να απαιτήσουν απ' αυτούς μεγάλα ανταλλάγματα, πείθοντάς τον να τους καταβάλει ως δεύτερο δάνειο, για τον ίδιο σκοπό, τα εξής χρηματικά ποσά, στις 12-4 το ποσό των 3.000.000 δρχ., στις 3-5 το ποσό των 2.860.000 δρχ., στις 4-5 το ποσό των 8.000.000 δρχ., [σε μετρητά στον πρώτο], στις 10-5 το ποσό των 970.000 δρχ., στις 12-5 το ποσό των 1.000.000 δρχ., στις 19-5 το ποσό των 400.000 δρχ., στις 3-8 το ποσό των 500.000,στις 30-8 το ποσό των 400.000 δρχ., στις 5-9 το ποσό των 230.000 δρχ., στις 13-9 το ποσό των 750.000 δρχ., στις 5-10 το ποσό των 300.000, στις 19-10 το ποσό των 200.000 [σε μετρητά στη δεύτερη],και στις 28-1-02 το ποσό των 200.000 δρχ., και συνολικά το ποσό των δεκαοκτώ εκατομμυρίων οκτακοσίων δέκα [18.810] δρχ. Οι παραστάσεις τους όμως αυτές ήσαν ψευδείς, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, δεν είχαν ενεργείς τηλεοπτικές συμβάσεις με μεγάλους τηλεοπτικούς σταθμούς, ώστε να βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο της παραγωγής τους και να δικαιούνται να απαιτήσουν απ' αυτούς οικονομικά ανταλλάγματα.
γ) Κατά τον μήνα Φεβρουάριο 2002 παρέστησαν σ' αυτόν ότι έχουν αναπτύξει επικερδείς επιχειρήσεις τόσο στο ..., όσο και στη ... και ότι δικαιούνται να εισπράξουν από τις εκεί επενδύσεις τους τεράστια χρηματικά ποσά, πείθοντάς τον να τους καταβάλει, για τον ίδιο σκοπό, τα χρηματικά ποσά των 10.000.000 δρχ., [5.000.000 για επενδύσεις στο ... και άλλα 5.000.000 για επενδύσεις στη ...]. Πλην όμως και οι παραστάσεις τους αυτές ήσαν ψευδείς, καθόσον αυτοί δεν είχαν αναπτύξει επενδύσεις στο ... και στη ... και δεν δικαιούνταν να απαιτήσουν εξαιτίας τους οικονομικά ανταλλάγματα. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις τους απέσπασαν από τον παθόντα το συνολικό ποσό των σαραντατεσσάρων εκατομμυρίων εξακοσίων δέκα [44.610.000] δρχ.
Έτσι, οι κατηγορούμενοι με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις τους, στις οποίες προέβησαν προς τον παθόντα, διαδοχικά και ταυτόχρονα και κατόπιν συναπόφασης, έπεισαν αυτόν να τους καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό, με το οποίο έβλαψαν την περιουσία του με αντίστοιχο περιουσιακό τους όφελος, στο οποίο εξαρχής με τις χωριστές πλάνες που του προκάλεσαν απέβλεπαν, καθόσον εάν ο παθών γνώριζε την αληθινή οικονομική τους κατάσταση, ότι δηλ. οι κατηγορούμενοι δεν είχαν ενεργείς τηλεοπτικές συμβάσεις και δεν διατηρούσαν χρηματικές απαιτήσεις από τρίτους, ώστε να καλύπτουν τα χρηματικά ποσά που του ζητούσαν κάθε φορά ως δάνειο, δεν θα προέβαινε στη δανειοδότησή τους. Το περιουσιακό όφελος αυτών ή η προξενηθείσα περιουσιακή ζημία του παθόντος είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 25.000.000 [73.000 Ε].
Από τα περιστατικά αυτά, καταλήγει το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, πληρούται η ειδική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, που τελέσθηκε απ' αυτούς κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, καθόσον την τέλεσαν με συναπόφαση και με κοινές ψευδείς παραστάσεις τους προς στον παθόντα και με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν το ίδιο αυτό αδίκημα.
Στη συνέχεια, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής τους και ότι ορθά το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών τους παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για διακεκριμένη απάτη κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση. Κατόπιν των ανωτέρω το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα.
Με αυτά που δέχθηκε διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκαν παραπεμπτέοι στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 98 και 386 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., καθώς και τις σκέψεις στις οποίες θεμελίωσε την κρίση του, περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων ενοχής για την παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο.
Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να προσδιορίζονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι τηλεοπτικές συμβάσεις, τις οποίες οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, προκειμένου να πείσουν τον ... για την ευρωστία της επιχειρήσεώς τους και την προς αυτήν οφειλή από τρίτους μεγάλων χρηματικών ποσών, παρέστησαν ψευδώς σ' εκείνον ότι είχαν συνάψει με τηλεοπτικούς σταθμούς, ούτε να κατονομάζονται οι τελευταίοι και περαιτέρω να αναφέρονται αν οι εν λόγω συμβάσεις είχαν καταγγελθεί.
Επομένως ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. δεύτερος και τελευταίος λόγος των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και εντεύθεν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 26 Ιουνίου 2006 αιτήσεις των ... για αναίρεση του υπ' αριθμ. 742/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2006. Και,
Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ