Legislator Case Law & Legislation
2161/2018 AI generated

2161/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2161/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2161/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και στα πλαίσια των καθηκόντων τους ήταν να διενεργούν ελέγχους στο λιμάνι και επιβατικά αυτοκίνητα και σε φορτηγά προς εντοπισμό αλλοδαπών που προσπαθούσαν να φύγουν παράνομα στην ...... Στην .... δε, στις 8 Οκτωβρίου 2010 και περί ώρα 02.30, ενεργώντας από κοινού και έχοντας κοινό δόλο, αφού εισήλθαν, μαζί με τον Γ.

Keywords

AI generated
post-flight political activities discharge of substances qualified drug trafficking substances of very high concern endangerment offence deposit on a polluting product
AI generated
474/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη – Εισηγητή και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
2305/2007
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ναρκωτικά, Πλαστογραφία πιστοποιητικού και χρήση.
1958/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κούκλη), Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη (ορισθείσα με την υπ' αριθμόν 66/2010 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, προς συμπλήρωση της συνθέσεως), Αρεοπαγίτες.
2251/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
951/2006
Κατά το άρθρο 5 παρ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2161 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2161/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Θ. Κ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Πασχάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.1256/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 2118/26-2-2018 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 330/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 2118/26.2.2018 αίτηση - δήλωση του Θ. Β. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1256/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, (η οποία κατ' έφεση δικάζοντας κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της κλοπής από κοινού κατ' εξακολούθηση, με τα ελαφρυντικά της παρ. 2 περ.

α και ε' του άρθρου 84 ΠΚ, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία), ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την 6.2.2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών..".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής από το δράστη ή τρίτο με το σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεως του, στην έννοια δε της κατοχής που εκφράζει εξουσίαση κάποιου προσώπου σε σχέση με ένα πράγμα περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίαση του.

Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία έστω και για ελάχιστο χρόνο. Το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενυπάρχει (και) στην φύση εγκλήματος που τελείται κατ' εξακολούθηση (άρθρο 98 του Π.Κ.), το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις (Α.Π. 388/2016).

Για τον έλεγχο υπό του Αρείου Πάγου της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 Π. Κ. πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (Ολ. ΑΠ 50/1990).

Η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Ακόμη, έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν από τη στάθμιση του όλου περιεχομένου του αιτιολογικού της αποφάσεως δεν συνάγεται με τρόπο αναμφισβήτητο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα. Η αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως δεν δύναται να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, διότι τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν είναι μια τέτοια αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη.

Έτσι, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Η υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ.

Βεβαίως, το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτιμήσεως, της συγκριτικής σταθμίσεως και της συναξιολογήσεως των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποίο αποδεικτικό μέσο πείσθηκε τελικά το δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Δεν αποτελεί, επίσης, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνην που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (Ολ.

Α.Π 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Πατρών, με την υπ' αρ. 1256/2017 (προσβαλλόμενη) απόφαση του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της που αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, τις απολογίες των κατηγορουμένων, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι, κατά το έτος 2010 ήταν λιμενοφύλακες και υπηρετούσαν στις ειδικές δυνάμεις του Λιμενικού, στο Κεντρικό Λιμεναρχείο .....

και στα πλαίσια των καθηκόντων τους ήταν να διενεργούν ελέγχους στο λιμάνι και επιβατικά αυτοκίνητα και σε φορτηγά προς εντοπισμό αλλοδαπών που προσπαθούσαν να φύγουν παράνομα στην ...... Στην .... δε, στις 8 Οκτωβρίου 2010 και περί ώρα 02.30, ενεργώντας από κοινού και έχοντας κοινό δόλο, αφού εισήλθαν, μαζί με τον Γ.

Χ. (η έφεση με αριθμ.κατ. 108/10-5-2013 του οποίου απερρίφθη ως ανυποστήρικτη με την 709- 710/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών), σε εγκαταλελειμμένη διώροφη οικία, με πόρτα που δεν ασφαλίζει, επί της οδού ..., όπου διέμεναν προσωρινά εννέα (9) αλλοδαποί παλαιστινιακής υπηκοότητας, ήτοι οι S. O., H.

S., L. B., S. M., N. Z., B. M., S. A., M. N. και B. N., στους οποίους παρουσιάσθηκαν δήθεν ως αστυνομικοί, κρατώντας μάλιστα και ένα πιστόλι και μία πτυσσόμενη μεταλλική ράβδο, τους ζήτησαν να τους επιδείξουν τα έγγραφα παραμονής τους, φωνάζοντας "ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ". Στη συνέχεια, τους έδεσαν τα χέρια χρησιμοποιώντας μαύρους πλαστικούς σφιγκτήρες με σκοπό να τους τρομάξουν και τους άφησαν δεμένους σε δωμάτιο της ως άνω οικίας.

Ακολούθως, αφαίρεσαν από την κατοχή τους τα παρακάτω κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, ήτοι: 1) από τον S. O. μία συσκευή κινητού τηλεφώνου εργοστασίου κατασκευής Sony Ericsson, χρώματος μαύρου, χωρίς κάρτα sim, 2) από τον H. S. μία συσκευή κινητού τηλεφώνου εργοστασίου κατασκευής NOKIA, χρώματος γκρι, που έφερε κάρτα sim της εταιρείας "Q", με αριθμό κλήσης 69...643 και δέκα (10) ευρώ, 3) από τον L.

B. είκοσι πέντε (25) ευρώ, 4) από τον S. M. μία συσκευή κινητού τηλεφώνου εργοστασίου κατασκευής NOKIA, χρώματος γκρι, που έφερε κάρτα sim της εταιρείας "Q", με αριθμό κλήσης 69...94, 5) από τον N. Z. δέκα (10) ευρώ, 6) από τον B. M. είκοσι πέντε (25) ευρώ, 7) από τον S. A. μία συσκευή κινητού τηλεφώνου εργοστασίου κατασκευής NOKIA, χρώματος γκρι, που έφερε κάρτα sim της εταιρείας "Q", με αριθμό κλήσης 69...48, και 8) από τον M.

N. μία συσκευή κινητού τηλεφώνου εργοστασίου κατασκευής NOKIA, χρώματος γκρι, χωρίς κάρτα sim, και είκοσι (20) ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Οι ως άνω αλλοδαποί το πρωί, περί τις 5.30, προσήλθαν στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Πατρών έχοντας δεμένα μπροστά τα χέρια τους με μαύρους πλαστικούς σφιγκτήρες για να καταγγείλουν το συμβάν, όπως κατέθεσε ο δεύτερος εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας κατηγορίας Υπαστυνόμος Α.

Κ., ο οποίος πήγε στις 5.30 το πρωί στην Ασφάλεια ..... για να αναλάβει υπηρεσία ως Αξιωματικός Υπηρεσίας. Ακολούθως, και στις 17 Οκτωβρίου 2010 και περί ώρα 03.30', οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι μαζί με τον Γ. Χ., αφού εισήλθαν σε πρόχειρο κατάλυμα που βρίσκεται κοντά στο λιμάνι της ....και κοντά σε υπαίθριο χώρο στάθμευσης και συγκεκριμένα στη μαρίνα ..., από κάτω στη νησίδα από το πάρκιγνκ, όπου διέμεναν προσωρινά πέντε (5) αλλοδαποί Αφγανοί υπήκοοι, ήτοι οι A.

H., M. M., A. N., A. R. και A. A., παρουσιάσθηκαν και σ αυτούς δήθεν ως αστυνομικοί, ζητώντας να τους επιδείξουν τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα και στη συνέχεια τους έδεσαν τα χέρια χρησιμοποιώντας μαύρους πλαστικούς σφιγκτήρες με σκοπό να τους τρομάξουν, κρατώντας ένα πιστόλι και δύο μαχαίρια και φορώντας όλοι πλαστικά γάντια.

Φεύγοντας δε οι κατηγορούμενοι αφαίρεσαν από την κατοχή τους τα παρακάτω κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, ήτοι : 1) από τον A. H. ογδόντα (80) ευρώ, 2) από τον M. M. μία συσκευή κινητού τηλεφώνου εργοστασίου κατασκευής Sony Ericsson, τύπου W715, χρώματος μαύρου, που έφερε κάρτα sim με αριθμό κλήσης 69...807, και σαράντα (40) ευρώ, 3) από τον A.

N. ενενήντα τρία (93) ευρώ και 4) από τον A. R. δύο (2) συσκευές κινητών τηλεφώνων εργοστασίου κατασκευής Vodafone και NOKIA, χρώματος μαύρου - κόκκινου και μαύρου - ασημί αντίστοιχα, και εξήντα τρία (63) ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Οι ως άνω αλλοδαποί το μεσημέρι της ίδιας ημέρας προσήλθαν ομοίως στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας ....., με δεμένα τα χέρια τους και κατέθεσαν τα προαναφερόμενα, καθώς και ότι οι δράστες έφυγαν με ένα αυτοκίνητο.

Προσκόμισαν μάλιστα και ένα ιδιόχειρο σημείωμα στο οποίο ο αλλοδαπός A. H., είχε γράψει τον αριθμό της πινακίδας του αυτοκινήτου, ...99, το οποίο διαπιστώθηκε ότι ήταν ιδιοκτησίας της Μ. Χ., που ήταν η μνηστή του πρώτου κατηγορουμένου και κατά την εξέτασή της στις 18-10-2010 είπε στους αστυνομικούς ότι το χρησιμοποιούσε και ο πρώτος κατηγορούμενος.

Τους είπε μάλιστα ότι εκείνο το βράδυ, το είχε ο τελευταίος, ο οποίος θα έβγαινε με τον δεύτερο κατηγορούμενο για ένα ποτό και ότι γύρισε σπίτι περί τις 3.00. Ακολούθως, οι αστυνομικοί διενήργησαν έρευνα στην κατοικία του πρώτου κατηγορουμένου, όπου μεταξύ άλλων βρέθηκαν και κατασχέθηκαν μία μαύρου χρώματος κουκούλα, έξι κινητά NOKIA, Samsung, Motorolla και Sony Ericson, ένα επιχειρησιακό μαχαίρι με πλαστική μαύρη λαβή, ένα πολυεργαλείο, 33 πλαστικοί σφιγκτήρες μαύροι, μία σιδερογροθιά, ένα κουτί με χειρουργικά γάντια και 300 ευρώ.

Επίσης, στην οικία του δεύτερου κατηγορουμένου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν μεταξύ άλλων πέντε κινητά τα 4 μάρκας NOKIA και το 5° Sony Ericson, μετά αντίστοιχων καρτών sim και στο υπ'αριθμ. ...28 ΙΧΕ αυτοκίνητο του, βρέθηκαν 30 μαύροι πλαστικοί σφιγκτήρες, μία θήκη χειροπέδων μετά ζεύγους χειροπέδων, μία θήκη μαχαιριού φέρουσα επιχειρησιακού τύπου μαχαίρι με πλαστική λαβή και μία πτυσσόμενη αστυνομική ράβδο, ενώ στην οικία του Γ.

Χ. βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένα αεροβόλο περίστροφο, μία αυτοσχέδια ράβδος, 18 κινητά τηλέφωνα και στο ...07 αυτοκίνητό του τρία κινητά. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται τόσο από την κατάθεση του πρώτου εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρος αστυνομικού, ο οποίος κατέθεσε ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, σε άτυπη συζήτηση που είχε μαζί τους στη δεύτερη περίπτωση, του είπαν ότι είχαν πάει εκεί, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος μόνο για έλεγχο και μάλιστα ο δεύτερος κατηγορούμενος του είπε ότι πήραν τα κινητά αλλά στη συνέχεια τα πέταξαν και άφησαν τους αλλοδαπούς, καθώς και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος του είπε ότι εκείνο το βράδυ είχαν βγει μαζί με τον δεύτερο και τον Γ.

Χ. για διασκέδαση. Μάλιστα, για τον τελευταίο, ο ως άνω μάρτυρας κατέθεσε ότι όταν τον ρώτησε, παραδέχτηκε στην ουσία τις παραπάνω πράξεις, λέγοντας ότι είχε κάνει λάθος μαζί με τους κατηγορούμενους, χωρίς όμως να διευκρινίσει για ποια από τις δύο περιπτώσεις μιλούσε. Το γεγονός άλλωστε ότι στις 17-20-2010 οι δύο κατηγορούμενοι είχαν βγει μαζί έξω με το αυτοκίνητο της μνηστής του πρώτου, επιβεβαιώθηκε και από την τελευταία κατά την κατάθεσή της στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου.

Ο ισχυρισμός δε των κατηγορουμένων ότι είχαν στοχοποιηθεί και όλοι οι ως άνω των παθόντων προσήλθαν στην Ασφάλεια και ανέφεραν τα παραπάνω προκειμένου να τους εκδικηθούν, εξαιτίας των ως άνω καθηκόντων εντοπισμού αλλοδαπών που μεταφέρονταν παράνομα που ασκούσαν με ζήλο στο λιμάνι, δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον δεν προέκυψε ότι είχαν εντοπίσει κάποιους αλλοδαπούς που να έχουν σχέση με τους παθόντες, ώστε αυτοί να θέλουν να τους εκδικηθούν όπως διατείνονται, αλλά ούτε ότι κάποιος από αυτούς ανήκε σε κύκλωμα διακίνησης μεταναστών.

Εξάλλου, οι ως άνω αλλοδαποί κατέθεσαν και για τον Γ. Χ., ο οποίος δεν ήταν λιμενικός. Επίσης, οι κατηγορούμενοι δεν έδωσαν και κάποια πειστική εξήγηση για ποιο λόγο ο ως άνω μάρτυρας κατηγορίας - αστυνομικός κατέθεσε τα παραπάνω σε βάρος τους, αφού δεν διαπιστώθηκε ότι είχαν κάποιες διαφορές μεταξύ τους, αντίθετα ο ως άνω αστυνομικός κατέθεσε ότι δεν τους γνώριζε.

Επίσης, ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι κάποιος ο οποίος είναι δεμένος δεν μπορεί να γράψει αριθμό αυτοκινήτου, αναιρείται από το ότι επειδή ήταν πολλοί οι παθόντες αλλοδαποί μπορεί κάποιος από αυτούς να συγκράτησε από μνήμης τον αριθμό της πινακίδας και να τον έγραψε στην ασφάλεια, ή αν είχαν δεμένα τα χέρια τους μπροστά, όπως κατέθεσε ο δεύτερος εξετασθείς μάρτυρας Α.

Κ., στο ακροατήριο του πρωτοβάθιου δικαστηρίου αλλά και στο παρόν δικαστήριο, θα μπορούσε να γράψει. Εξάλλου, οι ως άνω κατηγορούμενοι αναγνωρίστηκαν από τους αλλοδαπούς, όπως προκύπτει από τις από 18-10-2010 εκθέσεις αναγνώρισης δραστών που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και συγκεκριμένα: ο (ον.) L. (επ.) B. του M., υπήκοος Παλαιστίνης, αναγνώρισε αμφοτέρους τους εκκαλούντες κατηγορουμένους ως δράστες του περιστατικού της 8ης-10-2010 στην οδό ..., β) ο (ον.) S. (επ.) M.

του I., υπήκοος Παλαιστίνης, αναγνώρισε τον δεύτερο εκκαλούντα κατηγορούμενο ως δράστη του περιστατικού της 8ης-10-2010 στην οδό ...., γ) ο (ον.) H. (επ.) S. του J., υπήκοος Παλαιστίνης, αναγνώρισε αμφοτέρους τους εκκαλούντες κατηγορουμένους ως δράστες του περιστατικού της 8ης-10-2010 στην οδό ..., δ) ο (ον.) A. (επ.) N. του A., υπήκοος Αφγανιστάν, αναγνώρισε τον δεύτερο εκκαλούντα κατηγορούμενο ως δράστη του περιστατικού της 17ης-10-2010 σε πρόχειρο κατάλυμα πλησίον του Λιμένα ...., ε) ο (ον.) M. (επ.) M.

του M., υπήκοος Αφγανιστάν, αναγνώρισε τον δεύτερο εκκαλούντα κατηγορούμενο ως δράστη του περιστατικού της 17ης-10-2010 σε πρόχειρο κατάλυμα πλησίον του Λιμένα ...., στ) ο (ον.) A. (επ.) H. του H., υπήκοος Αφγανιστάν, αναγνώρισε αμφοτέρους τους εκκαλούντες κατηγορουμένους ως δράστες του περιστατικού της 17ης-10-2010 σε πρόχειρο κατάλυμα πλησίον του Λιμένα ....

και ζ) ο (ον.) Α. (επ.) R. του A., υπήκοος Αφγανιστάν, αναγνώρισε τον δεύτερο εκκαλούντα κατηγορούμενο ως δράστη του περιστατικού της 17ης-10-2010 σε πρόχειρο κατάλυμα πλησίον του Λιμένα ..... Μάλιστα οι αλλοδαποί αναγνώρισαν ανεπιφύλακτα ότι τα κινητά που βρέθηκαν στους κατηγορούμενους ήταν δικά τους και συγκεκριμένα στην πρώτη περίπτωση ο H.

S. στην από 18-10-2010 έκθεση ένορκης εξέτασής του κατέθεσε ότι το κινητό που βρέθηκε στην κατοχή του δευτέρου κατηγορουμένου, NOKIA και του απέδωσαν είναι σίγουρα δικό του, μεταξύ των κινητών που ανευρέθηκαν στην οικία του Γ. Χ., τα δύο εργοστασίου κατασκευής Vodafon και NOKIA αναγνωρίστηκαν από τον Axel R. και το sony Erickson αναγνωρίστηκε από τον M.

M. και τους αποδόθηκαν. Επίσης, το κινητό NOKIA, που βρέθηκε στην κατοχή του πρώτου κατηγορουμένου αναγνωρίστηκε από τον S. M. και του αποδόθηκε. Εξάλλου, το γεγονός ότι μετά από άσκηση πειθαρχικού ελέγχου σε βάρος των κατηγορουμένων, σύμφωνα με το από 2-4-2012 Πρακτικό Γνωμοδότησης του Πρωτοβάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου, σχετικά με τον πρώτο κατηγορούμενο γνωμοδότησε κατά πλειοψηφία ότι δεν υπάρχει λόγος να αποταχθεί από την Υπηρεσία του για πράξεις που θίγουν την τιμή αξιοπρέπεια και υπόληψη του στρατιωτικού και το κύρος του Σώματος καθώς και για διάπραξη ή απόπειρα διάπραξης ληστείας, δεν αναιρεί την ως άνω κρίση του δικαστηρίου, καθόσον από το σχετικό σκεπτικό προκύπτει ότι η ως άνω γνωμοδότηση στηρίχθηκε σε αμφιβολίες που δημιουργήθηκαν στα μέλη του ως άνω συμβουλίου, τις οποίες όμως δεν διατηρεί, ενόψει των προαναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων και το παρόν δικαστήριο σχετικά με την ενοχή των κατηγορουμένων. (Πρέπει δε να σημειωθεί ότι για τον δεύτερο κατηγορούμενο, όπως ο ίδιος ανέφερε απολογούμενος, αποτάχθηκε από την υπηρεσία του για τις ως άνω πράξεις του).

Επίσης, ο ισχυρισμός του συνηγόρου του πρώτου κατηγορουμένου περί μεταβολής της κατηγορίας σε κλοπή ευτελούς αξίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, διότι η συνολική αξία των ως άνω κλαπέντων χρημάτων και κινητών και δη τα πέντε κινητά και το χρηματικό ποσόν των 110 ευρώ στην πρώτη περίπτωση και τα τρία κινητά και το χρηματικό ποσόν των 295 ευρώ στη δεύτερη περίπτωση, δεν κρίνεται ευτελής, σύμφωνα και με την συνήθη οικονομική αξία των ως άνω κινητών, σε συνδυασμό και με το ύψος των ως άνω χρηματικών ποσών κατά τις συναλλαγές, κατά το χρόνο της πράξης των κατηγορουμένων (ΑΠ 837/2010 ΔΣΑ).

Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι κλοπής από κοινού κατ'εξακολούθηση σε βάρος των ως άνω αλλοδαπών".

Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο με τα ελαφρυντικά της παρ. 2 περ. α' και ε' του άρθρου 84 ΠΚ, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, του ότι: "Στην ....., στους ακολούθους αναφερομένους χρόνους, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού (με τον συγκατηγορούμενό του), με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, αφαίρεσαν ξένο (ολικά) κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα, και συγκεκριμένα:

α) Στις 8 Οκτωβρίου 2010 και περί ώρα 02.30', αφού εισήλθαν σε εγκαταλελειμμένη διώροφη οικία επί της οδού ..., όπου διέμεναν προσωρινά εννέα (9) αλλοδαποί παλαιστινιακής υπηκοότητας, ήτοι οι S. O., H. S., L. B., S. M., N. Z., B. M., S. A., M. N. και B. N.i, αφαίρεσαν από την κατοχή τους τα παρακάτω κινητά πράγματα, ήτοι : 1) από τον S. O. μία συσκευή κινητού τηλεφώνου εργοστασίου κατασκευής Sony Ericsson, χρώματος μαύρου, χωρίς κάρτα sim, 2) από τον H.

S. μία συσκευή κινητού τηλεφώνου εργοστασίου κατασκευής NOKIA, χρώματος γκρι, που έφερε κάρτα sim της εταιρείας "Q", με αριθμό κλήσης 69...643 και δέκα (10) ευρώ, 3) από τον L. B. είκοσι πέντε (25) ευρώ, 4) από τον S. M. μία συσκευή κινητού τηλεφώνου εργοστασίου κατασκευής NOKIA, χρώματος γκρι, που έφερε κάρτα sim της εταιρείας "Q", με αριθμό κλήσης 69...94, 5) από τον N. Z.

δέκα (10) ευρώ, 6) από τον B. M. είκοσι πέντε (25) ευρώ, 7) από τον S. A. μία συσκευή κινητού τηλεφώνου εργοστασίου κατασκευής NOKIA, χρώματος γκρι, που έφερε κάρτα sim της εταιρείας "Q", με αριθμό κλήσης 69...48, και 8) από τον M. N. μία συσκευή κινητού τηλεφώνου εργοστασίου κατασκευής NOKIA, χρώματος γκρι, χωρίς κάρτα sim, και είκοσι (20) ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα.

β) Στις 17 Οκτωβρίου 2010 και περί ώρα 03.30', αφού εισήλθαν σε πρόχειρο κατάλυμα που βρίσκεται κοντά στο λιμάνι της Πάτρας και κοντά σε υπαίθριο χώρο στάθμευσης, όπου διέμεναν προσωρινά πέντε (5) αλλοδαποί Αφγανοί υπήκοοι, ήτοι οι A. H., M. M., A. N., A. R. και A. A., αφαίρεσαν από την κατοχή τους τα παρακάτω κινητά πράγματα, ήτοι : 1) από τον A.

H. ογδόντα (80) ευρώ, 2) από τον M. M. μία συσκευή κινητού τηλεφώνου εργοστασίου κατασκευής Sony Ericsson, τύπου W715, χρώματος μαύρου, που έφερε κάρτα sim με αριθμό κλήσης 69...807, και σαράντα (40) ευρώ, 3) από τον A. N. ενενήντα τρία (93) ευρώ και 4) από τον A. R. δύο (2) συσκευές κινητών τηλεφώνων εργοστασίου κατασκευής Vodafone και NOKIA, χρώματος μαύρου - κόκκινου και μαύρου - ασημί αντίστοιχα, και εξήντα τρία (63) ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος της κλοπής από κοινού και κατ' εξακολούθηση, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27, 45, 98 και 372 παρ. 1 α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς, ενδοιαστικές ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως, το δε πόρισμα της αποφάσεως κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και του διατακτικού, δεν είναι ασαφές, ώστε να καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, μνημονεύονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που συγκροτούν το ως άνω έγκλημα, χωρίς να είναι αναγκαία και η αναφορά του περιεχομένου και η αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου. Οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες καθ' όσον:

Το δικαστήριο συνεκτίμησε και έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Οι λοιπές αιτιάσεις του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το "άλλοθι" του, και δεν αξιολόγησε και δεν συσχέτισε τις μαρτυρικές καταθέσεις με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας και εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.

Συνεπώς οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.

Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) ....

δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ)" και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, όπως η περίπτωση δ' αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3904/2010.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος "παν πρόσωπον κατηγορούμενο επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι νομίμου αποδείξεως της ενοχής του".

Σύμφωνα εξ άλλου με το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2462/1997 "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι όταν πρόκειται για ποινικές υποθέσεις στην έννοια της δίκαιης δίκης κατοχυρώνεται επί πλέον και το δικαίωμα του κατηγορουμένου να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως.

Η παραβίαση του ανωτέρω δικαιώματος δημιουργεί την ακυρότητα που αναφέρθηκε, η οποία είναι απόλυτη και ελέγχεται με αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ. Η παραβίαση όμως των διατάξεων της ΕΣΔΑ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, πέραν των αναφερομένων περιοριστικά στο άρθρο 510 του Κ.Ποιν.Δ.

λόγων, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους ως άνω λόγους.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου της ενδίκου αναιρέσεώς του προβάλλει την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αιτιώμενος ότι παραβιάσθηκε το δικαίωμα του τεκμηρίου αθωότητος του, επειδή κατά τον ίδιο, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε την επιεικέστερη γι' αυτόν εκδοχή ότι υπάρχουν αμφιβολίες για την ενοχή του. Όμως από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού, όπως αυτό προεκτέθηκε, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε καμιά πλημμέλεια και δεν στέρησε τον αναιρεσείοντα από κανένα υπερασπιστικό του δικαίωμα δεν παραβιάσθηκε το τεκμήριο αθωότητός του, κατέληξε δε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, στην περί ενοχής κρίση του ήδη αναιρεσείοντος κρίνοντας ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε η ενοχή του.

Επομένως ο σχετικός λόγος της υπό κρίση αναιρέσεως ο ερειδόμενος στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό προς το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ ΚΠΔ, περί απολύτου ακυρότητος η οποία επήλθε λόγω παραβιάσεως του από το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τεκμηρίου αθωότητός του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ.476 παρ 1 και 583 παρ 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. πρωτ. 2118/26.2.2018 αίτηση - δήλωση του Θ. Κ. του Β., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1256/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ