Legislator Case Law & Legislation
2161/2014 AI generated

2161/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2161/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2161/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για να συμβεί αυτό, όμως, ερευνάται αν απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, ή ο αντίδικος αυτού. Στην πρώτη περίπτωση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου και στην κλήση παράστασης κατ'αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.

Keywords

AI generated
farmers' movement previous legal status rural land rights standing of the municipality improved country conditions request for protection status
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2161 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2161/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: Στυλιανής συζ. Αναστασίου Γκαζάκη, το γένος Φωτίου Πασχαλούδη, κατοίκου Λαγυνών Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Νικολάου Μπαρμπόπουλου του Δημητρίου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο του Ανδρέα Νασίκα.

Των καθών η κλήση: 1)Π. συζ. Α. Ζ., το γένος Κ. Π., 2)Π. Π. του Κ., 3)Ε. Π. του Κ. και 4)Μ. Π. του Κ., κατοίκων ... ως μοναδικών καθολικών διαδόχων του αναιρεσείοντος Κ. Π., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των καθών η κλήση αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. συζ. Α. Κ., το γένος Α. Γ. και 2)Ε. συζ. Γ. Μ., το γένος Α. Γ., ατομικά και ως κληρονόμων του αναιρεσιβλήτου Χ. Γ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/8/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και του Κ. Π. και την από 5/10/2004 κύρια παρέμβαση του καλούντος, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Λαγκαδά και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2545/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αρχικοί αναιρεσείοντες με την από 12/3/2007 αίτησή τους. Κατόπιν βίαιης διακοπής της δίκης λόγω θανάτου του 1ου αναιρεσείοντος και του 1ου αναιρεσιβλήτου, η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 2/12/2013 κλήση του αναιρεσιβλήτου -καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο καλών, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 20/11/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του καλούντος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287 παρ.1 και 290 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγο διακοπής της δίκης αποτελεί και ο θάνατος του διαδίκου, ο οποίος, όμως, πρέπει να γνωστοποιηθεί στον αντίδικο του αποβιώσαντος από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη ή από τον πληρεξούσιο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο του αποβιώσαντος, η δε γνωστοποίηση μπορεί να γίνει μόνο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, όχι, όμως, και με τις προτάσεις, αφού αυτές δεν επιδίδονται.

Περαιτέρω, η δίκη που έχει διακοπεί μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως με ρητή ή σιωπηρή δήλωση εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή ακόμη και ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης. Από δε το συνδυασμό των ίδιων ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 62, 73, 242 παρ.1 και 313 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης, επέρχεται εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός όσο και η γνωστοποίησή του λάβουν χώρα το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, διότι μετά το πέρας αυτής και μέχρι την έκδοση αποφάσεως δεν υπάρχει στάδιο διακοπής της δίκης και η απόφαση εκδίδεται εγκύρως στο όνομα των αρχικών διαδίκων.

Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1, 97 παρ.1, 104, 105 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια περιλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου με πληρεξούσιο δικηγόρο που διορίζεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης υπογράφοντας την απαιτουμένη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα.

Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας εξεταζομένη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των πιο πάνω πράξεων της προδικασίας και τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση. Από δε το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 568 παρ.4 και 576 παρ.1 και 3 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος, αφού ελέγξει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της δικονομικής απουσίας συζητεί την υπόθεση, ως εάν ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Για να συμβεί αυτό, όμως, ερευνάται αν απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, ή ο αντίδικος αυτού. Στην πρώτη περίπτωση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου και στην κλήση παράστασης κατ'αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.

Στη δεύτερη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων που μετέχει στη συζήτηση. Εάν δεν συντρέχει καμμία από τις προϋποθέσεις αυτές, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την άσκηση της ένδικης από 12-3-2007 αίτησης για αναίρεση της υπ'αριθμ.2545/2007 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στις 15-7-2008 απεβίωσε στα Λαγυνά Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, ο πρώτος αναιρεσείων Κ. Π. του Π. ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Χ.

Π. και τα τέκνα του Π. Α. Ζ., Π. Π. του Κ., Ε. Π. του Κ. και Μ. Π. του Κ.. Κατά την 6-10-2009 απεβίωσε η σύζυγος του πρώτου αναιρεσείοντος Χ. Π. κληρονομηθείσα εξ αδιαθέτου, από τα ως άνω τέκνα της.

Συνεπώς, τα ανωτέρω τέκνα του αποβιώσαντος Κ. Π. είναι οι μοναδικοί καθολικοί του διάδοχοι. Στις 19-9-2012 απεβίωσε στα Λαγυνά Λαγκαδά Θεσσαλονίκης ο πρώτος αναιρεσίβλητος Χ. Γ. του Α., ο οποίος άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τις κόρες του Ε. Α. Κ. και Ε. Γ. Μ.. Το θάνατο του Χ. Γ., εξαιτίας του οποίου επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, γνωστοποίησαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού οι καθολικές του ως άνω διάδοχοι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 5 Δεκεμβρίου 2012.

Παρελθούσης της προθεσμίας αποποίησης της κληρονομίας νομίμως επισπεύδεται η επανάληψη της δίκης που βιαίως διεκόπη με την από 2-12-2013 κλήση του αναιρεσιβλήτου Ν. Μ.. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου αυτού, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά την εις την αρχή της παρούσης αναφερομένη δικάσιμο (7-5-2014) και τη συζήτηση που επακολούθησε, δεν εμφανίσθηκαν οι υπεισελθόντες στη θέση του πρώτου αναιρεσείοντος Κ.

Π., καθολικοί διάδοχοι αυτού Π. σύζυγος Α. Ζ., Π. Π., Ε. Π. και Μ. Π., η δεύτερη αναιρεσείουσα Σ. Α. Γ. και οι υπεισελθούσες στη θέση του πρώτου αναιρεσιβλήτου Χ. Γ., καθολικές του διάδοχοι Ε. Α. Κ. και Ε. Γ. Μ., ούτε υπέβαλαν την από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ έγγραφη δήλωση μη παράστασης τους στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο παρασταθείς νομίμως στο ακροατήριο του δικαστηρίου, αυτού αναιρεσίβλητος Ν. Μ., επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης προσκομίζοντας τις αναφερόμενες παρακάτω εκθέσεις επιδόσεως της ένδικης αίτησης αναίρεσης και της από 2-12-2013 κλήσεως του προς συζήτηση της υποθέσεως.

Ειδικότερα, από την υπ'αριθμ.6057/4-10-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δ. Ζ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 12-3-2007 αίτησης για αναίρεση της υπ'αριθμ.2545/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την παρά πόδας υπ'αριθ.1028/2007 έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου της γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την από 16-9-2011 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου με την οποία ορίσθηκε αρμόδιο για εκδίκαση της αίτησης αυτής το Γ' Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, την ταυτόχρονη πράξη της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος της αίτησης αυτής η 5η Δεκεμβρίου 2012 και την πράξη της Γραμματέως του Αρείου Πάγου με την οποία η υπόθεση εγγράφηκε στο πινάκιο του Γ' Πολιτικού Τμήματος με αριθμό 16, καλουμένη όπως παραστεί κατά την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα Σ.

Γ. Α. Γ.. Από την υπ'αριθμ.6269/4-2-2014 έκθεση επίδοσης της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 2-12-2013 κλήσης προς συζήτηση της ένδικης υποθέσεως του αναιρεσιβλήτου Ν. Μ. με την στη συνέχεια από 23-12-2013 πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με την οποία ορίζεται δικάσιμος της υπόθεσης η 7-5-2014 και την πράξη της Γραμματέως του Αρείου Πάγου με την οποία γράφτηκε στο Πινάκιο του Γ' Πολιτικού Τμήματος με αριθμό 25, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσείουσα Σ.

Α. Γ.. Εξ άλλου, από τις υπ'αριθμ.6266/4-2-2014, 6267/4-2-2014, 6268/4-2-2014, 6272/4-2-2014, 6271/4-2-2014 και 6270/4-2-2014 εκθέσεις επιδόσεως της αυτής ως άνω δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι στους υπεισελθόντες στη θέση του πρώτου αναιρεσείοντος καθολικούς διαδόχους του Μ. Π., Ε. Π., Π. Α. Ζ., Π. Π. και στις υπεισελθούσες στη θέση του αναιρεσιβλήτου Χ.

Γ. Ε. Γ. Μ. και Ε. Α. Κ., επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η από 12-3-2007 αίτηση αναιρέσεως με την κάτω απ'αυτή υπ'αριθ.1028/2007 έκθεση κατάθεσης αυτής, ως και ακριβές αντίγραφο της από 2-12-2013 και ενώπιον του Αρείου Πάγου κλήσεως του αναιρεσιβλήτου Ν. Μ. με την από 23-12-2013 πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος Αρείου Πάγου με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος για εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως η 7-5-2014 και με την στη συνέχεια πράξη της γραμματέως του Αρείου Πάγου με την οποία γράφτηκε στο Πινάκιο του Γ' Πολιτικού Τμήματος με αύξοντα αριθμό 25.

Ακολούθως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες. Επειδή, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1043, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής προκειμένου για ακίνητο συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ'αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται εάν αυτός εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, μετά από την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στη νομή και κατοχή του πάππου του πρώτου των εναγομένων Χ. Μ. του Κ., κάτοικο όσο ζούσε Λαγυνών, είχε περιέλθει τουλάχιστον από το έτος 1907, όπως προκύπτει .

από το με αρ. πρωτ. 3147/αρ. βιβλίου 7/ αρ. σελ. 79/21-1-1966 πιστοποιητικό του Ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας, ένα αγροτεμάχιο, έκτασης 2.800 τ.μ. περίπου, το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του Δ.Δ. Λαγυνών του Δήμου Λαγκαδά, στη θέση "Μ. Π.". Μετά τον κατά το έτος 1920 θάνατο του και κατόπιν άτυπης διανομής που έγινε το έτος 1921 μεταξύ των κληρονόμων του ο εν λόγω αγρός περιήλθε στην αποκλειστική νομή και κατοχή της θυγατέρας του Μ.

χήρας Α. Γ. Γ., η οποία έκτοτε και μέχρι το έτος 1980 τον κατείχε και τον νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη, σύμφωνα με τη χρήση και τον προορισμό του, χρησιμοποιώντας τον ως λιβάδι, επειδή το έδαφος του ήταν επικλινές και άγονο, φροντίζοντας τα υπάρχοντα σ' αυτόν δέντρα (αγριαχλαδιές κ.λ.π), καθαρίζοντας τον από τα αγριόχορτα, διατηρώντας τα όρια του, φυλάσσοντάς τον από τυχόν καταπατήσεις τρίτων, προβαίνοντας με δαπάνες της στην τοπογράφηση του και υποβάλλοντας αίτηση και καταβάλλοντος τη σχετική δαπάνη στο Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας το έτος 1966 για τη χορήγηση σ' αυτήν του παραπάνω πιστοποιητικού, έχοντας έτσι καταστεί κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Στη συνέχεια, η κυρία του επιδίκου, δυνάμει του με αριθμό .../3-9-1980 συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δήμητρας Θεοδώρου - Τσατσαρέλη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαγκαδά στον τόμο ... και αριθμό 70, μεταβίβασε αυτό λόγω δωρεάς εν ζωή κατά πλήρη κυριότητα στον πρώτο εναγόμενο γιο της Χ.

Γ. του Α., παραδίδοντας του ταυτόχρονα τη νομή και κατοχή της σ' αυτό. Συγκεκριμένα, του μεταβίβασε έναν αγρό τριγωνικού σχήματος, έκτασης 2.800 τ.μ., στη θέση "Μ. Π.", που συνορεύει βόρεια σε πλευρά 74,73 γρ.μ. με ιδιοκτησία Ν. Μ., βορειοανατολικά σε πλευρά 8 γρ.μ. με ιδιοκτησία Ν. Μ., νοτιοανατολικά σε πλευρά τεθλασμένη 76,25 γρ.μ.

με ρέμα και νοτιοδυτικά σε πλευρά 80 γρ.μ. με βοσκότοπο, όπως αυτός απεικονίστηκε στο συνημμένο στο συμβόλαιο δωρεάς τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ. Κ.. Ο Χ. Γ. εγκαταστάθηκε στον αγρό και συνέχισε να ασκεί σ' αυτόν πράξεις νομής σύμφωνα με την χρήση και τον προορισμό του. Συγκεκριμένα, τον καθάριζε από τα αγριόχορτα, φρόντιζε και καθάριζε τις αγριαχλαδιές, φύτεψε ελαιόδεντρα, τον περιέφραξε με σιδερένιους πασσάλους και αγκαθωτό σύρμα, διατηρούσε τα όρια του και τον προφύλασσε από τυχόν καταπατήσεις τρίτων.

Επίσης, υπέβαλε στο Δασαρχείο Λαγκαδά αίτηση και τοπογραφικό διάγραμμα του επιδίκου, ζητώντας να του χορηγηθεί βεβαίωση ότι αυτό δεν είναι δημόσια δασική έκταση. Πράγματι, διενεργήθηκε αυτοψία από τα αρμόδια όργανα, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι μεταξύ του αγρού και του βοσκότοπου υπήρχε αγροτικός δρόμος, γεγονός που σημειώθηκε στο προσκομισθέν τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο θεωρήθηκε, σφραγίσθηκε και επισυνάφθηκε στη με αριθμό 2773/19-11-1980 βεβαίωση του Δασαρχείου Λαγκαδά ότι το επίδικο δεν αποτελεί δημόσια δασική έκταση.

Τον Ιούλιο του έτους 1983 ο Χ. Γ. με το με αριθμό .../6-7-1983 προσύμφωνο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δήμητρας Θεοδώρου - Τσατσαρέλη υποσχέθηκε στον κυρίως παρεμβαίνοντα Ν. Μ. την πώληση του εν λόγω αγρού του, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των 100.000 δρχ. και ταυτόχρονα του παρέδωσε τη νομή αυτού.

Από την υπογραφή του ανωτέρω προσυμφώνου αγοραπωλησίας ο κυρίως παρεμβαίνων εγκαταστάθηκε στον επίδικο αγρό, έκτοτε δε και μέχρι σήμερα συνεχίζει να ασκεί σ' αυτόν πράξεις νομής και κατοχής. Συγκεκριμένα, τον Ιούλιο του έτους 1983 με τη βοήθεια του Χ. Τ. του Γ., κατοίκου Λαγυνών, εκρίζωσε τα ελαιόδεντρα που είχε φυτέψει στο επίδικο το έτος 1979 ο δικαιοπάροχος του Χ.

Γ., οριοθέτησε το επίδικο, το οργώνει συστηματικά και το Φεβρουάριο του έτους 1984 φύτευσε εκ νέου σ' αυτό ελαιόδεντρα. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι όταν την 1-5-1984 ο Α. Μ. εκρίζωσε τα εν λόγω ελαιόδενδρα, ο κυρίως παρεμβαίνων κατέθεσε εναντίον του τη με αριθμό κατάθεσης 130/12-6-1984 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί νομέας και κάτοχος του επιδίκου και να διαταχθεί η βίαιη αποβολή του καθού.

Κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης παρενέβησαν κυρίως ο πρώτος ενάγων Κ. Π., η μητέρα της δεύτερης ενάγουσας Ε. σύζυγος Φ. Π., η μητέρα του καθού Α. χήρα Μ. Μ. και η Ε. σύζυγος Ν. Ζ., ζητώντας να γίνει δεκτή η εν λόγω κύρια παρέμβασή τους και να αναγνωριστούν συννομείς του επιδίκου κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ισχυριζόμενοι ότι το επίδικο μετά το θάνατο της μητέρας τους Μ.

συζ. Π. Π. περιήλθε σ' αυτούς κατ' ισομοιρία ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της. Επί της εν λόγω αίτησης εκδόθηκε η με αριθμό 98/1984 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, η οποία απέρριψε την κύρια παρέμβαση του πρώτου ενάγοντος και των ομοδίκων του, έκανε δεκτή την αίτηση του κυρίως παρεμβαίνοντος, αναγνώρισε αυτόν προσωρινά νομέα του επιδίκου και πριν από αυτόν το δικαιοπάροχο του Χ.

Γ. και διέταξε την αποβολή του καθού από το επίδικο και την εγκατάσταση του κυρίως παρεμβαίνοντος σ' αυτό, όπως και πράγματι έγινε το Φεβρουάριο του έτους 1985. Κατά της παραπάνω απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά ο πρώτος ενάγων και οι ομόδικοι του άσκησαν εναντίον του πρώτου εναγόμενου και του κυρίως παρεμβαίνοντος τη με αριθμό κατάθεσης 5/13-2-1985 έφεση τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απορρίφθηκε με την με αριθμό 2396/1985 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Από την επανεγκατάστασή του στο επίδικο το έτος 1985 ο κυρίως παρεμβαίνων συνέχισε να ασκεί σ' αυτό εμφανείς πράξεις νομής και κατοχής σύμφωνα με τη φύση και τον προορισμό του, χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν στην άσκησή τους. Συγκεκριμένα, το καθάριζε από τα αγριόχορτα, το όργωνε και συντηρούσε την περίφραξη του, χρησιμοποιώντας αρχικά για το σκοπό αυτό το Χ.

Τ., μετά δε το θάνατο αυτού το έτος 1996 τον Α. Μ., κάτοικο ... (βλ. μαρτυρική κατάθεση του τελευταίου). Εξάλλου, δυνάμει του με αριθμό .../1997 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου θεσσαλονίκης Σοφίας Γυφτάκη - Βαϊνά, που μεταγράφηκε νόμιμα την 19-12-1997 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαγκαδά στον τόμο … και αριθμό 52 και συντάχθηκε σε εκτέλεση του με αριθμό .../6-7-1983 προσυμφώνου αγοραπωλησίας, ο πρώτος εναγόμενος Χ.

Γ. μεταβίβασε στον κυρίως παρεμβαίνοντα Ν. Μ. και την κυριότητα του επιδίκου. Συγκεκριμένα, του μεταβίβασε το ακίνητο, που αναφέρεται στο με αριθμό .../1980 συμβόλαιο δωρεάς και το με αριθμό .../1983 προσύμφωνο, όπως αυτό διαμορφώθηκε ως προς τα σύνορα του μετά από νεότερη τοπογράφηση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α.

Ζ.. Ειδικότερα, στο συνημμένο στο συμβόλαιο αγοράς τοπογραφικό διάγραμμα του παραπάνω τοπογράφου μηχανικού, το επίδικο εμφανίζεται να συνορεύει βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας Ν. Μ. σε πλευρές 74,73 και 8 γρ.μ., ανατολικά με ρέμα σε πλευρές 22,50, 19,40, 21,35 και 13 γρ.μ. και δυτικά με βοσκότοπο σε πλευρά 80 γρ.μ. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι υπάρχει σύγχυση σχετικά με την ταυτότητα του επιδίκου, καθώς στην αγωγή τους αλλά και την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αυτό εμφανίζεται να συνορεύει βόρεια με ακίνητο Χρήστου Ράπτη, βορειοανατολικά με ακίνητο Ζαρβαλούδη, νοτιοανατολικά με ρέμα και νοτιοδυτικά με αγροτική οδό, τυγχάνει απορριπτέος, καθώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του επιδίκου, αφού, ανεξάρτητα από την νεότερη διαμόρφωση των συνόρων του, το διεκδικούμενο από τους ενάγοντες ταυτίζεται με το διεκδικούμενο από τον κυρίως παρεμβαίνοντα και είναι αυτό, για το οποίο, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας των εναγόντων, υπήρξε αντιδικία το έτος 1984 και για το οποίο εκδόθηκαν η με αριθμό 98/1984 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά και η με αριθμό 2396/1985 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Συνακόλουθα, απορριπτέο τυγχάνει και το αίτημα περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και αυτοψίας, αφού δεν απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης για τη διαλεύκανση των ζητημάτων της δίκης, ούτε κρίνεται αναγκαία η αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης με την επίσκεψη στο ακίνητο, καθώς το Δικαστήριο μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση με βάση τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα.

Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο κυρίως παρεμβαίνων προέβη στις ακόλουθες ενέργειες, που υποδηλώνουν την πεποίθηση του ότι νέμεται νόμιμα το επίδικο: α) την 7-3-1997 και πριν ακόμη υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας στο όνομά του υπέβαλε στη Β' Δ.Ο.Υ Θεσσαλονίκης μαζί με τη δήλωση του φόρου εισοδήματος του και δήλωση Ε9, στην οποία συμπεριέλαβε το επίδικο στην ακίνητη περιουσία του, με τη σημείωση ότι το κατέχει από την 6-7-1983 με το με αριθμό .../1983 προσύμφωνο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Τσατσαρέλη - Θεοδώρου, β) την 4-12-1997 υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ Κεφαλαίου Θεσσαλονίκης έγγραφη αίτηση, με την οποία ζήτησε και έλαβε το με αριθμό πρωτ. 26981/1997 πιστοποιητικό, σύμφωνα με το οποίο για τη δωρεά εν ζωή του επιδίκου από την Μ.

Γ. δεν οφείλεται από τον δωρεοδόχο πρώτο εναγόμενο Χ. Γ. φόρος δωρεάς, γ) την 8-12-1997 υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ Κεφαλαίου Θεσσαλονίκης τη με αριθμό 4282/1997 δήλωση ΦΜΑ, που αφορούσε τη μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου από τον πρώτο εναγόμενο Χ. Γ. στον ίδιο, ενώ με το με αριθμό 8246627/10-12-1997 διπλότυπο είσπραξης της εν λόγω Δ.Ο.Υ κατέβαλε φόρο 9.979 δρχ.

Επίσης, από την ίδια δήλωση προκύπτει ότι την 10-12-1997 ο Προϊστάμενος της εν λόγω Δ.Ο.Υ προσδιόρισε την αξία του επιδίκου στο ποσό των 3.900.000 δρχ., την οποία ο κυρίως παρεμβαίνων αποδέχτηκε με συμπληρωματική δήλωση του και κατέβαλε συμπληρωματικό φόρο 352.260 δρχ., δ) την 17-5-1999 υπέβαλε αίτηση στο Δασαρχείο Θεσσαλονίκης, ζητώντας να χορηγηθεί στη συμβολαιογράφο Σοφία Γυφτάκη - Βαϊνά αντίγραφο του με αριθμό πρωτ. 2773/1980 εγγράφου του Δασαρχείου Λαγκαδά και του συνημμένου σ' αυτό τοπογραφικού, τα οποία και του χορηγήθηκαν με το με αριθμό πρωτ. 2096/24-5-1999 έγγραφο του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης, ε) κατέβαλε στην Υποθηκοφύλακα Λαγκαδά διάφορα ποσά για την έκδοση πιστοποιητικών ιδιοκτησίας, αντιγράφου συμβολαίου κ.λ.π.

σχετικά με το επίδικο, όπως προκύπτει από τις σχετικές αποδείξεις της ίδιας Υποθηκοφύλακα και στ) υπέβαλε έγγραφη αίτηση στο Υποθηκοφυλακείο Λαγκαδά, επί της οποίας εκδόθηκαν τα με αρ. πρωτ. 653/30-3-2005 τρία (3) πιστοποιητικά ιδιοκτησίας για τον ίδιο, τον πρώτο εναγόμενο και τη δικαιοπάροχο του τελευταίου Μ.

Γ.. Τα παραπάνω ενισχύονται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ιδιαίτερα από την κατάθεση του μάρτυρα Α. Μ., ο οποίος έχει άμεση αντίληψη της υπόθεσης, αφού είναι αυτός που όργωνε το επίδικο για λογαριασμό του κυρίως παρεμβαίνοντος από το έτος 1996 μέχρι το 2000.

Αντίθετα, οι ισχυρισμοί των μαρτύρων των εναγόντων, που περιλαμβάνονται τόσο στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και στις προσαγόμενες με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις, δεν επιβεβαιώνονται από άλλα αποδεικτικά μέσα (κυρίως έγγραφα) και για το λόγο αυτό ελέγχονται ως προς την αξιοπιστία τους.

Εξάλλου, το γεγονός ότι στα συμβόλαια αγοραπωλησίας άλλων ακινήτων στην περιοχή αναφέρονται ως ιδιοκτήτες του επιδίκου οι ενάγοντες, δεν αποτελεί απόδειξη της κυριότητας τους σ' αυτό, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται, Σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε η ιστορική βάση της αγωγής, αφού δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής των εναγόντων στο επίδικο.

Αντίθετα, αποδείχθηκε, η ιστορική βάση της κύριας παρέμβασης, αφού ο κυρίως παρεμβαίνων, προσμετρώντας και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του στο ένδικο ακίνητο, κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όπως βάσιμα ισχυρίζεται". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής αλλά ότι αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της κυρίας παρέμβασης του Ν.

Μ. ο οποίος εγένετο κύριος του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του ως νεμηθέντες διάνοια κυρίου τούτο από το έτος 1921 μέχρι το έτος 2004. Συνακόλουθα, κατ'αποδοχή της ένδικης έφεσης και της εξαφανίσεως της πρωτοβάθμιας απόφασης έκαμε δεκτή το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο την κυρία παρέμβαση του Ν.

Μ. και απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων. Με την κρίση του αυτή, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 1045, 1051 και 1192 ΑΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε με βάση τις ως άνω παραδοχές του. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίον οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτό αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ'αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ προβάλλεται αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης επί εφέσεως κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά με το να δεχθεί ότι το διεκδικούμενο ακίνητο είχε ως σύνορα βόρεια δρόμο, ανατολικά ρέμα ή λάκο, δυτικά βοσκότοπο και νότια με ιδιοκτησία Π.

Κ., ενώ τα παραπάνω σύνορα ουδέποτε αφορούσαν το επίδικο ούτε με γνώμονα τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα πορίσματα της κοινής λογικής θα μπορούσαν να το αφορούν αφού αυτό είχεν ανέκαθεν βόρεια ιδιοκτησίες και όχι δρόμο, δυτικά ιδιοκτησίες και όχι βοσκότοπο και νότια δρόμο και μετά από αυτόν βουνό ανέκαθεν χέρσο και ανεκμετάλλευτο και όχι ιδιοκτησία του Π.

Κ. και δεδομένου ότι σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας μόνο με μία γεωλογική μεταβολή ή εκ βάθρου ανακατάταξη των γεωγραφικών χαρακτηριστικών της περιοχής θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι τίτλοι και τα έγγραφα που επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι μπορεί να αφορούν το επίδικο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η επικαλουμένη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ούτε την υπαγωγή σ'αυτούς πραγματικών περιστατικών αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για τις οποίες κρίνουν ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση των Κ. Π. και Σ. Α. Γ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.2545/2007 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ν. Μ. κατά το βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-3-2007 αίτηση των Κ. Π. και Σ. Α. Γ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.2545/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δικάσαντος ως Εφετείου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ν. Μ. τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ