Legislator Case Law & Legislation
2161/2013 AI generated

2161/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2161/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 79/9-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:26/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2012 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 11-6-2012 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

2161/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

Keywords

AI generated
access road trunk road roadside setback road infrastructure refurbishment traffic offence right of necessary way
AI generated
882/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
396/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
1387/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
411/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
313/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2161 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2161/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Του Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου, από τον κ. Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου ΝΣΚ Γεώργιο Καρακώστα, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Χ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξανδρου Βουκελάτου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 79/9-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:26/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2012 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 11-6-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 9-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο... Περαιτέρω τo άρθρο 33 παρ. 1, 2, 3 και 6 του ν. 2971/19.12.2001 ορίζει ότι: "Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου (παρ. 1). 0 εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από τον φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης (παρ. 2).

Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απ' ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης... (παρ. 3). Το δικαστήριο .... οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, Κατά της απόφασης του Εφετείου επιτρέπεται μόνον το ένδικο μέσο της αναίρεσης".

Κατά το άρθρο 37 του ίδιου ν. 2971/2001 "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει: α)των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι την έναρξη της ισχύος τους συντελεσθεί. Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του...".

Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς, ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 μεταξύ των οποίων και αυτή που προβλέπει ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών για την άσκηση του δικαιώματος του ιδιοκτήτη να ζητήσει με αίτηση του να κινηθεί η διαδικασία ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, εφαρμόζονται στις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του καθώς και σ' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεση τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε στις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του, καθόσον το άρθρο 37 του ν. 2971/2001 περιλαμβάνει ένα πλήρη και σαφή κανόνα διαχρονικού δικαίου και δεν απαιτείται να προσφύγει το Δικαστήριο είτε σε διασταλτική ερμηνεία λόγω μη συνειδητής παράλειψης του νομοθέτη, είτε σε ανάλογη εφαρμογή λόγω συνειδητής παράλειψης αυτού για τις περιπτώσεις των απαλλοτριώσεων που είχαν συντελεσθεί καθ' ολοκληρίαν πριν την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου, καθόσον ουδαμώς προκύπτει ότι ο νομοθέτης, καίτοι γνώριζε ότι υπήρχε και αυτή η κατηγορία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων (των πλήρως συντελεσμένων κατά την έναρξη της ισχύος του ν. 2971/2001), άφησε έκτοτε κενό ρύθμισης ως προς την προθεσμία άσκησης του δικαιώματος του παρόδιου ιδιοκτήτη κατάρριψης του τεκμηρίου ωφελείας του και εντεύθεν αυτοαποζημιώσεώς του, για να ισχύει και επ' αυτών, χωρίς διάκριση και εξαίρεση, η ρύθμιση για τις εκκρεμείς εισέτι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, σύμφωνα με την οποία το ως άνω δικαίωμα του ο παρόδιος ιδιοκτήτης όφειλε να το ασκήσει το αργότερο έως την 19.3.2002.

Πρέπει να σημειωθεί ότι δικαίωμα κατάρριψης του τεκμηρίου ωφελείας και αυτοαποζημιώσεώς του παρόδιου ιδιοκτήτη μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν. 2971/2001 το στερούσε ο νόμος και είχε μόνο νομολογιακώς αναγνωρισθεί η δυνατότητα ασκήσεως του, λόγω αντιθέσεως του νόμου προς υπέρ νομοθετικούς κανόνες δικαίου (Σύνταγμα και ΕΣΔΑ).

Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, ενόψει του δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει την μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των σχέσεων που δημιουργούνται από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, δεν αντίκειται στις αυξημένες τυπικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, έχουν όμως εφαρμογή, όπως προαναφέρθηκε, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 37 παρ.

α' του ίδιου νόμου και στις απαλλοτριώσεις εκείνες που δεν έχουν συντελεσθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του, ενώ η καθοιονδήποτε τρόπο εφαρμογή τους από τα δικαστήρια και στις απαλλοτριώσεις που έχει ολοκληρωθεί η συντέλεση τους μέσα στην οριζόμενη βραχυπρόθεσμη προθεσμία, ελλοχεύοντας έτσι ο κίνδυνος ο μη εν εγρήγορση τελών παρόδιος ιδιοκτήτης στην περίπτωση αυτή να στερηθεί της πλήρους αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν ακίνητο του, θα αντέκειτο στους αυτούς ως άνω υπερνομοθετικούς κανόνες και επιπλέον θα ήταν αντίθετη με την αρχή της αναλογικότητας που καθιερώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιδιώξει τη δικαστική ανατροπή του τεκμηρίου με τον τρόπο που μπορούσε και πριν από το ν. 2971/2001, δηλαδή είτε στο πλαίσιο της δίκης για τον καθορισμό της οφειλόμενης για την απαλλοτρίωση αποζημίωσης είτε και εκτός της δίκης αυτής (Ολ. ΑΠ 12 και 13/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο Ιωαννίνων δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Μεταξύ των ιδιοκτησιών, οι οποίες απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά με την 1018921/1649/0010/15-3-1999 (ΦΕΚ 237/Δ/8-4-1999) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, για δημόσια ωφέλεια και, συγκεκριμένα, για την εκτέλεση του έργου "Ζεύξη Πρέβεζας-Ακτίου μετά των προσβάσεων στην πλευρά της Πρέβεζας", περιλαμβάνεται και ιδιοκτησία του εφεσίβλητου.

Αυτή εικονίζονται στα οικεία, για την παραπάνω απαλλοτρίωση, κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τον αριθμό 20. Η εν λόγω ιδιοκτησία βρίσκεται στη θέση "...", εκτός σχεδίου, πλην σήμερα εντός της ζώνης του οικισμού "..." της πόλης της …και πριν την απαλλοτρίωση είχε έκταση 12.320 τετ. μέτρα. Από την ιδιοκτησία αυτή απαλλοτριώνονται και δυο τμήματα στην πρόσοψη της εμβαδού 43 τετ.

μέτρων το ένα και 462 τετ. μέτρων το άλλο, τα οποία εικονίζονται στον οικείο κτηματολογικό πίνακα κλπ με τα στοιχεία Χ-Χ'-Ψ-Χ και Ψ'-Ω-Α2-Α'2-3-Ψ', αντίστοιχα. Η αποζημίωση για τα τμήματα αυτά καταμερίζεται μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του εφεσίβλητου. Συγκεκριμένα, ο εφεσίβλητος, ως ωφελούμενος, από την παραπάνω απαλλοτρίωση, παρόδιος ιδιοκτήτης, αυτοαποζημιώνεται για ολόκληρη την έκταση των ανωτέρω τμημάτων του.

Πριν την απαλλοτρίωση, η παραπάνω ιδιοκτησία του εφεσίβλητου επικοινωνούσε με ασφαλτοστρωμένο δημοτικό δρόμο που διερχόταν κατά μήκος της και ο οποίος συνέδεε την εν λόγω ιδιοκτησία με τις περιοχές "..." και "..." της πόλης της …Μετά την απαλλοτρίωση, η ιδιοκτησία αυτή δεν επικοινωνεί με την οδό, για την κατασκευή της οποίας έγινε ή απαλλοτρίωση και η οποία αποτελεί προέκταση της εθνικής οδού Ηγουμενίτσας-Πρέβεζας.

Και τούτο, διότι η οδός αυτή έχει κατασκευαστεί, όπως προβλεπόταν, ως κλειστός δρόμος, με μπάρες, κράσπεδα και συρματοπλέγματα, ενώ είναι ψηλότερος τέσσερα περίπου μέτρα από την ιδιοκτησία αυτή. Για την επικοινωνία της ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου και των λοιπών ιδιοκτησιών με την παραπάνω κλειστή οδό, προβλέπεται η κατασκευή παράπλευρου δρόμου, ο οποίος θα επιτρέπει στην ιδιοκτησία του εφεσίβλητου να επικοινωνεί με την κλειστή οδό μετά από απόσταση 200 περίπου μέτρων.

Ο παράπλευρος, όμως, αυτός δρόμος δεν προσφέρει κάποια ωφέλεια στην ιδιοκτησία του εφεσίβλητου, αφενός μεν γιατί η εν λόγω ιδιοκτησία επικοινωνούσε και πριν την απαλλοτρίωση και εξακολουθεί να επικοινωνεί με τον παραπάνω ασφαλτοστρωμένο δρόμο που διέρχεται από μπροστά της και αφετέρου διότι με το δρόμο αυτό ούτε πρόσωπο αποκτά στην κλειστή οδό, ούτε επικοινωνεί άμεσα μ' αυτή, ενώ, παράλληλα, προβληματική θα είναι η επικοινωνία της ιδιοκτησίας του εφεσίβλητου και με τον παράπλευρο αυτό δρόμο, καθόσον προβλέπεται να κατασκευαστεί κατά ένα μέτρο ψηλότερος από την εν λόγω ιδιοκτησία.

Συνεπώς, η ιδιοκτησία αυτή δεν απόκτησε πρόσωπο προς τον ανωτέρω κλειστό δρόμο και για το λόγο τούτο δεν θεωρείται παρόδια ως προς αυτόν. Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα. Κυρίως, όμως, στην κατάθεση της πρώτης παραπάνω μάρτυρος, η οποία, χωρίς να αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, ενισχύεται, περαιτέρω, τόσο από την κατάθεση του δεύτερου μάρτυρα, ο οποίος, εμμέσως, πιστοποιεί τα παραπάνω γεγονότα και αφετέρου από όλα τα έγγραφα, που προσκομίζονται και στα οποία αναφέρονται τα στοιχεία αυτά.

Συνεπώς, δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση το τεκμήριο ωφέλειας της παραπάνω ιδιοκτησίας του εφεσίβλητου από την ανωτέρω απαλλοτρίωση. Περαιτέρω, στη συνέχεια των όσων εκτίθενται στις προηγούμενες σκέψεις και δεδομένου ότι η ανωτέρω αγωγή, όπως προκύπτει απ' αυτή, δεν στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 33 του νόμου 2971/2001, αλλά στις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης αυτής, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος για απαράδεκτο της αγωγής, λόγω μη εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση του άρθρου 33 του νόμου 2971/2001, επειδή, κατά την έναρξη της ισχύος του, η επίδικη απαλλοτρίωση είχε ήδη συντελεστεί είναι απορριπτέος.

Περαιτέρω, αφού, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας του εφεσίβλητου από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε για το ακίνητο του που απαλλοτριώθηκε, ενώ, παράλληλα, το ποσό της ζημίας του αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημίωσης, στην ουσία πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης, εκείνες δηλαδή των άρθρων 176, 189, 191 ΚΠολΔ, 17 παρ. 4 του νδ 797/1971 και 100, 107, 109 και 114 του Κωδ. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υπόχρεου για την καταβολή της αποζημίωσης και είναι πλήρης, ανέρχεται δηλαδή σε 3% στο ποσό της αποζημίωσης που επιδικάζεται και, συγκεκριμένα, σε 2% για τη σύνταξη της αίτησης και 1% για τη σύνταξη των προτάσεων, μαζί με την παράσταση του δικηγόρου και τα λοιπά αναγκαία για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα.

Αντίθετα, δεν εφαρμόζονται και στη δίκη αυτή, όπως και στη δίκη της απαλλοτρίωσης, οι διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του νόμου 3693/1957 για το συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων ή για τον περιορισμό τους μέχρι του ποσού των 294 ευρώ. Και τούτο, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια την παραβίαση του άρθρου 17 του Συντάγματος που την προβλέπει.

Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά, στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ όταν αυτός αναγκάζεται, λόγω υπαιτιότητας του υπόχρεου, να διεκδικήσει, όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά με την τακτική, την αποζημίωση του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης.

Σύμφωνα μ' αυτά, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προσδιορίζοντας τη δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου βάσει των διατάξεων για τις απαλλοτριώσεις, σε 3% στο ποσό της αποζημίωσης που επιδικάστηκε, συν 204 ευρώ για παράσταση του δικηγόρου του κλπ, σωστά τις παραπάνω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε". Ενόψει αυτών το Εφετείο έκρινε κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από το Ελληνικό Δημόσιο κατά της υπ' αριθμ. 26/2000 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δεν θεωρείται ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 653/1977 έτσι ώστε να επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεχόμενο ότι η ένδικη από 6.12.2009 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός ως κύριος απαλλοτριωθέντος ακινήτου ζήτησε συμπληρωματική αποζημίωση, δεδομένου ότι έλαβε μειωμένη λόγω "αυτοαποζημιώσεώς" του για την κατά νόμιμο μαχητό τεκμήριο ωφέλεια του, ήταν παραδεκτή (ασκήθηκε εμπρόθεσμα), νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 3 και 37 του νόμου 2971/2001 αφού έκρινε βάσιμο το δικαίωμα του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου το οποίο σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, δεν είχε αποσβεσθεί, αφού η άσκηση αυτού δεν ήταν υποχρεωτικό να γίνει εντός της τασσόμενης από τον ως άνω νόμο δίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας.

Επομένως η αγωγή του αναιρεσείοντος είναι παραδεκτή και περαιτέρω νόμω βάσιμη και το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του που έκρινε όμοια, ορθώς εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 συνδυαστικά πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Εξ άλλου το Εφετείο απορρίπτοντας αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ορθά έκρινε με της προαναφερθείσες σκέψεις της προσβαλλομένης ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέα προκειμένου περί της δικαστικής δαπάνης που επιδικάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπέρ του ενάγοντος-εφεσίβλητου η διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 και 3 του ν.3693/1957 σε συνδυασμό κα με τα άρθρα 5 παρ.12 του ν.1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης τις οποίες δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους, ώστε ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.

Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), μη υπολογιζομένη κατά τις ίδιες πιο πάνω του άρθρου 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης με βάση τις προαναφερθείσες σκέψεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-6-2012 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 90/2012 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποίαν ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ