2161/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/2/2007 αίτησή της, κοινοποιούμενη στους 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., σύζυγο Αναστασίου Δρόσου.
Legislator headnote
AI generated2161/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο.Ε.", για το χρονικό διάστημα από 1-6-2004 έως 31-5-2010, αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 2.200 €, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως Καφέ -Ζαχαροπλαστείο - Εστιατόριο - Οβελιστήριο - πώληση τουριστικών ειδών, ενώ συγχρόνως, συμφωνήθηκε, άτυπα, μεταξύ του ενάγοντος-μισθωτού και των δύο ως άνω τελευταίων εκ των εκμισθωτών, η πώληση της ως άνω επιχείρησής τους προς εκείνον...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2161 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2161/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπανικολάου, ο οποίος ανακάλεσε την από 24/9/2009 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/2/2007 αίτησή της, κοινοποιούμενη στους 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., σύζυγο Αναστασίου Δρόσου.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 15/12/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14-2-2007 αίτησης αναίρεσης κατά της 101/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Οι εναγόμενες (μεταξύ των οποίων και η νυν αναιρεσείουσα) εκμίσθωσαν, δυνάμει του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού, στον ενάγοντα-νυν αναιρεσίβλητο ένα κατάστημα, του οποίου ήταν συγκύριες, ευρισκόμενο στο 79ο χιλιόμετρο της Ν.Ε.Ο. ..., επιφανείας 270,72 τ.μ., στο οποίο λειτουργούσε επιχείρηση καφεζαχαροπλαστείου, των δύο τελευταίων εναγομένων, δηλαδή της νυν αναιρεσείουσας και της ..., υπό την επωνυμία "...
Ο.Ε.", για το χρονικό διάστημα από 1-6-2004 έως 31-5-2010, αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 2.200 €, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως Καφέ -Ζαχαροπλαστείο - Εστιατόριο - Οβελιστήριο - πώληση τουριστικών ειδών, ενώ συγχρόνως, συμφωνήθηκε, άτυπα, μεταξύ του ενάγοντος-μισθωτού και των δύο ως άνω τελευταίων εκ των εκμισθωτών, η πώληση της ως άνω επιχείρησής τους προς εκείνον...
Με τον όρο 12 του ως άνω μισθωτηρίου συμφωνητικού οι εκμισθώτριες δήλωσαν ότι είχε γίνει νόμιμη σύνδεση του μισθίου με την Εθνική Οδό .... 'Όταν όμως ο ενάγων ξεκίνησε την διαδικασία εκδόσεως αδείας λειτουργίας του καταστήματος πληροφορήθηκε ότι δεν είχε εγκριθεί κυκλοφοριακή σύνδεση του επιδίκου με την Εθνική οδό και υπήρχε ως εκ τούτου αντικειμενική αδυναμία εκδόσεως αδείας λειτουργίας του καταστήματος, αφού μεταξύ των απαιτουμένων προς τούτο δικαιολογητικών ήταν και η βεβαίωση της Τεχνικής Υπηρεσίας του ΥΠΕΧΩΔΕ ότι οι εργασίες κυκλοφοριακής σύνδεσης εκτελέστηκαν πλήρως και σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια.
Μετά ταύτα στις 18.5.2004, ο ενάγων επέδωσε στις εναγόμενες την με ίδια ημερομηνία εξώδικη διαμαρτυρία με την οποία κάλεσε αυτές να του παραδώσουν μέσα σε προθεσμία 3 ημερών έγγραφο αποδεικνύον την νόμιμη σύνδεση του μισθίου με την ως άνω Εθνική οδό δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι καταγγέλλει την ένδικη σύμβαση μισθώσεως σε περίπτωση απράκτου παρελεύσεως της προθεσμίας αυτής.
Η ένδικη σύμβαση είχε ήδη καταρτισθεί, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες σκέψεις, με την υπογραφή του, ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού και την παράδοση των κλειδιών του μισθίου και συνακόλουθα της χρήσης αυτού, η δε κατ' αυτόν τον τρόπο γενόμενη καταγγελία είναι έγκυρη και επέφερε την αυτόματη λύση της ενδίκου συμβάσεως, αφού, όπως προαναφέρθηκε, είναι δυνατή η ένωση της δηλώσεως προθεσμίας και της καταγγελίας".
Ι. Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα το προσκομισθέν με επίκληση υπ'αριθμ. ... έγγραφο της ΤΕ.Ο.ΑΕ, καθώς και τις προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα εννέα 99) φωτογραφίες.
Ο λόγος αυτός, εκτός του ότι, όσον αφορά τις φωτογραφίες, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι ουδόλως αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε αυτές ενώπιον του Εφετείου, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, από τη διαλαμβανόμενη στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης βεβαίωση, ότι το Δικαστήριο εστήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα και στα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω, φερόμενα ως μη λήφθέντα υπόψη, έγγραφα.
ΙΙ. Προϋπόθεση για την ίδρυση του από το άρθρο 559 αριθμ. 20 λόγου αναίρεσης (παραμόρφωση εγγράφου) είναι η ύπαρξη διαγνωστικού σφάλματος-λάθους "στην ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ελλ.Δικ. 1999, 270). Αντίθετα, ο λόγος δεν ιδρύεται, όταν αυτός αναφέρεται στην εκτίμηση, από το δικάσαν δικαστήριο της ουσίας, του περιεχομένου του εγγράφου, προς συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο, το οποίο θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων..
Εξ άλλου, για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται το κείμενο του εγγράφου και να προσδιορίζεται επαρκώς ποιο είναι το αποδοθέν από το δικαστήριο περιεχόμενο, στο κείμενο του εγγράφου, εξ αιτίας της εσφαλμένης ανάγνωσης. Με τον δεύτερο, από το άρθρο 559, αριθμ. 20 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παραμόρφωσε το από 10-6-2003 έγγραφο της Τ.Ε.Ο.ΑΕ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο πλήρη και σαφή, ποίο το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως, επίσης, ουδόλως προσδιορίζεται ποίο περιεχόμενο αποδόθηκε από το δικαστήριο στο κείμενο του εγγράφου, αλλά και διότι η αιτίαση, υπό τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο, αναφέρεται σε σφάλμα, ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, από το δικάσαν Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα.
ΙΙΙ. Με τον τρίτο, από το άρθ 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τις επαναφερθείσες και με λόγο έφεσης, ενώπιον του Εφετείου ενστάσεις α) του απαραδέκτου της αγωγής, εκ του λόγου ότι, από το δικόγραφό της, δεν προέκυπτε σαφώς ποία ήταν η βάση αυτής, β) της ακυρότητας της υπό του ενάγοντος-μισθωτού- νυν αναιρεσιβλήτου γενομένης καταγγελίας της μίσθωσης, εκ του ότι τα επικληθέντα υπ'αυτού περιστατικά, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, δεν συνιστούν σπουδαίο λόγο, γ) της αοριστίας της αγωγής, ως προς την βάση αυτής, και δ) της γνώσης εκ μέρους του μισθωτή-αναιρεσιβλήτου ή άγνοιας αυτού, από βαρειά αμέλεια, του υπάρχοντος ελαττώματος του μισθίου, κατά τη σύναψη της μίσθωσης και κατά την παράδοση του μισθίου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη τους άνω ισχυρισμούς-ενστάσεις της εναγομένης-νυν αναιρεσείουσας και απήντησε επ'αυτών απορρίπτοντας αυτούς είτε ρητά, είτε σιωπηρά. Ειδικώτερα: α) όσον αφορά το πρώτο και τρίτο σκέλος, η προσβαλλομένη απόφαση, στη μείζονα πρόταση αυτής, αναφέρει ότι "κατ'εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, η κυρία βάση αυτής στηρίζεται στις περί μίσθωσης πράγματος διατάξεις, επικουρικά στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και επικουρικώτερα στις περί αδικοπραξίας διατάξεις" και συνεχίζει "η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή, δεδομένου ότι είναι ορισμένη, περιέχουσα τα αναγκαία, για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, απορριπτομένων των περί αοριστίας ισχυρισμών των εναγομένων και νόμιμη μόνο κατά την κυρία βάση αυτής...", β) όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, πέραν του ότι ο σαυτό αναφερόμενος λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αφορούν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, επίσης απορριπτέος, σε κάθε περίπτωση, ως αβάσιμος, καθόσον το δικάσαν Εφετείο δέχεται, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ότι το μίσθιο δεν είχε τη συμφωνημένη ιδιότητα και συγκεκριμένα ότι δεν συνδεόταν με την Νέα Εθνική οδό ...και ως εκ τούτου, υπήρχε αντικειμενική αδυναμία έκδοσης άδειας λειτουργίας του καταστήματος.
Από τις παραδοχές αυτές, σαφώς προκύπτει ότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη του τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της εναγομένης- νυν αναιρεσείουσας και απέρριψε αυτόν, γ) όσον αφορά το τέταρτο σκέλος, η προσβαλλομένη απόφαση, επίσης έλαβε υπόψη και απήντησε, απορρίπτοντας ρητά την ένσταση ότι ο μισθωτής-αναιρεσίβλητος εγνώριζε την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας του μισθίου, διαλαμβάνοντας, ως προς το ζήτημα αυτό τα εξής "απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός των πέντε πρώτων εναγομένων (μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα), ότι ο ενάγων γνώριζε, κατά τη συνομολόγηση της ενδίκου συμβάσεως μισθώσεως, την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας, που σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες σκέψεις, αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής, στηριζόμενη στο άρθρο 579 ΑΚ, αφού δεν αποδείχθηκε, από κανένα αποδεικτικό μέσο, τέτοια γνώση στο πρόσωπο του ιδίου του ενάγοντος".
Ειδικώς, ως προς το υπό στοιχ. Β' του τρίτου σκέλους του προκείμενου λόγου (αοριστία αγωγής), αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι κατά τρόπο αντιφατικό και ασαφή αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ενάγων-μισθωτής "παρελκυστικώς ορίζει την εναγομένη-αναιρεσείουσα, ως συνεκμισθώτρια", ενώ, σε πλείστα άλλα σημεία του αναιρετηρίου, συνομολογεί η ίδια η αναιρεσείουσα ότι είναι πράγματι συνεκμισθώτρια, το δε επί πλέον επικαλούμενο από αυτήν στοιχείο της ιδιότητάς της ως ομορρύθμου μέλους της εταιρείας, η οποία, μέχρι την κατάρτιση της μίσθωσης, εκμεταλλευόταν το μίσθιο κατάστημα (περιστατικό, εξ άλλου, το οποίο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, λήφθηκε υπόψη και διαλαμβάνεται στο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης), τούτο δεν αποτελεί στοιχείο απαραίτητο για το ορισμένο της βάσης της αγωγής και για την παθητική νομιμοποίηση της εναγομένης, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι εκμισθώτριες-συγκύριες του μισθίου (μεταξύ των οποίων και η νυν αναιρεσείουσα), κατήρτησαν, ως φυσικά πρόσωπα, τη μισθωτική σύμβαση με τον μισθωτή - νυν αναιρεσίβλητο.
IV. Περαιτέρω, υπό τις ως άνω παραδοχές, το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, τόσο ως προς το κεφάλαιο που αφορά την απόρριψη της αγωγής, όσο και ως προς το κεφάλαιο της απόρριψης των ενστάσεων και δεν εστέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, με τον (τέταρτο), από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
V. Ο πέμπτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων του προκείμενου λόγου, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων υπό του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης αντικειμενικής αδυναμίας έκδοσης άδειας λειτουργίας του μισθίου καταστήματος, εξ αιτίας του ότι, μεταξύ των απαιτουμένων για την έκδοσή της δικαιολογητικών, ήταν και η (ελλείπουσα) βεβαίωση τη Τεχνικής Υπηρεσίας του ΥΠΕΧΩΔΕ ότι το μίσθιο συνδέθηκε κυκλοφοριακά και κατόπιν πλήρους εκτέλεσης των σχετικών εργασιών, με τη νέα εθνική οδό ..., ενώ, σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα.
Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) για έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-2-2007 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 101/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ