Legislator Case Law & Legislation
2161/2007 AI generated

2161/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2161/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 535/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1990/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/7/2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

2161/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975) έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερησίας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ιδίας εβδομαδιαίας περιόδου.

Keywords

AI generated
on-call work tied sales outlet debt collection officer carrier commercial agent aggressive sales practice
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2161 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2161/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Καλαμίτση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΤ. ΣΥΚΑΡΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΟΙΚΙΑΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής, 2. Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής ..... 3. Αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τόλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 535/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1990/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/7/2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 16/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος και ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.

Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.). Ως "αιτιολογίες" όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν περιέχει μείζονα πρόταση, στην οποία να διαλαμβάνονται οι κανόνες δικαίου που εφαρμόστηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν εμπίπτει στους πιο πάνω ή σε άλλους αναιρετικούς λόγους.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερησίας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου.

Περαιτέρω με το άρθρο 6 της από 24-2-1984 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που δημοσιεύτηκε στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθ. 11770/20-3-1984 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β. 81) η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε αυτό 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976 λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερησία εργασία υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίων (η πέρα των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975) έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερησίας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ιδίας εβδομαδιαίας περιόδου.

Αντίθετα ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερησία αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Επομένως αν ο μισθωτός απασχολούμενος μετά την 1-1-1984 δεν υπερβεί κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%) διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία.

Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργασίμων ημερών της ιδίας εβδομάδας στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας.

Αν ο μισθωτός εργάστηκε σε επιχείρηση που εφαρμόζεται η πενθήμερη εβδομάδα εργασίας και 6η ημέρα την εβδομάδα (εκτός Κυριακής ή εξαιρετέας ή ημέρας αναπληρωματικής αναπαύσεως λόγω εργασίας κατά την Κυριακή), η απασχόλησή του την ημέρα αυτή είναι άκυρη αφού πρόκειται για εργασία παρεχομένη εκτός των ημερών της εβδομαδιαίας εργασίας, ήτοι σε ημέρα ανάπαυσης και δικαιούται γι' αυτήν αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 επ.

ΑΚ), έστω και αν κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος εργάστηκε λιγότερες ώρες από το εβδομαδιαίο ωράριο του. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το επικουρικό αίτημα της αγωγής για πληρωμή αμοιβής για εργασία κατά τα Σάββατα και κατά τις πρώτες οκτώ ώρες, επειδή στο δικόγραφο δεν αναφερόταν ότι, το αίτημα αυτό θεμελιώνεται στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Όπως, όμως, προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, το οποίο επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) σ' αυτό αναφέρεται ότι, όλες οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος βασίζονται και στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, γιατί η αναιρεσίβλητη θα υποχρεωνόταν να προσλάβει άλλον βοηθό για να διεκπεραιώσει τις εργασίες που εκτελούσε ο αναιρεσείων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, αληθώς μόνο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι παρά το νόμο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (αόριστη) η αγωγή, ως προς το παραπάνω αίτημά της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 ΑΚ προκύπτει ότι, αν κατά τη διάρκεια της συμβάσεως συμφωνηθεί η παροχή από το μισθωτό εντός του νομίμου ωραρίου, πρόσθετης διαρκούς φύσεως εργασίας, η οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν είναι συναφής με την αρχικώς συμφωνηθείσα, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει για την ανωτέρω εργασία τον ειθισμένο μισθό.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Ο αναιρεσείων προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη εταιρεία με σύμβαση εργασίας ορισμένου καταρχάς χρόνου, που μετετράπη σε αορίστου, στις 27-7-2001, για να απασχοληθεί ως φορτοεκφορτωτής εμπορευμάτων. Εργάστηκε μέχρι τις 10-5-2003, που η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβασή του.

Συμφωνήθηκε πενθήμερη εργασία, με ωράριο οκτώ ωρών (08-1600 ή 07-15.00) ανάλογα με την εποχή). Η εργασία του συνίστατο συγκεκριμένα στη φόρτωση εμπορευμάτων στις εγκαταστάσεις στις αποθήκες της αναιρεσίβλητης εταιρείας, με φορτηγό αυτοκίνητο αυτής. Η μοναδική συμφωνημένη απασχόληση του αναιρεσείοντος ήταν η φορτοεκφόρτωση εμπορευμάτων όχι και κάποια πρόσθετη εργασία, όπως να πραγματοποιεί τηλεφωνικές κλήσεις στους πελάτες, να καθοδηγεί τον οδηγό στο δρόμο και να εντοπίζει τα οικήματα, που θα γινόταν η παράδοση των εμπορευμάτων, καθόσον αυτές ήταν εργασίες, που όφειλε και μπορούσε να εκτελεί ο οδηγός.

Ποτέ δεν συνηθίζεται ο φορτοεκφορτωτής, που επιβαίνει στο φορτηγό με τέτοια αποστολή, να βοηθά τον οδηγό στην εύρεση οικημάτων, την πραγματοποίηση τηλεφωνικών κλήσεων ή άλλων εργασιών, ούτε ποτέ προσλαμβάνεται άτομο για τέτοιες εργασίες. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το ζητούμενο κονδύλιο για πρόσθετη εργασία.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την απόρριψη του αιτήματος της αγωγής για πληρωμή αμοιβής για πρόσθετη εργασία, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις πιο πάνω διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω διατάξεων, ως προς την απόρριψη του άνω αιτήματος, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αφορούν ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι όταν χρησιμεύουν για εκτίμηση αποδείξεων. Επομένως, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το άλλο σκέλος τους, από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως προς την ερμηνεία της διάταξης του άρθρο 653 ΑΚ, με την επίκληση του ισχυρισμού ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η εκτέλεση της πιο πάνω πρόσθετης εργασίας γίνεται από τους βοηθούς των φορτηγών, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, γιατί η επίκληση των διδαγμάτων αυτών της κοινής πείρας αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία της παραπάνω διάταξης ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το Εφετείο σ' αυτήν.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ ΄Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Τέλος, αναιρετικοί λόγοι αντιφατικοί μεταξύ τους είναι απαράδεκτοι. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, κατά το ένα σκέλος του, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο, ως προς τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές, δεν έλαβε υπόψη την ......

απόδειξη λιανικής πώλησης καθώς και τους ταχογράφους των φορτηγών αυτοκινήτων. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και επομένως ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το άλλο σκέλος του, από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου, προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε τα παραπάνω έγγραφα. Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως είναι αντιφατικός με τον προηγούμενο και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως (πέμπτο), κατά το άλλο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 454 ΑΚ, επειδή το Εφετείο δέχθηκε άφεση χρέους εκ μέρους του αναιρεσείοντος ως προς τις παραπάνω αξιώσεις του.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, γιατί το Εφετείο δεν δέχθηκε άφεση χρέους και εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, αλλά δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων πραγματοποίησε υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ) θα πρέπει να καθορίζεται: α) η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που ευθέως ή εκ πλαγίου παραβιάστηκε και το αποδιδομένο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως αυτής, β) οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αποδέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση, εφόσον το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου ως προς την προβαλλόμενη ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά θα έπρεπε να αναφέρονται, ως και που εντοπίζεται η αντίφαση των αιτιολογιών και από πού προκύπτει, έτσι ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Έλλειψη νόμιμης βάσης δεν υπάρχει όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς. Στη προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, κατά το τελευταίο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την κρίση του δικαστηρίου για τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές, που απορρίφθηκαν ως αβάσιμες ουσιαστικά.

Στο αναιρετήριο, όμως, δεν καθορίζονται οι συγκεκριμένες διατάξεις ουσιαστικοί δικαίου που παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου και η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου ως προς την προβαλλόμενη ανεπάρκεια των αιτιολογιών, αλλά η έλλειψη της νόμιμης βάσης εντοπίζεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην αξιολόγηση και στάθμιση της κατάθεσης του μάρτυρα του αναιρεσείοντος ....και της πιο πάνω .....

απόδειξης λιανικής πωλήσεως. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος. Μετά από αυτά πρέπει, κατ' αποδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος μόνο που απορρίφθηκε με αυτή το βασιζόμενο στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρικό αίτημα της αγωγής για πληρωμή αποζημίωσης για εργασία τα Σάββατα και μόνο κατά τις πρώτες οκτώ ώρες αυτών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 1990/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω κεφάλαιο, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ