Legislator Case Law & Legislation
2160/2018 AI generated

2160/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2160/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Γεώργα (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή και Μαρία Γεωργίου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2160/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα.... ύστερα.... και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο" άλλως επέρχεται η άνω απόλυτη ακυρότης της διαδικασίας. Όταν, όμως, πρόκειται, για αυτοτελείς ισχυρισμούς που συνάπτονται με την ενοχή, δεν απαιτείται ειδική εισαγγελική πρόταση γι' αυτούς, καθόσον καλύπτονται από τη γενική και συνολική πρόταση για την ενοχή (ΑΠ 1135/2016).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2160 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2160/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Γεώργα (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή και Μαρία Γεωργίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., που παρέστη με το δικηγόρο Άγγελο Μαραγκό, ο οποίος ορίστηκε δικηγόρος του με την υπ' αριθμ.122/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.3931/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Δ. Π., 2) Α. Θ., ..., 3) Β. Μ. και 4) Θ. Θ., ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 2431/5-3-2018 αίτησή του αναίρεσης καθώς και στους από 20-4-2018 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 374/2018.

Αφού άκουσε Τον ορισθέντα δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η από 5-3-2018 αίτηση- δήλωση (αρ. πρ. 2431/2018) και οι από 20-4-2018 πρόσθετοι λόγοι του Κ. Λ. του Ε., για αναίρεση της απόφασης 3931/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών έχουν ασκηθεί παραδεκτώς και νομοτύπως, είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.

ΙΙ. Κατ'άρθρο 510 παρ.1 Κ.Π.Δ. ως λόγοι για να αναιρεθεί η απόφαση είναι οι εις την παρ. αυτή αναφερόμενοι περιοριστικώς μεταξύ των οποίων Α)η απόλυτη ακυρότης που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171), κατά το τελευταίο δε αυτό "Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στο Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται 1.Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν...δ)την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου...".

Εκ της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι η άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστού να δημιουργήσει οίκοθεν τις προϋποθέσεις εκείνες, οι οποίες καθιστούν την άσκηση των ανωτέρω δικαιωμάτων δυνατή, χωρίς να απαιτείται προηγουμένη αίτηση του κατηγορουμένου.

Ούτω με τις διατάξεις των άρθρων 333 επ., 339 επ., 350 επ. Κ.Π.Δ. ρυθμίζονται τα καθήκοντα του διευθύνοντος την συζήτηση, τα αφορώντα την έναρξη της διαδικασίας και την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τα αφορώντα την αποδεικτική διαδικασία, (μάρτυρες, πραγματογνωμοσύνη, αυτοψία, έγγραφα, εξέταση κατηγορουμένου) αφού δε απολογηθεί ο κατηγορούμενος και ο εισαγγελέας και οι διάδικοι δεν έχουν ανάγκη συμπληρωματικής εξετάσεως ή διευκρινίσεως, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση, κηρύσσει τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, και κατά το άρθρο 369 παρ.1 ιδίου Κώδικος "Όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση, δίνει το λόγο στον εισαγγελέα....

έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα.... ύστερα.... και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο" άλλως επέρχεται η άνω απόλυτη ακυρότης της διαδικασίας. Όταν, όμως, πρόκειται, για αυτοτελείς ισχυρισμούς που συνάπτονται με την ενοχή, δεν απαιτείται ειδική εισαγγελική πρόταση γι' αυτούς, καθόσον καλύπτονται από τη γενική και συνολική πρόταση για την ενοχή (ΑΠ 1135/2016).

Περαιτέρω κατ'άρθρο 510 παρ.1 Κ.Π.Δ. ως λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση είναι, υπό στοιχ.Β και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ.2 κατά το οποίο "Η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση".

Για να επέλθει ακυρότης της διαδικασίας δι' έλλειψη ακροάσεως απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και σε περίπτωση μη αποδοχής τούτου από τον διευθύνοντα την συζήτηση άμεση προσφυγή του εις (ολόκληρο) το δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο υπ'αυτού της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί επ'αυτής (1173/2013).

Τέλος από τις διατάξεις του άρθρου 141 ΚΠΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρίζονται σ'αυτά, μεταξύ των οποίων και οι δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 3931/2017 απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης 20 μηνών, με τριετή αναστολή.

Με τους δύο πρώτους αναιρετικούς λόγους, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται (κατ' εκτίμηση του περιεχομένου αυτών) ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο για το λόγο ότι ο Εισαγγελέας της έδρας δεν πρότεινε επί του αιτήματός του για βιαία προσαγωγή της μάρτυρος Γ. Β.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις σελίδες 238-240 των πρακτικών της απόφασης που παραδεκτώς επισκοπούνται, για τη βασιμότητα του αναιρετικού λόγου δόθηκε ο λόγος, τόσο στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, όσο και στον Εισαγγελέα.

Ειδικότερα, στη σελίδα 240, αναφέρεται ότι: "... Η Πρόεδρος ρώτησε τον Εισαγγελέα και τους διαδίκους εάν χρειάζονται καμία συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και όταν απάντησαν αρνητικά, η Πρόεδρος κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας ...". Εκ τούτου συνάγεται ότι η προσαγωγή της μάρτυρος Γ. Β. κρίθηκε, τελικώς, μη αναγκαία όχι μόνο από το δικαστήριο της ουσίας αλλά και από τον Εισαγγελέα και από τον αναιρεσείοντα.

Περαιτέρω, δε, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να προσέλθουν και καταθέσουν και άλλοι μάρτυρες μεταξύ των οποίων και η Γ. Β., αναφέροντας στο σκεπτικό ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε αίτημα για την αναβολή της δίκης προκειμένου: "να κλητευθούν και προσέλθουν οι μάρτυρες Α.

Γ. του Α., Β. Σ. του Ι., Γ. Τ. του Δ., Ε. Β. του Ε. και Γ. Β. του Ε.. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, δεδομένου ότι δεν κρίνεται αναγκαία η μαρτυρία των ως άνω προσώπων για την ανακάλυψη της αλήθειας, καθώς τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα που θα αναφερθούν παρακάτω κρίνονται επαρκή για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης για την ουσία της υπόθεσης.

Ως εκ περισσού πρέπει να λεχθεί ότι η προτεινόμενη απ'αυτόν για να κληθεί και εξεταστεί ως μάρτυρας Γ. Β. του Ε., με την από 23-5-2017 υπεύθυνη δήλωσή της, στην οποία βεβαιώνεται αυθημερόν το γνήσιο της υπογραφής της από τη Λ.-Η. Ζ. υπάλληλο του ΚΕΠ Δήμου ..... δηλώνει ότι ούτε η ίδια ούτε άλλος από το οικογενειακό της περιβάλλον επιθυμούν να εμφανισθούν να καταθέσουν σε καμία από τις δίκες που έχουν ανοιχθεί μεταξύ του κατηγορουμένου και των πολιτικώς εναγόντων, πράγμα που έχει καταστήσει σαφές στον κατηγορούμενο, ο οποίος, όμως, παρά ταύτα, επιδιώκοντας την αναβολή των μεταξύ τους ποινικών δικών, υποβάλλει σχετικά αιτήματα αναβολής για να προσέλθουν να καταθέσουν η ίδια και η αδελφή της Ε.

Β.".

Συνεπώς οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ, για έλλειψη αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Ενώ, τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πλήττουν, υπό την επίκληση αναιρετικού λόγου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες.

Περαιτέρω, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 στοιχ. Β' και Δ' του ΚΠΔ, δηλαδή, για έλλειψη ακροάσεως, εκ του λόγου ότι το δικαστήριο δεν απάντησε αιτιολογημένα στους ισχυρισμούς και ενστάσεις που είχε διαλάβει εκτενώς, με κατάθεση σχετικών εγγράφων και υπομνημάτων, που περιλαμβάνονται στις σελίδες 2-232 των πρακτικών συνεδρίασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών, δεν περιέχονται κατά τρόπο σαφή αυτοτελείς ισχυρισμοί, αλλά αρνητικοί των κατηγοριών ισχυρισμοί, με ανάλυση και αξιολόγηση των σχετικών αποδείξεων, τις οποίες παραθέτει, μάλιστα, με σειρά φωτοτυπιών, τις οποίες ενσωματώνει στα πρακτικά (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κλπ).

Περαιτέρω, είναι αβάσιμος και ο αναιρετικός λόγος για απόλυτη ακυρότητα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, εκ του λόγου ότι δεν προηγήθηκε εισαγγελική πρόταση για τους πιο πάνω ισχυρισμούς, οι οποίοι όπως προαναφέρθηκε δεν ήταν αυτοτελείς και συνεπώς, δεν ήταν αναγκαία ειδική εισαγγελική πρόταση, αλλά αρκούσε η γενική πρόταση για την ενοχή.

Τέλος, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι το δικαστήριο ανέγνωσε όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους στην πιο πάνω δίκη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ιατροδικαστική έκθεση του ιατρού Γ.

Ν. Λ. (αρ. πρ. 5164/2006) που διατάχθηκε από το Α.Τ. ... προκειμένου να εξετασθεί ο ίδιος και διαπιστωθούν οι αναφερόμενες σ' αυτήν ελαφρές σωματικές βλάβες. Περαιτέρω εξατομίκευση του εγγράφου τούτου, δηλαδή, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου (πραγματογνωμοσύνης), δεν έγινε από το Εφετείο. Και τούτο γιατί η χρήση του πιο πάνω εγγράφου δεν έχει κάποια σχέση με τη δίκη αυτή, που αφορά την ουσιαστική βασιμότητα των αποδιδομένων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων (ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας).

Ειδικότερα, το πιο πάνω έγγραφο χρησιμοποιήθηκε από μέρους του αναιρεσείοντος σε προηγούμενη δίκη, κατά την οποία είχε μηνύσει τους πολιτικώς ενάγοντες, μεταξύ άλλων πράξεων (με την από 22-8-2006 έγκλησή του) και για πρόκληση σωματικών βλαβών σε βάρος του, στη διάρκεια επεισοδίου, για τις οποίες αυτοί αθωώθηκαν.

Συνεπώς, δεν έσφαλε το δικαστήριο ουσίας μνημονεύοντας, στην παρούσα δίκη, ως έγγραφο των πιο πάνω ιατροδικαστική έκθεση και όχι ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (πραγματογνωμοσύνη). Επομένως είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί ο πρόσθετος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Ενώ, τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πλήττουν, υπό την επίκληση αναιρετικού λόγου από το ίδιο άρθρο την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες.

ΙΙΙ. Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθούν η αίτηση-δήλωση και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-3-2018 αίτηση-δήλωση (αρ. πρ. 2431/2018) και τους από 20-4-2018 πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος Κ. Λ. του Ε., για αναίρεση της απόφασης 3931/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ