2160/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 328/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 5-11-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 25-7-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated2160/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 2160 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2160 /2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Α. του Γ., κατοίκου ... 2.Της εδρεύουσας στο Αργοστόλι δήμου Κεφαλλονιάς ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ Α.Ε." νόμιμα εκπροσωπούμενης και 3.Του εδρεύοντος στο Αργοστόλι δήμου Κεφαλλονιάς ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ ΚΤΕΛ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ", νόμιμα εκπροσωπούμενου, οι οποίοι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Σπυρίδωνα Μπουρμπούλη και κατάθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Τ. - Ε. Ζ. Κ. του Β.-Φ., 2 Α. Μ. του Ν., 3 Ά. Μ. του Ν., 4. Μ. Μ. του Ν., όλοι οι ανωτέρω κάτοικοι ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μιχαήλ Μοσχονά και δεν κατέθεσε προτάσεις και 5. Β.-Φ. Ζ., κατοίκου ... σε άγνωστη διεύθυνση και 6. Φ. Κ. συζ. Β.-Φ. Ζ., κατοίκου ... σε άγνωστη διεύθυνση, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 328/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 5-11-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 25-7-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των 1ου,2ου,3ου και 4ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους παριστάμενους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. .../20-5-2013 και .../20-5-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, σε συνδυασμό με τα συνημμένα από 7-6-2013 φύλλα των ημερήσιων εφημερίδων, που εκδίδονται στην Αθήνα "ΕΣΤΙΑ" και "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ", όπου δημοσιεύθηκε περίληψη του κοινοποιηθέντος δικογράφου προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τους αγνώστου διαμονής πέμπτο και έκτη αναιρεσίβλητους, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Οι τελευταίοι όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δεν εμφανίσθηκαν ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων Β.-Φ. Ζ. και Φ. Κ. συζ.
Β. Φ. Ζ. (αρθ. 576 παρ 2 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα το στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης και του επελθόντος αποτελέσματος. (ΑΠ 468/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.328/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Την 6/10/2007 και περί ώρα 16.40 ο Α. Μ., γιος της πρώτης ενάγουσας, αδελφός της δεύτερης, τρίτης και τετάρτου των εναγόντων καθώς και εγγονός του πέμπτου και της έκτης εξ αυτών, οδηγώντας την υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του, εκινείτο στην επαρχιακή οδό Σάμης Πόρου με κατεύθυνση από τον Πόρο προς τη Σάμη και στο ύψος του 13ου χιλιόμετρου της ως άνω οδού. Η ανωτέρω οδός στο σημείο εκείνο έχει δύο ρεύματα κυκλοφορίας, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 3,5 μέτρων έκαστης. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 40 χιλιόμετρα ανά ώρα, κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές και οι συνθήκες κυκλοφορίας και ορατότητας ήταν κανονικές.
Την ίδια ημέρα και ώρα, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. λεωφορείο ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης εταιρείας το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες τις δυνάμενες να προκληθούν εις βάρος τρίτου από την κυκλοφορία του στο τέταρτο εναγόμενο, εκινείτο ομοίως επί της ανωτέρω οδού, αλλά με κατεύθυνση αντίθετη εκείνης της προαναφερόμενης μοτοσικλέτας ήτοι από τη Σάμη προς τον Πόρο.
Φθάνοντας όμως στο ύψος του 13ου χιλιομέτρου, ο πρώτος εναγόμενος, από αμέλεια του και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός (άρθρο 330 εδ.β' Α1.Κ.) στην προσπάθεια του να προσπεράσει ένα αυτοκίνητο σταθμευμένο εντός του ρεύματος πορείας του και στο άκρο της οδού, εισήλθε στο αντίθετο της πορείας του ρεύμα κυκλοφορίας, το προορισμένο για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα, με αποτέλεσμα να αποφράξει την πορεία κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας που οδηγούσε θανών Α.
Μ., ο οποίος, προσπαθώντας να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση των οχημάτων, επιχείρησε πέδηση του οχήματος του με ταυτόχρονο αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό, με αποτέλεσμα να εκτραπεί της πορείας του, να ανατραπεί η μοτοσικλέτα που οδηγούσε η οποία στη συνέχεια προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα της επί του εμπρόσθιου δεξιού τμήματος του λεωφορείου, ενώ ο οδηγός της σύρθηκε στο οδόστρωμα και τραυματίστηκε θανάσιμα.
Το ατύχημα τούτο οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων. Ειδικότερα, η υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε λεωφορείου έγκειται στο ότι από αμέλεια του και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος επιπλέον δε, προτιθέμενος να διενεργήσει προσπέραση του σταθμευμένου εντός του ρεύματος πορείας του και στο άκρο της οδού αυτοκινήτου, δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως, όπως όφειλε, κατά τη διάταξη του άρθρου 21 Ν. 2696/1999, ότι μπορούσε να πράξει τούτο ακινδύνως και χωρίς παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, δεν ανέκοψε την κίνηση του προκειμένου να αναμείνει τη διέλευση του αντιθέτως κινουμένου οχήματος που οδηγούσε ο Α.
Μ. και εισήλθε στο αντίθετο της πορείας του ρεύμα κυκλοφορίας, το προορισμένο για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα. Αποτέλεσμα της ενέργειας του αυτής ήταν να αιφνιδιασθεί ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οποίος στην προσπάθεια του να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση των οχημάτων, επιχείρησε πέδηση του οχήματος του με ταυτόχρονο αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό, με αποτέλεσμα να εκτραπεί της πορείας του, να ανατραπεί η μοτοσικλέτα που οδηγούσε η οποία στη συνέχεια προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα της επί του εμπρόσθιου δεξιού τμήματος του λεωφορείου, ενώ ο οδηγός της σύρθηκε στο οδόστρωμα και κτύπησε στο κεφάλι του.
Συνυπαίτιος όμως ως προς την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και μάλιστα κατά ποσοστό 20% είναι και ο Α. Μ., οδηγός της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, καθόσον αυτός, κατά παράβαση των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 16 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος, δεν εκινείτο στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος της λωρίδας κυκλοφορίας του και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει ασφαλώς την πορεία του εντός του ορατού, έμπροσθεν αυτού τμήματος της οδού προ οιουδήποτε δυναμένου να προβλεφθεί εμποδίου, αντιθέτως δε είχε αναπτύξει αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, με αποτέλεσμα, όταν αντιλήφθηκε ότι το προαναφερόμενο λεωφορείο είχε εισέλθει εν μέρει στο ρεύμα πορείας του να μη δυνηθεί να διακόψει ασφαλώς την πορεία του και να προκληθεί το ένδικο ατύχημα.
Κατά συνέπεια, η προβληθείσα από τους εναγόμενους νόμιμη ένσταση περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του ατυχήματος (άρθρο 300 του Α.Κ.), η οποία επαναφέρεται με την αντέφεσή τους, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη. Περαιτέρω, όπως, προέκυψε, ο Α. Μ., κατά το ένδικο ατύχημα δεν φορούσε, όπως όφειλε, το προβλεπόμενο κράνος (άρθρο 12 αριθμ. 6 του Ν. 2696/1999).
Και ναι μεν αν από το είδος και τον τρόπο επελεύσεως των σωματικών κακώσεων του τραυματισθέντος η χρήση του κράνους δεν θα ήταν ικανή να αποτρέψει αυτές, τότε λείπει η αναγκαίως απαιτουμένη αιτιώδης συνάφεια και η σχετική παράλειψη δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητα του (βλ. και Α.Π. 619/2000 ΕλλΔνη 42.73) πλην όμως εν προκειμένω, ενόψει του ότι ο θανών υπέστη, μεταξύ άλλων, και εκτεταμένο θλαστικό τραύμα κατά το δεξιό ημισφαίριο της κεφαλής, εκτεινόμενο από τη δεξιά ζυγωματική ως τη δεξιά ινιακή χώρα, συνολικού μήκους 23 χ 9 εκ.
περίπου μετά συστοίχου οστικού ελλείμματος, εξ αιτίας των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος αυτού, δηλαδή οι θανατηφόρες σωματικές βλάβες που υπέστη ο παθών εντοπίζονται στην περιοχή της κεφαλής, κρίνεται ότι η παράλειψη αυτή συνδέεται αιτιωδώς με τον επελθόντα τραυματισμό του και τον εξ αυτού θάνατο του και θεμελιώνει συνυπαιτιότητα του κατά ποσοστό 20%.1 Κατά συνέπεια, η προβληθείσα από τους εναγόμενους νόμιμη ένσταση περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του τραυματισμού του και του εξ αυτού θανάτου του (άρθρο 300 του Α.Κ.), η οποία επαναφέρεται, με την αντέφεσή τους, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη. 20-9-2013 πιν.39 - σελ.10.
Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι στην πρόκληση του τραυματισμού του και του εξ αυτού θανάτου του (άρθρο 300 του Α.Κ.) ήταν συνυπαίτιος ο θανών σε ποσοστό 20%, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι της έφεσης και της αντέφεσης κρίνονται ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Το δικαστήριο όμως αυτό, το οποίο έκρινε ότι το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε από συντρέχουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών και προσδιόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας του παθόντος στην πρόκληση του ατυχήματος κατά 70% και ακολούθως έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται το ποσό των 15.000 ευρώ η πρώτη, το ποσό των 5.000 ευρώ καθένας από τους δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των εναγόντων και το ποσό των 1.000 ευρώ καθένας από τους πέμπτο και έκτη των εναγόντων ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξ αιτίας του ένδικου ατυχήματος και του θανάτου του προαναφερόμενου συγγενούς τους, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι της έφεσης κρίνονται ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμοι.
Μετά από τα παραπάνω, επομένως, πρέπει: 1) Να απορριφθεί η ασκηθείσα αντέφεση κατά της προαναφερόμενης έφεσης και να επιβληθούν σε βάρος των αντεκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα των αντεφεσιβλήτων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας τους (άρθρα 106, 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), 2) Να γίνει εν μέρει δεκτή η από 22/67 2010 και υπ' αύξ.
αριθ. εκθ. καταθ. 64/2010 έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο των εναγομένων, όχι μόνον ως προς τα κεφάλαια για τα οποία έγιναν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι της έφεσης αυτής, αλλά στο σύνολο της, για το ενιαίο της εκτέλεσης του τίτλου. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο πρέπει να κρατήσει την υπόθεση, να δικάσει επί της από 14/1/2009 και με αυξ.
αριθμ. εκθ. καταθ. 7/2009 αγωγής ως προς τους προαναφερόμενους εναγόμενους, η οποία (αγωγή) είναι νόμιμη". Με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης του το Εφετείο, με τις οποίες απέρριψε την με τις προτάσεις ασκηθείσα αντέφεση των αναιρεσειόντων και δέχθηκε κατά ένα μέρος την έφεση των αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη τηνα απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297 , 298, 300, 330, 914 του ΑΚ τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος και του αναιρεσείοντος οδηγού και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας φυγής συμπεριφοράς αντίστοιχα με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη .απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα, εφ' όσον άλλωστε η υπαγωγή όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών που εφαρμόσθηκαν δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα κοινής πείρας.
Εξ άλλου, οι ίδιοι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος συνετέλεσε αιτιωδώς οποιαδήποτε υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού, και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση:
με το ότι δεν προσδιορίζεται στην απόφαση : α)το ευθύγραμμο ή όχι της οδού, το πλάτος του οδοστρώματος και το μέρος από το αντίθετο ρεύμα κατέλαβε το λεωφορείο, β) από πόση απόσταση αντιλήφθηκε ο ένας οδηγός τον άλλον, ιδιαίτερα όταν το λεωφορείο επιχείρησε τον προς τ' αριστερά ελιγμό, γ) η ταχύτητα της μοτοσικλέτας και αν άφησε αυτή ίχνη τροχοπεδήσεως ή το λεωφορείο, δ) η αιτία ανατροπής της μοτοσικλέτας είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις προαναφερθείσες αναλυτικά ουσιαστικές παραδοχές της από τις οποίες εκείνες που αφορούν τα καθορισθέντα ποσοστά συνυπαιτιότητας των δύο εμπλακέντων οδηγών δεν ελέγχονται με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων , η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ1 αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Ή παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων για αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας της ενώπιον του Α.Τ.
Σάμης από 8-10-2007 εκθέσεις ένορκης εξέτασης με διερμηνέα των μαρτύρων E. W., S. P. -C., W.-C., C. W. και L. P., τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως προαναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω έγγραφα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 παρ 4 εδ 4) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων (άρθρο 183 του ΚΠολΔ), που δεν κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-11-2012 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 328/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθεισών παραβόλων (25517715-2551717 διπλ. εισπράξεως τύπου Α) στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800,00)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ