2160/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΤο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ΄αριθ. 376/2005 βούλευμά του παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Α΄ Βαθμού Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ΄εξακολούθηση, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του, με αντίστοιχη βλάβη τρίτου συνολικό ποσό που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ. Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος, ο αναιρεσείων άσκησε την υπ΄αριθ. 36/30.5.2005 έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ΄ουσία με το υπ΄αριθ. 1014/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και επικυρώθηκε έτσι με αυτό το πρωτόδικο βούλευμα.
Legislator headnote
AI generated2160/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, και 509 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σ΄αυτή λόγοι αναίρεσης, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 και 510 ΚΠΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.
Full text
Απόφαση 2160 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 2160/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 1014/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1766/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη με αριθμό 22/20-1-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ΄αριθ. 30/27.9.2005 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ....., κατά του υπ΄αριθ. 1014/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα:
1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ΄αριθ. 376/2005 βούλευμά του παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Α΄ Βαθμού Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ΄εξακολούθηση, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του, με αντίστοιχη βλάβη τρίτου συνολικό ποσό που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ. Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος, ο αναιρεσείων άσκησε την υπ΄αριθ. 36/30.5.2005 έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ΄ουσία με το υπ΄αριθ. 1014/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και επικυρώθηκε έτσι με αυτό το πρωτόδικο βούλευμα.
Κατά του Εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα, παραδεκτά και εμπρόθεσμα, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα επεδόθη στον αναιρεσείοντα την 19.9.2005, ενώ αυτή ασκήθηκε την 27.9.2005. Περιέχει δε ως λόγους αναιρέσεως 1) ΄Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και 2) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ. 1β΄, 1δ ΚΠΔ).
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, και 509 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σ΄αυτή λόγοι αναίρεσης, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 και 510 ΚΠΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.
Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων των άρθρων 484 και 510 ΚΠΔ, που προβλέπουν τους λόγους αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί, πολύ περισσότερο που το βούλευμα ή η απόφαση έχουν κατά κανόνα πολλά κεφάλαια, για ορισμένα από τα οποία είναι ενδεχόμενο ο αναιρεσείων να μην έχει παράπονο, ώστε να ασχοληθεί και με αυτά το Ακυρωτικό.
Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης δεν εξαιρούνται οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ ΚΠΔ λόγοι. Ειδικώτερα, προκειμένου περί του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εφόσον κατ΄αρχήν υπάρχει αιτιολογία στο προσβαλλόμενο βούλευμα ή απόφαση, πρέπει να προσδιορίζεται στην έκθεση αναιρέσεως, σε τί ειδικότερα συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας, σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια.
Ενώ προκειμένου περί του λόγου της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να προσδιορίζεται η νομική πλημμέλεια του βουλεύματος ή της αποφάσεως και συγκεκριμένα η διάταξη που ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε εσφαλμένα και ιδίως σε τί ακριβώς συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της σε σχέση με τις παραδοχές τους (Ολ.Απ 19/2001, 2/2002, Π.Χ.
ΝΒ/402, 691, ΑΠ 2397/2004, Π.Χ. ΝΕ/822, ΑΠ 2104/2003 Ποιν.Δικ. 2004/371).
2. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα, διότι "προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται από το Σύνταγμα και τους νόμους".
Στη συνέχεια όμως ο αναιρεσείων, στην αίτησή του αυτή αναιρέσεως αναφέρεται στο ιστορικό της υποθέσεως για την οποία παραπέμφθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα στο ακροατήριο του παραπάνω Δικαστηρίου και τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς επ΄αυτής και όχι στους ανωτέρω προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι έπρεπε να προβληθούν κατά τον προαναφερθέντα ειδικότερο τρόπο, ώστε να καταστούν σαφείς και ορισμένοι και ως εκ τούτων και παραδεκτά.
Επομένως οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και συγκεκριμένα, ο πρώτος απ΄αυτούς, διότι δεν προσδιορίζεται σ΄αυτόν γιατί η αιτιολογία, η οποία κατ΄αρχήν υπάρχει στο προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, ενώ, κατά τα λοιπά, είναι απαράδεκτος, διότι τα λοιπά αυτά εκτιθέμενα σ΄αυτόν, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το ως άνω Δικαστικό Συμβούλιο. Περαιτέρω δε ο δεύτερος απ΄αυτούς λόγος, διότι δεν προσδιορίζεται σ΄αυτόν ποία ποινική διάταξη δεν ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε σωστά και ιδιαίτερα σε τί συνίσταται ακριβώς η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της σε σχέση με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΡΟΤΕΙΝΩ: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ΄αριθ. 30/27.9.2005 αίτηση αναιρέσεως του ....., κατά του υπ΄αριθ. 1014/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και, 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αναιρεσείοντα.
Αθήνα 28.11.2005
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χρήστος Γ. Σιδέρης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρ. 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2,476 παρ. 1 , 484 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων ή αποφάσεων πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται.
Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στα αρ. 484 και 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (αρ. 476 και 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το αρ. 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης (Ολομ.
ΑΠ 2/2002). Ειδικότερα για το ορισμένο του από το αρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνεται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, αν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το συμβούλιο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το συμβούλιο ότι αποδείχθηκαν κατά τη γενόμενη υπαγωγή τους σ' αυτή ενώ για το ορισμένο του από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία του βουλεύματος ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτού ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο (βλ.
Ολ. ΑΠ 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Πλημ/κών Θεσ/νίκης με το υπ' αριθμ. 376/2005 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης (για κακουργήματα) τον αναιρεσείοντα για να δικασθεί για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του, με αντίστοιχη βλάβη τρίτου συνολικό ποσό που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ (άρθρ. 13 στ', 98, 216 παρ. 1, 2, 3 όπως ισχύει).
Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος, ασκήθηκε έφεση από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσ/νίκης απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και επεκύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του δευτεροβαθμίου αυτού βουλεύματος άσκησε ο κατηγορούμενος την κρινόμενη αναίρεση, στην οποία διαλαμβάνονται ως λόγοι αναιρέσεως, η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και η έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας.
Ειδικότερα δε οι λόγοι αυτοί αναφέρονται κατά λέξη ως εξής: "όλους τους ανωτέρω ισχυρισμούς μου τους προέβαλα ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Θεσ/νίκης αλλά απερρίφθησαν σιωπηρώς, αφενός λόγω εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και αφετέρου χωρίς να υπάρχει η επιβαλλόμενη ειδική αιτιολογία.
Κατά συνέπεια το προσβαλλόμενο βούλευμα πρέπει να αναιρεθεί σύμφωνα με τα άρθρα 484 παρ. 1β και 1ε ΚΠΔ". Οι λόγοι αυτοί, όπως διατυπώνονται στην αίτηση αναιρέσεως, είναι αόριστοι η ως εκ τούτου απαράδεκτοι, αφού αφενός μεν προκειμένου περί του λόγου της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων δεν προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται το σφάλμα του Συμβουλίου Εφετών κατά την ερμηνεία ή κατά την εφαρμογή από αυτό των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, οι οποίες δεν αναφέρονται ποιες είναι ούτε και αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω Συμβούλιο ότι αποδείχθηκαν κατά τη γενόμενη από το τελευταίο υπαγωγή τους κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή των, αφετέρου δε προκειμένου περί του λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εφ' όσον κατ' αρχήν υπάρχει αιτιολογία στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν διατυπώνονται περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια και συγκεκριμένα δεν προσδιορίζεται ειδικότερα σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας σε σχέση με συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια.
Επί πλέον το αναφερόμενο στην αναίρεση ιστορικό της υποθέσεως πλήττει την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτη. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι αόριστη και πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Σεπτεμβρίου 2005 αίτηση του ..... για αναίρεση του υπ' αρ. 1014/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσ/νίκης. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2006. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ