Supreme Court dismisses appeal against insurance death benefits, upholding lower court's proportional compensation for grief.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Insurance Court's decision awarding specific monetary compensation for grief following the death of insured persons. The lower court determined that the awarded amounts were proportional to the circumstances and did not exceed legal discretion limits. Consequently, the Supreme Court rejected the claim that the compensation violated the principle of proportionality or constitutional rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 290, 287 of the Code of Civil Procedure; Article 932 of the Civil Code: The Supreme Court reviews the proportionality of compensation for grief, finding that awards based on family status and specific circumstances are valid if they do not exceed the limits of judicial discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 215 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 215/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Σ. Β. του Γ., κατοίκου Στερνών Ακρωτηρίου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Νακοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Ε., κατοίκου Ν.. Χ. Χ., … και 10) Χ. Β. του Ι., εκ των οποίων οι 1η έως και 9η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Πάτση, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ανακαλεί την από 27-3-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, β) οι Ε. - Μ. Μ. του Γ. (5ος), Γ. - Β. Μ. του Γ. (6ος), Κ. - Μ. Δ. του Σ. (7η) και Ε. Δ. του Σ. (8ος), των οποίων τη γονική μέριμνα ασκούσαν οι γονείς τους (ως άνω), ενηλικιώθηκαν, συνεχίζουν ατομικά τη δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο και γ) ο Χ. Β. του Ι. (10ος) απεβίωσε στις 9-8-2023 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: i. Ε. χα Χ. Β., το γένος Δ. Τ., κάτοικος ... ii. Μ. Β. του Χ. και iii. Ι. Β. του Χ., κάτοικοι ..., εκπροσωπούμενες από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2016 αγωγή των 1ης έως και 9ης των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Χ. Β. του Ι., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκε με την από 3-11-2016 αγωγή άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2022 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-12-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α', 290 και 287 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε με το Ν. 4335/2015, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με δήλωση προφορική στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΟλΑΠ 5/2022, ΑΠ 619/2022, ΑΠ 335/2018, ΑΠ21/2017, ΑΠ 807/2017).
Συνεπώς, νομίμως δηλώθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (5-4-2024), από τον πληρεξούσιο δικηγόρο και νομίμως διορισθέντα αντίκλητο των δηλούντων, Μιχαήλ Πάτση, του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (ΑΜ 18401), αφενός μεν η βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του δέκατου αναιρεσίβλητου Χ.
Β., που επήλθε στις 9-8-2023, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (13-12-2022), αφετέρου δε η συνέχιση της δίκης από τις εξ αδιαθέτου κληρονόμους του α)Ελένη χα Χ. Β., β)Μ. Β. και γ)Ι. Β., η ιδιότητα των οποίων ως κληρονόμων του ανωτέρω αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου, αφενός δεν αμφισβητήθηκε, αφετέρου αποδεικνύεται: α) από το προσκομιζόμενο με αριθμ.
πρωτ. 2785/10-8-2023 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου ..., με το οποίο βεβαιώνεται ότι ο Χαράλαμπος Βογιατζάκης απεβίωσε στις 9-8-2023, β) από το με αριθμ. πρωτ. .../22-8-2023 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ..., από το οποίο προκύπτει ότι μόνοι πλησιέστεροι συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του είναι η σύζυγός του Ελένη Βογιατζάκη και τα τέκνα του Μ.
Β. και Ι. Β., γ) από την από 10-11-2019 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. .../7-12-2023 Πρακτικό του Ειρηνοδικείου ..., στην οποία δεν περιέλαβε την ένδικη αξίωση, με συνέπεια η αξίωση αυτή να κληρονομείται κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή και δ) από το υπ'αριθμ. .../8-3-2024 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ...
περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης. Επομένως, οι ως άνω, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του δέκατου αναιρεσίβλητου, νομίμως δήλωσαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, στον οποίο παρείχαν τη σχετική εξουσιοδότηση, στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, την λόγω θανάτου βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της.
Από το συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανικάνου παράστασης στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, τη γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με τη συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου.
Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της απόφασης αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ' αυτού (αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι την άσκηση της αναίρεσης), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του.
Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του) είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1037/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, οι πέμπτος, έκτος, έβδομη και όγδοος των αναιρεσίβλητων, Ε.-Μ. Μ., Γ.- Β. Μ., Κ.- Μ. Δ. και Ε. Δ., τους οποίους εκπροσωπούσαν οι ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς τους, Γ.
Μ. και Α. Κ. των πέμπτου και έκτου και Σ. Δ. και Ι. Κ. των έβδομης και όγδοου, δήλωσαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο, Μιχαήλ Πάτση (ΔΣΑ ΑΜ 18401), ότι ενηλικιώθηκαν και ότι συνεχίζουν ατομικά τη δίκη στο όνομά τους. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες έρευνας της ικανότητας παράστασης στο Δικαστήριο των ανωτέρω αναιρεσίβλητων (άρθρ. 63 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο πέμπτος αναιρεσίβλητος Εμμανουήλ- Μιχαήλ Μπαουράκης γεννήθηκε στις 30-3-1999, ο έκτος αναιρεσίβλητος Γεώργιος Βασίλειος Μπαουράκης γεννήθηκε την 1-9-2005, η έβδομη αναιρεσίβλητη Κωνσταντίνα- Μαρία Δημητρουλάκη γεννήθηκε στις 22-3-2003 και ο όγδοος αναιρεσίβλητος 'Εμμανουήλ Δημητρουλάκης γεννήθηκε στις 22-3-2003 και ότι συνεπώς ενηλικιώθηκαν στις 30-3-2017, 1-9-2023, 22-3-2021 και 22-3-2021, αντιστοίχως, δηλαδή οι πέμπτος, έβδομη και όγδοος, πριν τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (21-7-2022) και την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (13-12-2022) και ο έκτος μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Επομένως, μετά την ενηλικίωσή τους, έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των γονέων τους και νομίμως παρίστανται στο Δικαστήριο με το δικό τους όνομα και όχι διά των ως άνω νομίμων αντιπροσώπων γονέων τους. Περαιτέρω, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει γνωστοποίηση στους αναιρεσείοντες από τους ενηλιωθέντες ως άνω αναιρεσίβλητους περί της ενηλικιώσεως αυτών κατά το προ της άσκησης της αναίρεσης χρονικό διάστημα, ούτε προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι οι αναιρεσείοντες είχαν λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο της ενηλικιώσεως αυτών πριν από την άσκηση της αναίρεσης, η οποία, επομένως, είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά των ενηλιωθέντων, ως ανηλίκων, εκπροσωπουμένων από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς τους, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους ενηλικιωθέντες αναιρεσίβλητους.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, οι τελευταίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι αυτοί ενηλικιώθηκαν και ότι συνεχίζουν τη δίκη ατομικά ως δικαιούχοι διάδικοι. Επομένως, νομίμως η δίκη συνεχίζεται πλέον στο όνομα των παραπάνω αναιρεσίβλητων.
Η κρινόμενη από 10-12-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 42/13-12-2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 88/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημιές που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 591 επ., 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε στις 21-7-2022 και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που εξέδωσε την προσβαλλομένη (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), στις 13-12-2022 (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556,558,564 παρ. 3,566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ'αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ'ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ .../2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ .../2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 52/2016), ενώ μόνη η τήρηση των ελάχιστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ., στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Επίσης, από το άρθρο 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους".
Κατά το άρθρ. 19 παρ. 1, " ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε" στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά την παρ. 2, " ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, κατά δε την παράγραφο γ), " ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, ...
κατά τις νυκτερινές ώρες...αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 1207/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 38 του ίδιου ως άνω Ν.2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι " οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται : ...α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν...
ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ'αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του" (ΑΠ 891/2020, ΑΠ 1304/2017). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 39 παρ.1 περ.α και β του ίδιου νόμου ορίζεται ότι ... ".
όλοι οι οδηγοί πρέπει να αποφεύγουν να συμπεριφέρονται με τρόπο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τους πεζούς...να σταματούν πριν από τη διάβαση ...όταν τα άτομα με μειωμένη κινητικότητα πρόκειται να διασχίσουν την οδό...να παραχωρούν προτεραιότητα στους πεζούς που ήδη χρησιμοποιούν ή εισέρχονται σε διάβαση...σε περίπτωση ανάγκης να διακόπτουν την πορεία του οχήματος τους ...".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 980/2021, ΑΠ 756/2021, ΑΠ 501/2021, ΑΠ 123/2021).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 953/2021, ΑΠ 756/2021, ΑΠ 258/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Η παραβίαση, δηλαδή, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται, υπό την επίκληση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1009/2021, ΑΠ 997/2021, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 42/2020). Ο από τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.
β' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 24/2022, ΑΠ 1220/2021, ΑΠ 816/2021, ΑΠ 1267/2020, ΑΠ 909/2020).
Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (ΑΠ 24/2022, ΑΠ 140/2021, ΑΠ 780/2020).
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 140/2021, ΑΠ 1250/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 44/2003, ΑΠ 1702/2001).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007,ΑΠ 44/2003). Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 301/2021, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/ 2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 88/2022 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού και της τραυματισθείσας θανάσιμα πεζής, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...
Στα Χανιά, στις 12-2-2016 και περί ώρα 18.55, ο πρώτος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναραισείων) Σπυρίδων Βολακάκης, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ΧΝΙ-7932 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, το οποίο κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγόμενη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρία, κινούνταν στο μέσον του ρεύματος πορείας του, με ταχύτητα άνω του νομίμου ορίου, περί τα 50 χιλιόμετρα την ώρα, επί της Εθνικής Οδού ...- Αεροδρομίου, με κατεύθυνση προς Χανιά.
Όταν έφτασε στο ύψος του 7ου χιλιομέτρου της ως άνω Εθνικής Οδού, παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα την Βασιλική, χήρα Εμμανουήλ Καραπατάκη, το γένος Ιωάννη Βογιατζάκη, η οποία διέσχιζε πεζή κάθετα το οδόστρωμα της παραπάνω Εθνικής Οδού, από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματός του, έχοντας πρόθεση να περάσει στην απέναντι πλευρά, ήτοι στο ρεύμα της οδού προς Αεροδρόμιο, όπου σε παρακείμενο δρόμο είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό της.
Στο ύψος αυτό η εν λόγω οδός είναι ευθεία, μετά από ελαφρά δεξιά (κατά την κατεύθυνση του ζημιογόνου οχήματος) στροφή, άσφαλτος, διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, διέρχεται εντός κατοικημένης περιοχής, έχει πλάτος στο ρεύμα πορείας του επίμαχου οχήματος 3,60 μ., βοηθητική λωρίδα και ασφάλτινο έρεισμα από την πλευρά αυτή (δεξιά) 2,27μ., (ήτοι συνολικό πλάτος οδοστρώματος άνω των 10μ), σημαίνεται δε οριζόντια με διπλή λευκή συνεχόμενη γραμμή και κάθετα με πινακίδα του Κ.Ο.Κ. (Ρ-32) ορίου ταχύτητας 30 χιλιόμετρα την ώρα, 130 μέτρα πριν το σημείο του ατυχήματος και (Κ-15 και Κ-16) προειδοποιητικών για τη διέλευση πεζών και παιδιών, λόγω σχολείων, γηπέδων αντίστοιχα, 130 μέτρα πριν το σημείο του ατυχήματος η πρώτη πινακίδα και 40 μέτρα η τελευταία, ενώ στο σημείο αυτό δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών ή φωτεινοί σηματοδότες, που να ρυθμίζουν την κυκλοφορία.
Αναφορικά με τις επικρατούσες συνθήκες την ως άνω χρονική στιγμή, ήταν καλοκαιρία, σούρουπο προς νύχτα, η ορατότητα απεριόριστη, φυσικός φωτισμός, μηδενική η κυκλοφορία πεζών και συχνή των οχημάτων (βλ. την από 12-2-2016 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Αρχιφύλακα Παρασκάκη Μιχαήλ και το από 13-2-2016 συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα άνευ κλίμακας του ίδιου και την από 4-4-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Γ.Πλοκαμάκη και Γ.Σπερελάκη πτυχ.
Ηλεκτρολόγων Μηχανικών που διορίστηκαν από τα αρμόδια προανακριτικά όργανα του Τμήματος Τροχαίας ..., κατά τη διενεργηθείσα αστυνομική προανάκριση). Ένεκα της σφοδρότητας της σύγκρουσης του αυτοκινήτου στο σώμα της πεζής και της αδράνειας του σώματος αυτής, καθώς όπως αποδείχθηκε η τροχοπέδηση επί του οχήματος από τον οδηγό του έγινε συγχρόνως με την πρόσκρουση, το σώμα της τελευταίας εκτοξεύτηκε επάνω στο καπό και το παρμπρίζ του αυτοκινήτου και στη συνέχεια κατέπεσε στο οδόστρωμα από την αριστερή πλευρά του οχήματος, δυο περίπου μέτρα μακριά από αυτό.
Δεδομένου δε ότι το όχημα εκινείτο στο μέσον της λωρίδας του και η σύγκρουση έγινε στο μέσον του αριστερού ημίσεος του οχήματος, συνάγεται ότι η παθούσα είχε διανύσει τα 2/3 του πλάτους του ρεύματος κυκλοφορίας προς Χανιά. Αμέσως μετά το ατύχημα, η παραπάνω πεζή διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο ..., όπου και απεβίωσε κατά τη διάρκεια του χειρουργείου στο οποίο υποβλήθηκε εξαιτίας των κακώσεων που υπέστη από το ατύχημα, από αιμορραγική καταπληξία λόγω κακώσεων των αγγείων της πυέλου (βλ.
τη με αριθμό πρωτοκόλλου 96/2016 και ημερομηνία 14-3-2017 ιατροδικαστική έκθεση), ως μόνης ενεργούς αιτίας. Όπως δε προκύπτει από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ο εναγόμενος οδηγούσε το όχημά του πλημμελώς, ήτοι με ταχύτητα τουλάχιστον 50 χιλιομέτρων την ώρα και χωρίς τη δέουσα προσοχή, παρότι γνώριζε ως κάτοικος όμορης περιοχής, ότι εκινείτο εντός κατοικημένης περιοχής, με κατώτατο όριο ταχύτητας, όπου η διέλευση πεζών ήταν συχνή, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως την κινούμενη στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας του πεζή, με κατεύθυνση από τα δεξιά του προς τα αριστερά του, αλλά όλως αιφνιδίως, ενώ αυτή είχε διασχίσει τα 2/3 του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, ήτοι από απόσταση το πολύ 10 μ. (βλ.
την απολογία του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, όπου προσδιορίζει την απόσταση αυτή στα 10-15μ., ενώ στην κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στα 5μ.) αν και είχε ανεμπόδιστη ορατότητα από απόσταση τουλάχιστον 30μ., και να προσκρούσει στο σώμα της με αμείωτη ταχύτητα, αφού δεν επιχείρησε κανένα αποφευκτικό ελιγμό.
Από κανένα δε αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η ορατότητα του εναγομένου οδηγού περιορίστηκε από τον ελαττωμένο φυσικό φωτισμό σε συνδυασμό με το σκουρόχρωμο ρουχισμό της πεζής, καθότι όπως αποδείχθηκε από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Μαμαλάκη Μαρίας στο ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου, η οποία έφτασε στον τόπο του ατυχήματος κατόπιν τούτου και πριν την διακομιδή της παθούσας στο νοσοκομείο, ήταν σούρουπο και όχι νύχτα, ήταν αναμμένα τα μεσαία φώτα πορείας του οχήματος του εναγομένου καίτοι εκ περισσού καθώς η μάρτυς δεν χρειάστηκε να ανάψει τα φώτα πορείας του δικού της οχήματος, τα δε φώτα του δημοτικού φωτισμού άναψαν 15 λεπτά μετά το ατύχημα, κατά τον αυτοματοποιημένο προγραμματισμό τους να ανάβουν την ώρα που νυχτώνει.
Σύμφωνα με τα ως άνω, ο πρώτος εναγόμενος, κατά την οδήγηση του οχήματος του, δεν κατέβαλε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις (άρθρο 330 ΑΚ), ήτοι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να μπορεί να ελέγχει σε κάθε στιγμή το όχημα που οδηγούσε, κατά παράβαση του άρθρου 12 του Ν. 2696/1999 (Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας), καθόσον δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του στο ανώτατο επιτρεπτό όριο των 30 χιλιομέτρων ανά ώρα, σύμφωνα με την πινακίδα του Κ.Ο.Κ. (Ρ-32) που υπήρχε στην κατεύθυνσή του 130 μέτρα πριν το σημείο του ατυχήματος, λαμβάνοντας υπόψιν και ότι η οδός διέρχεται από κατοικημένη περιοχή, ώστε να δύναται να ενεργήσει τον ενδεδειγμένο αποφευκτικό ελιγμό προ οιουδήποτε εμποδίου επί της πορείας του, όπως μπορούσε και όφειλε να προδεί, αλλά συνέχισε να κινείται με την ίδια αυξημένη ταχύτητα στο μέσον της λωρίδας κυκλοφορίας του.
Τούτο είχε ως αποτέλεσμα, όταν η πεζή Βασιλική Καραπατάκη παρενεβλήθη στην πορεία του, διασχίζοντας κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού στην οποία αυτός κινούνταν, από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, ο εναγόμενος δεν κατέστη δυνατόν να την αντιληφθεί εγκαίρως, αλλά την είδε αιφνιδίως μπροστά του, όταν αυτή είχε διασχίσει ήδη τα 2/3 του οδοστρώματος, έτσι ώστε δεν είχε πλέον την δυνατότητα να διενεργήσει ουδένα αποφευκτικό ελιγμό, όπως διακοπή της κίνησης με τροχοπέδηση ή ελιγμό προς τα δεξιά, προκειμένου να κινηθεί στο ελεύθερο επαρκές τμήμα του οδοστρώματος (τουλάχιστον 3μ.), αλλά επέπεσε με αμείωτη ταχύτητα περί τα 50 χιλιόμετρα την ώρα στην πεζή παρασύροντας αυτήν με τα προαναφερόμενα αποτελέσματα.
Εάν δε τηρούσε τους κανόνες επιμελούς οδήγησης είναι βέβαιο ότι το ατύχημα θα αποφεύγετο. Από κανένα δε αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η θανούσα ευθύνεται για το θανάσιμο τραυματισμό της, ούτε ότι πριν επιχειρήσει να διασχίσει κάθετα την ως άνω οδό, δεν έλεγξε επισταμένα αν μπορούσε να πράξει τούτο με ασφάλεια, είχε δε επίγνωση ότι ήταν ορατή λόγω του φυσικού φωτός που επικρατούσε παρά τον σκουρόχρωμα ρουχισμό που έφερε από τα διερχόμενα οχήματα και του ορίου ταχύτητας που οφείλουν αυτά να κινούνται.
Εξάλλου, το ατύχημα συνέβη ενώ αυτή είχε διασχίσει το μεγαλύτερο τμήμα του οδοστρώματος και ότι πίσω της άφηνε υπήρχε ελεύθερο επαρκές οδόστρωμα, έτσι ώστε εάν ο εναγόμενος επιδείκνυε την δέουσα προσοχή κατά την οδήγηση θα μπορούσε ευχερώς να την αποφύγει κινούμενος δεξιότερα εντός του ρεύματος πορείας του, από το τουλάχιστον τριών μέτρων πλάτους (συμπεριλαμβανομένου και του ερείσματος άνω των 5 μέτρων) ελεύθερο οδόστρωμα.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, αποκλειστικός υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου πρώτος εναγόμενος, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της κατ' άρθρο 300 ΑΚ, ένστασης των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων) περί συνυπαιτιότητας της θανούσας στην επέλευση του ατυχήματος, η οποία επαναφέρεται με την υπό στοιχ.
Α έφεσή τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας αντιθέτως ως προς την βαρύνουσα την θανούσα συνυπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος της υπό στοιχ. Β έφεσης των εναγόντων πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος, απορριπτομένου ως ουσία αβασίμου του αντίστοιχου λόγου της υπό στοιχ.Α εφέσεως, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το εκκληθέν αυτής κεφάλαιο της με αριθ.
καταθ. Μει 475/15-12-2016 αγωγής και να απορριφθεί η προβληθείσα από τους εναγόμενους ένσταση συνυπαιτιότητας της θανούσας...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Κρήτης απέρριψε κατ' ουσίαν την από 14-8-2020 (αριθμ. έκθ. κατ. ΕΦ101/2020) έφεση των εναγομένων-εκκαλούντων, ήδη αναιρεσειόντων, και δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 1-9-2020 (αριθμ.
έκθ. κατ. ΕΦ112/2020) έφεση των εναγόντων- εκκαλούντων, ήδη αναιρεσίβλητων και, μετ'εξαφάνιση της εκκαλούμενης υπ' αριθμ. 78/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... [που είχε συνεκδικάσει την από 12-12-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων με την από 3-11-2016 αγωγή άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, και είχε δεχθεί συνυπαιτιότητα της πεζής στην επέλευση του ατυχήματος], κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και τον κατ' αυτόν τραυματισμό της πεζής, συγγενούς των εναγόντων, ήταν ο πρώτος εναγόμενος, ήδη δεύτερος αναιρεσείων, δέχθηκε εν μέρει την από 12-12-2016 (αριθμ.
έκθ. κατ. Μει475/2016) ως άνω αγωγή των αναιρεσίβλητων ως κατ'ουσίαν βάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297,298,330 και 914 ΑΚ, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1,2 του Κ.Ο.Κ, και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2,4 περ. δ και ε' του Κ.Ο.Κ., οι οποίες δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω, δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της έννοιας της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού των ήδη αναιρεσειόντων, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας της πεζής. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β'του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι ουδόλως αναφέρονται σ' αυτόν ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, καθώς και για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας ποιου κανόνα δικαίου έπρεπε αυτά να χρησιμοποιηθούν και εσφαλμένα δεν χρησιμοποίησε το δικαστήριο της ουσίας.
Επίσης, το Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και του Κ.Ο.Κ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και του επελθόντος αποτελέσματος (του θανάσιμου τραυματισμού της πεζής), καθώς και ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού και την έλλειψη συνυπαιτιότητας της πεζής, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο οδηγός του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα: α) με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο οδηγός του αυτοκινήτου, οδηγούσε το όχημά του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ασκεί τον επιβαλλόμενο έλεγχο και εποπτεία του, καθόσον δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του στο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 30 χιλιομέτρων ανά ώρα, σύμφωνα με την πινακίδα του Κ.Ο.Κ. (Ρ-32) που υπήρχε στην κατεύθυνσή του 130 μέτρα πριν το σημείο του ατυχήματος και τις προειδοποιητικές πινακίδες (Κ-15 και Κ-16) για τη διέλευση πεζών και παιδιών, λόγω σχολείων, γηπέδων αντίστοιχα, ώστε να δύναται να ενεργήσει τον ενδεδειγμένο ελιγμό προ οποιουδήποτε εμποδίου επί της πορείας του, αλλά συνέχισε να κινείται με αυξημένη ταχύτητα, τουλάχιστον 50 χιλιομέτρων την ώρα, παρότι γνώριζε, ως κάτοικος όμορης περιοχής, ότι εκινείτο εντός κατοικημένης περιοχής, με κατώτατο όριο ταχύτητας, όπου η διέλευση πεζών ήταν συχνή, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως την κινούμενη στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας του πεζή, διασχίζοντας κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού, στην οποία αυτός εκινείτο, με κατεύθυνση από τα δεξιά του προς τα αριστερά, αλλά την είδε αιφνιδίως μπροστά του, όταν αυτή είχε διασχίσει τα 2/3 του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, ήτοι από απόσταση το πολύ 10 μέτρων, αν και είχε ανεμπόδιστη ορατότητα από απόσταση τουλάχιστον 30 μέτρων, με αποτέλεσμα να προσκρούσει στο σώμα της, με αμείωτη ταχύτητα, χωρίς να επιχειρήσει κανέναν αποφευκτικό ελιγμό, όπως με τροπέδηση ή ελιγμό προς τα δεξιά, όπου υπήρχε επαρκές ελεύθερο οδόστρωμα, τουλάχιστον 3 μέτρων πλάτους (συμπεριλαμβανομένου και του ερείσματος άνω των 5 μέτρων), ενώ, επιπλέον, η ορατότητα του οδηγού δεν περιορίστηκε από τον ελαττωμένο φυσικό φωτισμό σε συνδυασμό με τον σκουρόχρωμο ρουχισμό της πεζής, β) η δε πεζή δεν ευθύνεται για το θανάσιμο τραυματισμό της, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι δεν έλεγξε επισταμένα, πριν επιχειρήσει να διασχίσει κάθετα την ως άνω οδό, στην οποία δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών ή φωτεινοί σηματοδότες, ενώ είχε επίγνωση ότι ήταν ορατή, λόγω του φυσικού φωτισμού που επικρατούσε, από τα διερχόμενα οχήματα και του ορίου ταχύτητας που οφείλουν αυτά να κινούνται, όταν δε συνέβη το ατύχημα είχε διασχίσει το μεγαλύτερο τμήμα του οδοστρώματος και πίσω της υπήρχε ελεύθερο επαρκές οδόστρωμα, έτσι ώστε εάν ο οδηγός του αυτοκινήτου επιδείκνυε τη δέουσα προσοχή κατά την οδήγηση θα μπορούσε ευχερώς να την αποφύγει, κινούμενος δεξιότερα του ρεύματος πορείας του.
Οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο πλήττουν απαραδέκτως την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία είναι σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του 559 ΚΠολΔ, στο σύνολό του, είναι απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021, ΑΠ 50/2020).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 380/2023, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε τα νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα και ειδικότερα: α) τη με χρονολογία 12 Φεβρουαρίου 2016 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το συνημμένο από 13-2-2016 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας ..., β)τη με χρονολογία 13 Φεβρουαρίου 2016 προανακριτική εξέταση του κατηγορουμένου- δεύτερου αναιρεσείοντος Σπυρίδωνα Βολακάκη, γ) τη με χρονολογία 17 Φεβρουαρίου 2016 υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος του δεύτερου αναιρεσείοντος, δ) την από 4-4-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Τροχαίας ..., ε) το από 5-4-2016 Δελτίο Αδικημάτων- Συμβάντων της Τροχαίας ..., στ) 6 σελίδες με φωτογραφίες της Τροχαίας ..., με τη σελίδα 6, όπου απεικονίζονται τα μαύρα ρούχα της θανούσας, ζ)την από 17-3-2016 προανακριτική εξέταση της μάρτυρος Άννας Λυβιάκη, η) την από 17-3-2016 προανακριτική εξέταση της μάρτυρος Μαρίας Μαμαλάκη, θ) 4 φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος με τις ανύπαρκτες συνθήκες φωτισμού, ι) 9 φωτογραφίες του υπ' αριθμ.
ΧΝΙ- 7932 αυτοκινήτου, ια) 4 έγχρωμες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, με τη δεξιά καμπή του οδοστρώματος στην πορεία του ΙΧ, σε συνθήκες νύχτας, με ανεπαρκή φωτισμό, ιβ) την από 14-3-2017 ιατροδικαστική έκθεση- νεκροψία- νεκροτομή του ιατροδικαστή Αντωνίου Παπαδομανωλάκη, ιγ) αντίγραφο της ιστοσελίδας weatheronline.gr, ιδ) αντίγραφο της ιστοσελίδας Advancedconverter.com και ιε) τα υπ' αριθμ. 78/2020 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., τα οποία (έγγραφα), κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, εάν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο θα κατέληγε στο εντελώς αντίθετο πόρισμα, ότι δηλαδή ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον οδηγό του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, αλλά υπαίτια άλλως συνυπαίτια του ένδικου ατυχήματος και του εξ αυτού επελθόντος αποτελέσματος τυγχάνει η πεζή. Όπως, όμως, προκύπτει από την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαβεβαίωση ότι "από την ανωμοτί εξέταση των διαδίκων και δη της πρώτης ενάγουσας (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) και του πρώτου εναγομένου ...(ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος), στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης, από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα εκ των οποίων μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, χωρίς, ωστόσο, να παραλείπεται κάποιο από αυτά κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), οι ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα της προδικασίας και της κύριας ποινικής διαδικασίας καθώς και η απολογία του κατηγορουμένου, που υπάρχουν στη σχηματισθείσα για το ένδικο συμβάν ποινική δικογραφία και η σχετική με αυτή απόφαση του ποινικού δικαστηρίου (...) σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) αποδεικνύονται τα εξής", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί των συνθηκών τέλεσης του ένδικου ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του δεύτερου αναιρεσείοντος, οδηγού του αυτοκινήτου, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, με την επισημείωση ότι στη προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά και περιγράφονται τα συναγόμενα από τα εν λόγω έγγραφα συμπεράσματα και ειδικότερα:
α) στη σελίδα 10 γίνεται ρητή αναφορά στην από 12-2-2016 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Αρχιφύλακα Παρασκάκη Μιχαήλ, στο από 13-2-2016 συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα άνευ κλίμακας του ίδιου και στην από 4-4-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Γ. Πλοκαμάκη και Γ. Σπερελάκη, β) στη σελίδα 11 γίνεται αναφορά στη με αριθμό πρωτοκόλλου 96/2016 και ημερομηνία 14-3-2017 ιατροδικαστική έκθεση, γ) στη σελίδα 12 μνημονεύεται η ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Μαρίας Μαμαλάκη.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ`του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δηλ. της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Η, δια του ερευνώμενου δε λόγου, προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω νομική σκέψη.
Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου επί θανατώσεως το βαθμό συγγένειας, την ηλικία του θύματος), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (άρθρο 932 ΑΚ).
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζόμενη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.
Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.
ΑΠ 9/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσίβλητων από τον επελθόντα θάνατο της συγγενούς τους, συνεπεία του τραυματισμού της κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον εξ αυτού, επελθόντα θάνατό της, επιπλέον των παραδοχών που αναφέρονται παραπάνω, ως προς τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, δέχθηκε ανέλεγκτα, κατά την εκτίμηση των κριτηρίων για τον προσδιορισμό των ποσών αυτών, τα ακόλουθα: "...
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η Βασιλική Καραπατάκη, γεννηθείσα το έτος 1947, διήγε κατά το χρόνο του θανάσιμου τραυματισμού της ένεκα του ένδικου ατυχήματος το 69° έτος της ηλικίας της, ήταν σε καλή φυσική κατάσταση και δραστήρια σωματικά και πνευματικά, οδηγούσε, είχε αναλάβει την φροντίδα των εγγονών της, και απολάμβανε χόμπυ στη φύση που απαιτούσε σωματική δραστηριότητα.
Ήταν μητέρα των πρώτης και δεύτερης των εναγουσών (ήδη 1ης και 2ης των αναιρεσίβλητων) της με αριθ. καταθ. Μει 475/15-12-2016 αγωγής, γιαγιά των τρίτης, τέταρτης, πέμπτου, έκτου, έβδομης και όγδοου των εναγόντων (ήδη 3ης, 4ης, 5ου, 6ου, 7ης και 8ου των αναιρεσίβλητων), αδερφή των ένατης και δέκατου των εναγόντων (ήδη 9ης και 10ου των αναιρεσίβλητων) ... (βλ.
πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών, πιστοποιητικά και βεβαιώσεις οικογενειακής κατάστασης). Οι ως άνω ενάγοντες συνδέονταν με αμοιβαία αγάπη και στενούς ψυχικούς δεσμούς με τη θανούσα και δοκίμασαν μεγάλη θλίψη και πόνο, από το θάνατο της μητέρας τους, γιαγιάς τους και αδερφής τους αντίστοιχα. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, το βαθμό της συγγενικής σχέσης των εναγόντων με τη θανούσα, την ηλικία της, το είδος της βλάβης (θάνατος), την ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού άλγους των ως άνω εναγόντων, το βαθμό της συναισθηματικής τους σύνδεσης, το είδος και το βαθμό της υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος (πρώτου εναγόμενου, ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος), την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων (εκ των οποίων ο πρώτος κυρίως εναγόμενος είναι συνταξιούχος στρατιωτικός, με ετήσια εισοδήματα που δεν προσδιορίστηκαν, πλην της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική), τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και γενικά όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία, κρίνεται ότι για την απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν οι ενάγοντες δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, η οποία καθορίζεται :
α) στο ποσό των 60.000 ευρώ για εκάστη θυγατέρα, ήτοι για την πρώτη και τη δεύτερη των εναγουσών ..., β) στο ποσό των 40.000 ευρώ για έκαστο εγγονό, ήτοι για τους τρίτη, τέταρτη, πέμπτο, έκτο, έβδομη και όγδοο των εναγόντων ... και γ) στο ποσό των 30.000 ευρώ για έκαστο αδερφό και αδελφή, ήτοι για τους ένατη και δέκατο των εναγόντων....
Τα ποσά αυτά είναι ανάλογα με τις άνω περιστάσεις και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 2,9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης ...". Καθορίζοντας το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, τη χρηματική ικανοποίηση για τη ψυχική οδύνη των αναιρεσίβλητων στα παραπάνω ποσά, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, που ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015)., ούτε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του ΑΚ, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στους προαναφερθέντες αναιρεσίβλητους, για την προεκτεθείσα αιτία, τα παραπάνω ποσά, τα οποία, όμως, είναι, κατ' αυτούς (αναιρεσείοντες), δυσαναλόγως μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-12-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 42/13-12-2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 88/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ