Legislator Case Law & Legislation
215/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and improper challenge to uncontrollable facts.

Case Number 215/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to appeal the first-instance and appellate court decisions regarding property ownership. The appellants argued for a retrial based on alleged procedural errors and new evidence, but the court found their grounds vague and an attempt to re-evaluate facts already decided. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it sought to challenge the uncontrollable judgment on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 560, 561, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if grounds are vague or attempt to re-evaluate facts already decided by the court of first instance.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds uncontrollable judgment property ownership Code of Civil Procedure retrial request procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 560 number 6 of the Code of Civil Procedure
Article 561 number 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 215 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 215/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Γ., χήρα Π. Κ., κατοίκου ..., του Δήμου ..., 2) Κ. Κ. του Π. και Γ., κατοίκου ..., 3) Κ. Σ. του Π. και Γ., κατοίκου ..., 4) Θ. Κ. του Κ. και Σ., κατοίκου ..., 5) Α. Κ. του Κ. και Σ., κατοίκου ..., 6. Της Σ. Χ. του Ι. και της ..., κατοίκου ..., 7) Ζ. Κ. του Ν., συζ. Α. Μ., κατοίκου ..., 8) Χ. Κ. του Ν., συζ. ..., κατοίκου ..., 9) Δ. χήρας Χ. Κ., το γένος Ν. και Ε. Ε., κατοίκου ..., 10) Κ. Κ. του Χ. και της ..., κατοίκου ..., 11) Σ. Κ. του Χ. και της ..., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ασπασία Σιούτα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Π. και Ε., 2) Ε. συζ. Ι. Κ., το γένος ... και ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Ατζέμη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-8-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 552, 553 και 564 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι εάν η κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται τόσον η απόφαση του Εφετείου, αλλά μόνον ως προς την από αυτήν απόρριψη της έφεσης για τυπικούς λόγους, εφόσον υπάρχει σύμφωνα με το νόμο προβλητή ως προς αυτήν πλημμέλεια, όσον και η πρωτόδικη οριστική απόφαση ως προς τα από αυτή κριθέντα στην ουσία, καθόσον αυτή καθίσταται τελεσίδικη ως προς αυτά, με την έκδοση της απορρίπτουσας για τυπικούς λόγους την έφεση απόφασης (ΑΠ 1000/2009, 1158/1980). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, αν η αναίρεση πλήττει την απόφαση του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία και των δύο δικαστηρίων, άλλως είναι απαράδεκτη ως προς την απόφαση του δικαστηρίου στη γραμματεία του οποίου δεν κατατέθηκε (ΑΠ 1995/2022, ΑΠ 129/2022, ΑΠ 1762/2017, 617/2014).

Στη προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη από 12-8-2021 αίτηση, διώκεται η αναίρεση τόσο της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία έγινε δεκτή η κατά των ήδη αναιρεσειόντων από 1/11/2017 διεκδικητική αγωγή κυριότητας ακινήτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, όσον και της υπ' αριθμ. ... απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης από 17/9/2019 έφεση (μετά των προσθέτων λόγων της) των ήδη αναιρεσειόντων. Η αίτηση αυτή, που έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), με την κατάθεση της στις γραμματείες αμφοτέρων των ως άνω δικαστηρίων, είναι επομένως (σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, και εφόσον βάλλει κατά μεν της δευτεροβάθμιας απόφασης για την απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης και κατά της πρωτοβάθμιας για τα από αυτή κριθέντα στην ουσία) παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Α. Κατά της δευτεροβάθμιας απόφασης.

Από το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, το οποίο καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, προκύπτει ότι στους λόγους αναίρεσης δεν περιέχεται λόγος αντίστοιχος προς τον με αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Οι προβλεπόμενες από τη διάταξη αυτή πλημμέλειες της παρά το νόμο κήρυξης ή μη ακυρότητας, έκπτωσης από δικαίωμα ή απαραδέκτου, επομένως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης κατά απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου (ΟλΑΠ 45/1987). Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, συνεπώς, σύμφωνα με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και επομένως υπέπεσε στη πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1690/2011, 744/2009, 1945/2009).

Κατά τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ.

Α.Π 9/1997, Α.Π 625/2008, Α.Π 328/2008). Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π 25/2003, Α.Π 1286/2022, Α.Π 19/2021, Α.Π 37/2008, Α.Π 2102/2007), είτε ρητά, είτε εκ του πράγματος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Α.Π 229/14, 117/13), όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1434/10).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο εκ του άρθρου 560 αρ. 5 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό τους περί του ότι η πληρεξουσία δικηγόρος τους κατά την άσκηση της έφεσης είχε καταθέσει το προβλεπόμενο για τη διαδικαστική αυτή πράξη γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, το οποίο και είχε προσκομίσει στο Δικαστήριο.

Ωστόσο ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον εν λόγω προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεχόμενο τα αντίθετα, απορρίπτοντας ως εκ του λόγου αυτού την έφεση ως απαράδεκτη.

Β. Κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.

Ο εκ του άρθρου 560 αρ. 5 (ταυτόσημος με εκείνο εκ του 559 αρ. 8) Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όπως προαναφέρθηκε, και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 739/2011, 1147 και 1399/2017) και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης του, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός (ΑΠ 555/2019), επίσης πρέπει να αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός θα ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 387/2019, 1593/2017) και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 712/2016, 1277/2015, 739/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση αποδίδεται στην προσβαλλομένη, παραβίαση του άρθρου 560 αρ. 5 Κ.Πολ.Δ, χωρίς όμως να παρατίθεται στο αναιρετήριο ο αποτελών "πράγμα", υπό την ως άνω έννοια, ισχυρισμός, όπως αυτός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε ο λόγος για τον οποίο θα ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε ποιες είναι οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση, ώστε ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκ του άρθρου 560 αρ.5 Κ.Πολ.Δ., κρίνεται απορριπτέος ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (αρ. 1 του άρθρου 560 ταυτόσημος με εκείνο του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής.

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ). Εξάλλου η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ.Α.Π 27/1998, 32/1996).

Με το λόγο δε αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 849/2007). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο εκ του άρθρου 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 399, 1033, 1072, 1094, 1192, 1198 του ΑΚ, δεχόμενο την έλλειψη ιδίας κυριότητος των ιδίων και την κυριότητα των εναγόντων επί του επιδίκου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν (πέραν τινών μικρών αποσπασμάτων) οι πλήρεις παραδοχές του Δικαστηρίου, με τις οποίες εχώρησε η προβαλλόμενη από τους αναιρεσείοντες παραβίαση των ως άνω διατάξεων, έτσι ώστε να είναι δυνατός ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος.

Πέραν δε τούτου, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν πραγματικών περιστατικών αλλά στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για ελλειπείς αιτιολογίες από τον (ταυτόσημο με τον αρ. 19 του άρθρου 559) αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει, εκτός άλλων και τις πλήρεις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης.

Διαφορετικά, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, για εκ πλαγίου παραβίαση επικαλούμενων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, λόγω μη επαρκούς αιτιολογίας αναφορικά με το ίδιο ως άνω θέμα της επί του επιδίκου κυριότητας.

Ωστόσο και ο λόγος αναίρεσης αυτός είναι απαράδεκτος πρωτίστως ως αόριστος, αφού και πάλι δεν εκτίθενται σ' αυτόν μετά πληρότητος οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης. Πέραν τούτου και πάλι όλες οι αιτιάσεις, που προβάλλονται και αφορούν τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς των αιτούντων, που όμως δεν έγιναν δεκτοί από το Δικαστήριο της ουσίας, την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα οποία στήριξε το παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στις διατάξεις του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ και της αναιρετικής πλημμέλειας της εκ πλαγίου παραβίασης των επικαλούμενων ουσιαστικών διατάξεων, οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ), με επαναξιολόγηση των αποδείξεων και καλύτερη κατά την άποψη τους, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού.

Τέλος με τον τέταρτο και τελευταίο εκ του άρθρου 560 αρ. 5 του Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό τους περί ύπαρξης δεδικασμένου καθόσον αφορά τη νομή και την εντεύθεν κυριότητα τους εκ της υπ' αριθμ. ...

απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία είχε απορριφθεί αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων νομής κατ' αυτών. Ωστόσο και ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον εν λόγω προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος δεχόμενο τα αντίθετα, όπως εξάλλου διαλαμβάνεται και στο αναιρετήριο από τους ίδιους τους αιτούντες, που ρητά αναφέρουν ότι τον εν λόγω ισχυρισμό το Δικαστήριο "δεν τον έκανε δεκτό", θεωρώντας προφανώς και αυτοί ότι τον έλαβε υπόψη.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που υπέβαλλαν και προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αναίρεσης, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-8-2021 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Ειρηνοδικείου ... και της υπ' αριθμ. ... απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου ... Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ