Legislator Case Law & Legislation
215/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court's failure to rule on second request regarding investment income distribution.

Case Number 215/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's decision, which had accepted only the first part of the appellant's request. The appellant argued the lower court omitted a ruling on the second request concerning the annual distribution of investment income instead of dividends. The court rejected this claim as unnecessary because the acceptance of the principal sum's capitalization logically necessitates the distribution of its interest for charitable purposes.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(9)(c) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court's partial decision on the main request renders a separate ruling on the secondary request logically unnecessary.

Keywords

AI generated
appeal admissibility partial judgment logical necessity investment income distribution charitable purpose capitalization of principal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559(9)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 215 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 215/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΕΙΟ ΙΔΡΥΜΑ (Δωρεά Θεμιστοκλέους Παναγ. Λαμπρόπουλου)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ιατρού, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ιδρύματος με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟ - ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΠΙΔΑ - ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΦΙΛΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Στεργιόπουλο, ενώ το 2ο και το 3ο δεν παραστάθηκαν.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2) Υπουργούς Οικονομικών και Υγείας, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2017 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 17-10-2017 και 25-1-2018 κύριες παρεμβάσεις των ήδη 1ου και 2ου των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, καθώς και με την διά των από 6-3-2018 προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 3ου αναιρεσιβλήτου.

Εκδόθηκε η 4479/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-6-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και το 1ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 4601Ε και 4599 Ε/7.10.2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε. Κ. Λ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 5.6.2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 501/2019 αιτήσεως για αναίρεση της 4479/2018 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της αιτήσεως αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (2.10.2020), επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στο δεύτερο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟ - ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ" και στο τρίτο αναιρεσίβλητο σωματείο, με την επωνυμία "ΕΛΠΙΔΑ - ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΦΙΛΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ", αντίστοιχα, με κλήση προς συζήτηση προς αυτά να παραστούν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως κατά την ορισθείσα παραπάνω δικάσιμο.

Κατ' αυτήν, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, το δεύτερο και το τρίτο των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τις διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Συνεπώς, εφ' όσον αυτά έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους. Σημειώνεται ότι ακριβή αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκαν, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, και στους Υπουργούς Οικονομικών και Υγείας, καθώς επίσης και στο Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, όπως τούτο προκύπτει από τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. 4602Ε,4603Ε/7.10.2019 και 4618Ε/8.10.2019 εκθέσεις επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή.

Με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως διώκεται, όπως προαναφέρθηκε, η αναίρεση της 4479/2018 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία, κατ' επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Το αιτούν και ήδη αναιρεσείον με την από 27.3.2017 αίτησή του, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εξέθετε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

Ο αποβιώσας, το έτος 1986, Θ. Λ. του Π., με την …/….10.1975 δημόσια διαθήκη του, συνέστησε το αιτούν κοινωφελές ίδρυμα, με την επωνυμία "Λαμπροπούλειο ίδρυμα", που εγκρίθηκε με το, νομίμως δημοσιευθέν, από 30.11.1991 Προεδρικό Διάταγμα. Σύμφωνα με τη διαθήκη, κατέλειπε 100.000 κοινές και 10.000 προνομιούχες μετοχές της εταιρίας, με την επωνυμία "Αδελφοί Λαμπρόπουλοι α.β.ε.ε.", υπό τον όρο του αναπαλλοτρίωτου και όρισε ότι το ίδρυμα έχει σκοπό να διαθέτει τα έσοδα από τα μερίσματα των καταλειφθεισών σ' αυτό μετοχών προς εξυπηρέτηση των σκοπών που ορίζονται στη διαθήκη και οι οποίοι συνίστανται στην παροχή κάθε χρόνο:

α) του 25% των εσόδων στο Ελληνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο (Ε.Α.Ι.) για να διατίθενται από αυτό στους αγαθοεργούς σκοπούς του, β) του 25% των εσόδων στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό για να διατίθενται από αυτόν στους αγαθοεργούς σκοπούς του, γ) του 40% των εσόδων στους υπαλλήλους της εταιρείας, με την επωνυμία "Αδελφοί Λαμπρόπουλοι α.β.ε.ε." και δη σε όσους έχουν ανάγκη ιδιαίτερης οικονομικής ενισχύσεως και δ) του υπόλοιπου 10% των εσόδων σε αγαθοεργούς σκοπούς, κατά την κρίση της διοικήσεως του ιδρύματος.

Ακόμη, ο διαθέτης όρισε ότι το συνιστώμενο ίδρυμα θα διοικείται από διοικητική επιτροπή που θα την αποτελούν τα ειδικώς μνημονευόμενα πρόσωπα. Λόγω διαδοχικών κεφαλαιοποιήσεων της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας και αντικαταστάσεως των μετοχών, το αιτούν ίδρυμα, μετά το θάνατο του διαθέτη, απέκτησε 2.888.544 κοινές μετοχές.

Το 2001 η ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Αδελφοί Λαμπρόπουλοι α.β.ε.ε." απορροφήθηκε από την ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Notos com συμμετοχές α.ε.". Λόγω της απορροφήσεως και διαγραφής από το Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της εταιρίας "Αδελφοί Λαμπρόπουλοι α.β.ε.ε.", κατέστη αδύνατη η πραγματοποίηση του σκοπού του ιδρύματος κατά το μέρος που προέβλεπε την παροχή του 40% από τα έσοδα των καταλειφθεισών σ' αυτό μετοχών, κάθε χρόνο, στους υπαλλήλους της εταιρίας αυτής, ως επίσης κατέστη αδύνατη και η εκπλήρωση της βουλήσεως του διαθέτη και ιδρυτή, σύμφωνα με τον αντίστοιχο όρο της προαναφερόμενης δημόσιας διαθήκης του.

Για το λόγο αυτό, με αίτηση της απορροφούσας εταιρίας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7821/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία βεβαιώθηκε ότι η βούληση του διαθέτη δεν μπορεί να εκπληρωθεί και ότι μπορεί να ικανοποιηθεί με την παροχή του 40% από τα έσοδα του αιτούντος ιδρύματος, κάθε έτος, στους υπαλλήλους της εταιρίας "Notos com συμμετοχές α.ε.".

Το έτος 2007 η ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Τραμουντάνα II Συμμετοχών Α.Ε." εξαγόρασε όλες τις μετοχές της εταιρίας "Notos com συμμετοχές α.ε." και έκτοτε την περιουσία του ιδρύματος αποτελεί το ληφθέν τίμημα αυτών, ύψους 8.376.066,40 ευρώ, που έχει κατατεθεί σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς. Μετά την εξαγορά των μετοχών, με την από 20.8.2007 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της εταιρίας "Notos com συμμετοχές α.ε." αποφασίστηκε η συγχώνευσή της με απορρόφηση από την εταιρία "Τραμουντάνα II Συμμετοχών Α.Ε." και με την …/2007 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Πετροπούλου καταρτίστηκε η σύμβαση συγχωνεύσεως, η οποία, εγκριθείσα με την 15298/2007 απόφαση του Υφυπουργού Αναπτύξεως, δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 10219/5.9.2007 Φ.Ε.Κ. (τεύχος Α.Ε.

και Ε.Π.Ε.), οπότε η εταιρία "Notos com συμμετοχές α.ε." διαγράφηκε από το Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών. Συγχρόνως εκδόθηκε η, καταστάσα ήδη αμετάκλητη, υπ' αριθμ. 6402/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή τριτανακοπή, ασκηθείσα από το αιτούν, κατά της υπ' αριθμ. 7821/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε ότι η βούληση του διαθέτη για την παροχή του ποσοστού 40% προς τους υπαλλήλους της "Αδελφοί Λαμπρόπουλοι α.β.ε.ε." ικανοποιείται πληρέστερα με τη διάθεση τούτου, κατά μεν το 20% υπέρ του Ε.Α.Ι., κατά δε το 20% υπέρ του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.

Δια του από 20.5.2011 προεδρικού διατάγματος εγκρίθηκε η τροποποίηση του Οργανισμού του ιδρύματος και ορίστηκε ότι περιουσία αυτού αποτελούν οι αναφερόμενες τραπεζικές καταθέσεις, συνολικού ύψους 9.223.494,44 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται: α) το ποσό των 8.376.066,40 ευρώ, που αποτελεί το τίμημα εξαγοράς των μετοχών και β) το ποσό των 374.985,11 ευρώ, που αναλογεί στο 40% των εσόδων (τόκων), που προέκυψαν τα έτη (χρήσεις) 2008, 2009 και 2010 και το οποίο, σύμφωνα με τον τότε ισχύοντα κανονισμό του ιδρύματος, έπρεπε να έχει διατεθεί στους υπαλλήλους της εταιρίας "Αδελφοί Λαμπρόπουλοι α.β.ε.ε.", καθώς τότε είχε ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 7821/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που όριζε την παροχή του ιδίου ως άνω ποσοστού σε υπαλλήλους της εταιρίας "Notos com συμμετοχές α.ε." και δεν είχε εγκριθεί η τροποποίηση του αντίστοιχου άρθρου του Οργανισμού του, σύμφωνα με την 6402/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δεν είχε καταστεί τότε αμετάκλητη, καταστάσα τοιαύτη με την πάροδο τριετίας από την έκδοσή της, δηλαδή, στις 27.9.2010.

Ότι το παραπάνω υπό στοιχ. β' ποσό παραμένει αδιάθετο, λόγω μη υπάρξεως σχετικής προβλέψεως τόσο στον Οργανισμό όσο και στη διαθήκη (περί των χρημάτων κάποιας χρήσεως που παραμένουν αδιάθετα), αλλά και επειδή η αρμόδια Διεύθυνση Εθνικών Κληροδοτημάτων της Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Αττικής δεν ενέκρινε τους προϋπολογισμούς και απολογισμούς των ανωτέρων χρήσεων, με συνέπεια να απαγορεύεται κάθε διάθεση (δαπάνη) από την περιουσία του ιδρύματος, όπως όριζε τότε το άρθρο 102 παρ. 2 του α.ν. 2039/1939, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 9 παρ. 3 του Οργανισμού του και όπως ορίζει σήμερα το άρθρο 60 παρ. 2 του ν. 4182/2013 και ότι πέραν των ανωτέρω ποσών, τα οποία περιλαμβάνονται στην περιουσία του ιδρύματος, τούτο διαθέτει και χρηματικό ποσό, ύψους 1.173.863,58 ευρώ, το οποίο, σύμφωνα με τον σχετικό όρο της διαθήκης και το αντίστοιχο άρθρο του Οργανισμού του, όπως αυτός ίσχυε τόσο πριν όσο και μετά την τροποποίησή του με το από 20.5.2011 προεδρικό διάταγμα και σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 6402/27.9.2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών παρέχεται στο ίδρυμα "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΌ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ", αποκλειστικά και μόνο προκειμένου αυτό να το διαθέτει σε αγαθοεργούς σκοπούς.

Επίσης εξέθετε ότι η βούληση του διαθέτη Θεμιστοκλέους Λαμπρόπουλου κατά το μέρος που όρισε με την υπ' αριθμ. 27101/1975 δημόσια διαθήκη του ότι το 25% των εσόδων από την καταλειφθείσα περιουσία θα παρέχεται κάθε έτος στο ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Ίδρυμα, με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ", για να διατίθενται από αυτό για αγαθοεργούς σκοπούς, μετά τη μετατροπή, δυνάμει του υπ' αριθμ. 152/17.4.1992 π.δ/τος, από το χρόνο δημοσιεύσεως του 271/1987 π.

δ/τος, του ιδρυθέντος από αυτό ("Ελληνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο") το έτος 1937 και λειτουργούντος έκτοτε ως αυτοτελούς υπηρεσίας του, χωρίς αυθύπαρκτη, νομική προσωπικότητα, νοσοκομείου "Ο Άγιος Σάββας", σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "Γενικό αντικαρκινικό ογκολογικό νοσοκομείο Αθηνών - Ο Άγιος Σάββας" και της υπαγωγής του στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 "περί οργανώσεως της Ιατρικής Αντιλήψεως" και του ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" και τη συνακόλουθη απόσχιση των υπηρεσιών του από το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ, δεν μπορεί να εκπληρωθεί, καθ' όσον έκτοτε στις δραστηριότητες του τελευταίου (Ε.Α.Ι.) δεν εντάσσεται η διαχείριση και λειτουργία του ως άνω Νοσοκομείου "Ο Άγιος Σάββας", ούτε και η ίδρυση και λειτουργία ιατρείων και η παροχή υπηρεσιών διαγνώσεως, νοσηλείας και θεραπείας σε πάσχοντες από καρκίνο, εκθέτοντας περαιτέρω: 1) ότι τη δραστηριότητα αυτή (παροχή υπηρεσιών διαγνώσεως, νοσηλείας και θεραπείας σε πάσχοντες από καρκίνο) ο διαθέτης είχε κατά νου και θέλησε όταν συνέταξε την προαναφερόμενη διαθήκη του, γνωρίζοντας ότι το Ε.Α.Ι.

τότε, αλλά και καθ' όλο το χρονικό διάστημα από τη σύνταξη της διαθήκης του έως και το θάνατό του, στις 28.10.1986, ταυτιζόταν με το Αντικαρκινικό Νοσοκομείο "Ο Άγιος Σάββας" και μέσω αυτού παρείχε τις προαναφερόμενες υπηρεσίες (διαγνώσεως, νοσηλείας και θεραπείας σε πάσχοντες από καρκίνο), γεγονός που αποτέλεσε το λόγο που όρισε στη διαθήκη του ότι αυτό (αιτούν και ήδη αναιρεσείον) έχει, μεταξύ άλλων, ως σκοπό να παρέχει ορισμένο ποσοστό από τα ετήσια έσοδα από τα μερίσματα των καταλειφθεισών σ' αυτό μετοχών στο ίδρυμα "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ", με την υποχρέωση αυτού να το διαθέτει σε αγαθοεργούς σκοπούς, οι οποίοι συνίστανται, κατά την αληθινή του βούληση, στην διάθεση των παρεχομένων σ' αυτό από το αιτούν εσόδων για την οικονομική ενίσχυση ανθρώπων που πάσχουν από καρκίνο και έχουν ανάγκη τέτοιας ενισχύσεως κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους ή γενικά της θεραπείας τους στο νοσοκομείο και 2) από το έτος 1992 και έκτοτε το ίδρυμα "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ" δεν έχει σχέση με το ως άνω νοσοκομείο και η δραστηριότητά του περιορίζεται στην αγορά μηχανημάτων και εξοπλισμού και στη διάθεσή τους προς το ανωτέρω, αλλά και σε άλλα νοσοκομεία, στην οικονομική στήριξη του ιδρύματος "Ελληνικό Ίδρυμα Ογκολογίας", στη χορήγηση υποτροφιών σε ιατρούς και νοσηλευτές και στην υποστήριξη ερευνητικών προγραμμάτων, πλην όμως ο αγαθοεργός σκοπός που όρισε ο διαθέτης στη διαθήκη του δεν εντάσσεται στην προαναφερθείσα κοινωφελή δραστηριότητα του Ε.Α.Ι., δεδομένου ότι η αγαθοεργία, η οποία εξ ορισμού έχει ως αντικείμενο μόνο τη συμπαράσταση σε ανθρώπους με την κάλυψη βασικών αναγκών τους και όχι την οικονομική ενίσχυση των σκοπών και του έργου νομικών προσώπων, δεν μπορεί παρά να έχει σχέση με ανθρώπους που νοσηλεύονται ή υποβάλλονται σε θεραπείες στο νοσοκομείο και είτε δεν μπορούν να καλύψουν βασικές βιοτικές ανάγκες, λόγω της ασθένειάς τους ή και της τυχόν μακρόχρονης νοσηλείας και θεραπείας τους, είτε δεν έχουν τα μέσα να καλύψουν τα νοσήλια ή τα έξοδα της θεραπείας τους.

Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησε: Α] α) να βεβαιωθεί ότι η βούληση του διαθέτη Θεμιστοκλέους Λαμπρόπουλου κατά το μέρος που όρισε με την υπ' αριθμ. …/1975 δημόσια διαθήκη του ότι το 25% των εσόδων από την καταλειφθείσα περιουσία θα παρέχεται κάθε έτος στο ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Ίδρυμα, με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ", για να διατίθενται από αυτό για αγαθοεργούς σκοπούς, δεν μπορεί, για τους προεκτεθέντες λόγους, να εκπληρωθεί και β) να καθορισθεί ως τρόπος εκπληρώσεως της βουλήσεως του διαθέτη και επωφελέστερης αξιοποιήσεως της περιουσίας η παροχή του 25% των ήδη διαθέσιμων και των μελλοντικών εσόδων από την περιουσία του (αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος), δηλαδή τόσο των εσόδων που αναλογούν στο ποσοστό αυτό και έχουν προκύψει τα έτη από το 2008 έως και το 2016 και τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 756.308,96 ευρώ, όσο και το ίδιο ποσοστό (25%) των εσόδων που θα προκύπτουν κάθε επόμενο έτος, στο ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟ - ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ", προκειμένου αυτό να το διαθέτει για την οικονομική ενίσχυση ατόμων που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας και τα οποία (άτομα) πάσχουν από καρκίνο και νοσηλεύονται ή υποβάλλονται σε θεραπείες στο ίδιο Νοσοκομείο "Ο Άγιος Σάββας" ή βρίσκονται στο τελικό στάδιο της νόσου και παρακολουθούνται από το Ιατρείο Πόνου του Νοσοκομείου, με την παροχή χρηματικών ποσών έως 2.500,00 ευρώ κατ' έτος ανά άτομο που πάσχει από καρκίνο, Β] να βεβαιωθεί ότι η βούληση του διαθέτη κατά το μέρος που όρισε με την υπ' αριθμ.

…/1975 δημόσια διαθήκη του ότι το 40% των εσόδων από την καταλειφθείσα περιουσία θα παρέχεται κάθε έτος σε υπαλλήλους της εταιρίας, με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΙ ΑΒΕΕ" που έχουν ανάγκη οικονομικής ενισχύσεως, ειδικά όσον αφορά το ποσό των 374.985,11 ευρώ που αναλογεί στο 40% των εσόδων (τόκων) που προέκυψαν τα έτη 2008-2010, δεν μπορεί να εκπληρωθεί και να καθορισθεί ως τρόπος εκπληρώσεως της βουλήσεώς του και επωφελέστερης αξιοποιήσεως της περιουσίας η παροχή του ίδιου ποσού στο ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο Σωματείο, με την επωνυμία "ΕΛΠΙΔΑ - ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΦΙΛΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ", προκειμένου το Σωματείο αυτό στο πλαίσιο των σκοπών του και συγκεκριμένα στο πλαίσιο του "Κοινωνικού Ταμείου" να το διαθέτει με την παροχή χρηματικών ποσών έως 2.500,00 ευρώ κατ' έτος, ανά οικογένεια με παιδί που πάσχει από καρκίνο, για την κάλυψη αναγκών τους, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας ή θεραπείας, κατόπιν ελέγχου των αναγκών κάθε οικογένειας από την Κοινωνική Υπηρεσία του Σωματείου και με βάση γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού σχετικά με τη νόσο και διάρκεια της νοσηλείας ή θεραπείας, με προτίμηση στα καρκινοπαθή παιδιά που κατοικούν μόνιμα στην Αρκαδία ή στην Περιφέρεια Πελοποννήσου και τα οποία έρχονται και διαμένουν στο ξενώνα του Σωματείου στην Αθήνα, για να νοσηλευθούν ή υποβληθούν σε θεραπείες στην Ογκολογική Μονάδα Παίδων "ΕΛΠΙΔΑ" του Νοσοκομείου Παίδων "Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ" ή σε άλλα δημόσια Νοσοκομεία και Γ] να βεβαιωθεί ότι η βούληση του διαθέτη κατά το μέρος που όρισε με την υπ' αριθμ.

…/1975 δημόσια διαθήκη του ότι θα διατίθενται τα έσοδα (μερίσματα) από τις μετοχές της εταιρείας "ΑΔΕΛΦΟΙ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΙ ΑΒΕΕ" που καταλείφθηκαν υπό τον όρο του αναπαλλοτρίωτου, δεν μπορεί να εκπληρωθεί, άλλως να ερμηνευθεί η ίδια βούληση, ενόψει του γεγονότος ότι το αιτούν και ήδη αναιρεσείον δεν έχει πλέον την κυριότητα μετοχών και να καθορισθεί, ως τρόπος εκπληρώσεως της βουλήσεως του διαθέτη και επωφελέστερης και ασφαλέστερης εκμεταλλεύσεως της περιουσίας του (αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος), αυτός της διατηρήσεως του ποσού των 8.376.066,40 ευρώ, το οποίο εισπράχθηκε ως τίμημα από την εξαγορά των μετοχών, ως αναπαλλοτρίωτο κεφάλαιο και της διαθέσεως μόνο των τόκων ή και του προϊόντος οποιασδήποτε άλλης νόμιμης επενδύσεως αυτού κάθε έτος για τους αγαθοεργούς σκοπούς του (αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος).

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως ασκήθηκαν κύριες και πρόσθετη παρεμβάσεις. Ειδικότερα: α) το ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, ίδρυμα, με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ", άσκησε την από 17.10.2017 κυρία παρέμβασή του, με την οποία ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την αναγνώριση των δικαιωμάτων του με βάση τη διαθήκη, άλλως την αναβολή της συζητήσεώς της, κατά τη διάταξη του άρθρου 249 του Κ.Πολ.Δικ., έως ότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της από 27.12.2013 και με αριθμό καταθέσεως 176248/5111/30.12.2013 αγωγής που έχει ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητεί την αναγνώριση των δικαιωμάτων του με βάση τη διαθήκη, β) Το ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "Γενικό Αντικαρκινικό-Ογκολογικό Νοσοκομείο Ο Άγιος Σάββας" άσκησε την από 25.1.2018 κυρία παρέμβαση εναντίον του αιτούντος και του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου ιδρύματος, με την επωνυμία "Ελληνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο", με την οποία προέβαλε ότι το "Ελληνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο" έχει απολέσει τον αρχικό νοσηλευτικό του χαρακτήρα και δεν παρέχει υπηρεσίες νοσηλείας και θεραπείας σε ασθενείς με καρκίνο, όπως, αντιθέτως, έπραττε τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, οι δε παροχές του προς αυτό γίνονται κατά την κρίση του και καλύπτουν μικρός μέρος των αναγκών του Νοσοκομείου και, συνεπώς, το ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο δεν εκπληρώνει τη βούληση του διαθέτη να διαθέτει το συγκεκριμένο ποσοστό (25%) από τα έσοδα του αιτούντος για αγαθοεργούς σκοπούς, συγχρόνως, όμως, υποστήριξε ότι το ίδιο (Νοσοκομείο) αδυνατεί να παρέχει χρηματικά ποσά σε καρκινοπαθείς που έχουν ανάγκη οικονομικής ενισχύσεως, διότι, σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει, καλύπτονται τόσο οι ασφαλισμένοι όσο και οι ανασφάλιστοι ασθενείς και διότι το Νοσοκομείο δεν μπορεί να παρέχει οικονομική ενίσχυση σε κάποιους ασθενείς.

Ακολούθως, ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως κατά το μέρος αυτής με το οποίο εζητείτο να βεβαιωθεί ότι η βούληση του διαθέτη Θεμιστοκλέους Λαμπρόπουλου δεν μπορεί να εκπληρωθεί και συγχρόνως ζήτησε να καθορισθεί άλλος τρόπος εκπληρώσεως και επωφελέστερης αξιοποιήσεως της καταλειφθείσας περιουσίας και συγκεκριμένα η αξιοποίησή της για την αναβάθμιση των υποδομών και των πάσης φύσεως υπηρεσιών του Νοσοκομείου με σκοπό την ωφέλεια των καρκινοπαθών και γ) το ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο Σωματείο, με την επωνυμία "Ελπίδα Σύλλογος Φίλων Παιδιών με Καρκίνο" άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αιτούντος, με τις από 6.3.2018 προτάσεις του, και ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ώστε να λάβει ειδικώς το ποσό των 374.985,11 ευρώ που αναλογεί στο 40% των εσόδων που προέκυψαν τα έτη 2008-2010 και να το διαθέσει για την κάλυψη αναγκών παιδιών που πάσχουν από καρκίνο, με προτίμηση στα καρκινοπαθή παιδιά που κατοικούν μόνιμα στην Αρκαδία ή στην Περιφέρεια Πελοποννήσου και τα οποία έρχονται και διαμένουν στο ξενώνα του στην Αθήνα, για να νοσηλευθούν ή υποβληθούν σε θεραπείες στην Ογκολογική Μονάδα Παίδων "ΕΛΠΙΔΑ" του Νοσοκομείου Παίδων "Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ" ή σε άλλα δημόσια Νοσοκομεία.

Επ' αυτών (αιτήσεως, κυρίων και πρόσθετης παρεμβάσεων), που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλομένη, υπ' αριθμ. 4479/2018, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, απερρίφθη: 1) το υπό στοιχ. Α' αίτημα της ένδικης αιτήσεως, αφ' ενός μεν ως απαράδεκτο, όσον αφορά στο ποσό των 756.308,96 ευρώ, που αναλογεί στο ποσοστό 25% των εσόδων για τα έτη από το 2008 έως και το 2016, το οποίο διεκδικείται από το πρώτο αναιρεσίβλητο, το οποίο έχει ασκήσει την από 27.12.2013 αγωγή για μέρος αυτού, διότι έκρινε ότι δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει το αίτημα αυτό και ότι η διαφορά σχετικά με την οφειλή ή μη του ποσού αυτού αφορά ενοχικά δικαιώματα του πρώτου αναιρεσιβλήτου και υπάγεται στην τακτική διαδικασία, αφ' ετέρου δε και καθ' όσον αφορά στα μελλοντικά έσοδα του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος ως αβάσιμο κατ' ουσίαν και δέχθηκε, αντιστοίχως, την κυρία παρέμβαση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, 2) το υπό στοιχ.

Β' αίτημα της ένδικης αιτήσεως, ως απαράδεκτο, διότι έκρινε ότι προσκρούει στο δεδικασμένο που απορρέει από τις υπ' αριθμ. 7821/2003 και 6402/2007 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και δέχθηκε, αντιστοίχως, την κυρία παρέμβαση του πρώτου αναιρεσιβλήτου και 3) δέχθηκε την ένδικη αίτηση ως προς το υπό στοιχ. Γ' αίτημά της, απορρίπτοντας, αντιστοίχως, την κυρία παρέμβαση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ενώ απέρριψε στο σύνολό τους τόσο την κυρία παρέμβαση του ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "Γενικό Αντικαρκινικό Ογκολογικό Νοσοκομείο Αθηνών ο Άγιος Σάββας", όσο και την πρόσθετη παρέμβαση του σωματείου, με την επωνυμία "Ελπίδα- σύλλογος φίλων παιδιών με καρκίνο".

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 109 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος "Δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης, κωδικέλλου ή δωρεάς, ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση, για τον ίδιο ή άλλο κοινωφελή σκοπό, εκείνου που καταλείφθηκε ή δωρήθηκε, στην περιοχή που καθόρισε ο δωρητής ή ο διαθέτης, ή στην ευρύτερη περιοχή, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση, ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, για οποιοδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, καθώς και αν μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με την μεταβολή της εκμεταλλεύσεως, όπως νόμος ορίζει".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1-3 του ν. 4182/2013 (ΦΕΚ Α' 185) "Κώδικας κοινωφελών περιουσιών, σχολαζουσών κληρονομιών και λοιπές διατάξεις", που τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 102 εδ. α' στις 10.11.2013, καταργώντας τον Α.Ν. 2039/1939 (άρθρο 82 παρ. 8 ν. 4182/2013) και καταλαμβάνοντας ως προς το κανονιστικό τους περιεχόμενο και τις υφιστάμενες κοινωφελείς περιουσίες ανεξάρτητα από τον τρόπο συστάσεώς τους (άρθρο 82 παρ. 1 Ν. 4182/2013), "1.

Περιουσίες που καταλείπονται υπέρ κοινωφελών σκοπών αξιοποιούνται κατά τον τρόπο που όρισε ο διαθέτης ή δωρητής. Απαγορεύεται η μεταβολή τόσο των παραπάνω κοινωφελών σκοπών όσο και του τρόπου και των όρων διαχείρισης της περιουσίας, καθώς και των ορισμών για τον τρόπο διοίκησης της. 2. Αν υπάρχει αμφιβολία περί του περιεχομένου της βούλησης του διαθέτη ή δωρητή ή αμφισβήτηση επ' αυτού, αυτή επιλύεται από το αρμόδιο κατ' άρθρο 825 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δικαστήριο. 3.

Το κατά την προηγούμενη παράγραφο δικαστήριο αποφαίνεται επίσης, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επί του εάν η βούληση του διαθέτη ή δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της, και καθορίζει τον τρόπο της επωφελέστερης ή ασφαλέστερης αξιοποίησης της περιουσίας, καθώς και το σκοπό και την περιοχή για την οποία πρέπει αυτή να διατεθεί...".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 108, 110, 121 του ΑΚ, συνάγεται ότι απαγορεύεται η μεταβολή τόσο του κοινωφελούς σκοπού, στον οποίο αναφέρεται η διαθήκη ή η δωρεά και η για την σύσταση του ιδρύματος απαιτουμένη ιδρυτική πράξη, η οποία έχει, κατά το άρθρο 110 ΑΚ, ως ουσιώδες περιεχόμενο τον σκοπό του ιδρύματος, την αφιέρωση περιουσίας και τον οργανισμό, όσο και οι στις πράξεις αυτές περιλαμβανόμενοι όροι μεταξύ των οποίων και οι ορισμοί που αφορούν στον τρόπο διοικήσεως και διαχειρίσεως της υπέρ του δημοσίου ή κοινωφελούς σκοπού καταληφθείσας περιουσίας.

Κατ' εξαίρεση, όμως, επιτρέπεται η μεταβολή του σκοπού, όπως αυτός ορίζεται στην διαθήκη ή την δωρεά και τον εγκριθέντα δια διατάγματος οργανισμό του ιδρύματος: α) στην περίπτωση κατά την οποία με απόφαση του κατά το άρθρο 825 Κ.Πολ.Δικ. δικάζοντος, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, Εφετείου διαπιστωθεί ότι η θέληση του διαθέτη ή του ιδρυτή δεν δύναται να πραγματοποιηθεί, για οποιοδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο περιεχόμενο ή δύναται να πραγματοποιηθεί ή άλλως να ικανοποιηθεί πληρέστερα διά της μεταβολής της εκμεταλλεύσεως και β) με ειδικό νόμο επιτραπεί η επωφελέστερη αξιοποίηση ή η διάθεση της περιουσίας για άλλο παραπλήσιο κοινωφελή σκοπό (Α.Π. 2013/2014, Α.Π. 1495/2013, Α.Π. 678/1993).Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 825 του Κ.Πολ.Δικ. "κάθε αμφιβολία ή αμφισβήτηση για την ερμηνεία διαθήκης ή άλλης πράξης με την οποία διαθέτονται περιουσιακά στοιχεία με κληρονομία, κληροδοσία ή δωρεά υπέρ του κράτους ή κοινωφελών σκοπών, εφ' όσον αναφέρεται στον τρόπο της εκκαθάρισης και γενικά της διαχείρισης και της εκτέλεσης της περιουσίας που έχει διατεθεί για το κράτος ή για κοινωφελή σκοπό, υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εφετείου της έδρας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης που εποπτεύει την κοινωφελή περιουσία.

Αν η κοινωφελής περιουσία υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργού Οικονομικών, αρμόδιο είναι το Εφετείο Αθηνών". Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στο μέτρο που η ρυθμιστική της εμβέλεια υπερβαίνει το δικονομικό ζήτημα της υπαγωγής των σχετικών υποθέσεων στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εφετείου Αθηνών, διότι θεσπίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη ρυθμιστική παρέμβαση του εφετείου με ουσιαστικό δικαίωμα δικαστικής διαπλάσεως και υπέρ των εκτελεστών της διαθήκης, με αντικείμενο πάντα τη δυνατότητα επωφελέστερης αξιοποιήσεως της υπάρχουσας περιουσίας και την εξυπηρέτηση των σκοπών για τους οποίους αυτή ετέθη (Α.Π. 1561/2005).

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, που συνάγεται από τη γραμματική διατύπωσή της και το σκοπό της θεσπίσεώς της, το Εφετείο της Έδρας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η οποία εποπτεύει την κοινωφελή περιουσία, έχει δικαιοδοσία και καθίσταται αποκλειστικά αρμόδιο να κρίνει, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) εάν η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή περιουσίας για τους αναφερόμενους στο άρθρο 1 του α.ν. 2039/1939 (και ήδη στο άρθρο 1 ν. 4182/2013) κοινωφελείς σκοπούς έχει καταστεί απραγματοποίητη εν όλω ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της, ώστε να πρέπει να επιτραπεί η ικανοποίηση με την αφιερωθείσα περιουσία άλλου συγγενούς και εφικτού κοινωφελούς σκοπού, β) εάν η θέληση του διαθέτη, στο πλαίσιο του ταχθέντος από αυτόν κοινωφελούς σκοπού ή του επιτρεπομένου κατά την προηγούμενη περίπτωση νέου παρόμοιου εφικτού κοινωφελούς σκοπού, μπορεί να ικανοποιηθεί καλλίτερα με τη μεταβολή της εκμετάλλευσης της περιουσίας ή μέρους της, ώστε να αξιοποιηθεί ή να διατεθεί με επωφελέστερο τρόπο και γ) εφόσον ανακύπτει ανάγκη ερμηνείας της διαθήκης λόγω αμφιβολίας ή αμφισβητήσεως σχετικά με την εκκαθάριση και γενικά τη διαχείριση της περιουσίας που έχει καταλειφθεί υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή την εκτέλεση του σκοπού.

Αντιθέτως, το Εφετείο δεν έχει αρμοδιότητα, όταν ζητείται με αγωγή η διεκδίκηση ή αναγνώριση κυριότητος επί των περιουσιακών στοιχείων που έχουν καταλειφθεί υπέρ κοινωφελούς σκοπού. Το Εφετείο δεν έχει ακόμη αρμοδιότητα για την επίλυση αμφιβολιών ή αμφισβητήσεων που προκύπτουν από το κείμενο της διαθήκης και αφορούν την ύπαρξη, το περιεχόμενο ή την έκταση του κληρονομικού δικαιώματος (Α.Π. 1583/1995, Α.Π. 1706/1981).

Στις περιπτώσεις αυτές η υπόθεση υπάγεται στο καθ' ύλην αρμόδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δικάζει με την τακτική διαδικασία. Τούτο ισχύει έστω και αν για την διαπίστωση της βασιμότητας της αγωγής απαιτείται να γίνει παρεμπιπτόντως ερμηνεία της διαθήκης υπέρ κοινωφελούς σκοπού (Α.Π. 133/1995). Στην περίπτωση που το Εφετείο, αν και έχει αρμοδιότητα να δικάσει αίτηση κατά τις διατάξεις των άρθρων 825 του Κ.Πολ.Δικ.

και 10 παρ. 2 και 3 του ν. 4182/2013, απορρίψει αυτήν, επειδή κρίνει εαυτό αναρμόδιο, όπως συμβαίνει όταν κρίνει εσφαλμένως ότι υπόθεση, που υπάγεται στις ανωτέρω διατάξεις, αφορά αμφιβολία ή αμφισβήτηση που αφορά την ύπαρξη, το περιεχόμενο ή και την έκταση δικαιώματος, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 831/1990).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 5 και 14 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αναρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ......... (αριθμ. 5) και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο (αριθμ. 14).

Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 221 παρ. 1 εδ. α' και 222 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι όταν επέλθει, μετά την κατάθεση της αγωγής, εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα, αν δε κατά τη διάρκειά της ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της, εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη.

Για να υπάρχει εκκρεμοδικία πρέπει οι δύο δίκες να ταυτίζονται πλήρως, να έχουν δηλαδή το ίδιο αντικείμενο ή το αντικείμενο της πρώτης να είναι ευρύτερο εκείνου της δεύτερης, οπότε η δεύτερη είναι, κατά λογική αναγκαιότητα, περιττή. Αντίθετα, αν οι δυο δίκες δεν ταυτίζονται πλήρως είτε γιατί έχουν διαφορετικό αντικείμενο είτε γιατί το αντικείμενο της δεύτερης είναι ευρύτερο εκείνου της πρώτης, τότε η δεύτερη δίκη δεν είναι περιττή, αφού με αυτήν ζητείται διαφορετική ή μείζων προστασία απ' ότι ζητήθηκε με την πρώτη.

Για την ύπαρξη της εκκρεμοδικίας απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, αλλά και σύμπτωση του αιτήματος των αγωγών (Α.Π. 1175/2017, Α.Π. 139/2010). Όταν το αντικείμενο της μιας δίκης αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της άλλης δίκης, δεν υπάρχει ταυτότητα αιτήματος (Α.Π. 1716/2009, Α.Π. 749/1995).

Σε κάθε περίπτωση δε, κατά τη διάταξη του άρθρου 222 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά παραπομπή από το άρθρο 741 του ίδιου Κώδικα, η άσκηση αιτήσεως της εκουσίας δικαιοδοσίας, ενώ εκκρεμεί η εκδίκαση αγωγής, ακόμη και στην περίπτωση που έχουν το ίδιο αντικείμενο, με συνέπεια να υπάρχει εκκρεμοδικία με βάση την αγωγή, η οποία εμποδίζει την εκδίκαση της αιτήσεως, δεν καθιστά την αίτηση απαράδεκτη, αλλά έχει ως συνέπεια την αναστολή της εκδικάσεώς της, εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη επί της αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση, καθ' όσον αφορά ειδικότερα στην απόρριψη του με στοιχ. Α' αιτήματος της ένδικης αγωγής, ως απαράδεκτου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως έγιναν δεκτά με αυτήν τα ακόλουθα: "Υπό τα ανωτέρω περιστατικά, είναι πρόδηλο ότι οι αμφισβητήσεις και ασάφειες που εισάγονται προς επίλυση, με ερμηνεία της επίμαχης διαθήκης, αναφορικά με τα διαθέσιμα ποσά που ήδη διεκδικεί δικαστικά το (κυρίως παρεμβαίνον στην παρούσα δίκη) "Ελληνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο" και περιλαμβάνονται στο πρώτο αίτημα - όπως ορθώς εκτιμάται - ανάγονται στην ύπαρξη ή μη δικαιωμάτων του τελευταίου και αντίστοιχων υποχρεώσεων του αιτούντος.

Άρα, το μέρος αυτό της ένδικης αίτησης - σύμφωνα με τα αναπτυσσόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη - εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 825 του Κ.Πολ.Δ, καθόσον αφορά διαφορά που προέκυψε ανάμεσα στο αιτούν ίδρυμα και το ωφελούμενο Ε.Α.Ι, και δη την ενοχική αξίωση του τελευταίου επί της ορισθείσας υπό του ιδρυτού παροχής, την οποία έχει να λαμβάνει μέσω του ιδρύματος (άρθρο 116 του Α.Κ.).

Η υπόθεση αύτη, μεταξύ των προσώπων που νομιμοποιούνται στη σχετική δίκη, υπάγεται, εκ του αντικειμένου της, στο, κατά τις γενικές διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., αρμόδιο (πρωτοβάθμιο) δικαστήριο, όπου και έχει αχθεί, πρέπει δε να επιλυθεί, και ως προς το κρίσιμο προδικαστικό ζήτημα των ιστορούμενων αμφισβητήσεων, κατά τους κανόνες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.

Εξάλλου, ένεκα της υφιστάμενης εκκρεμοδικίας δεν γεννάται θέμα παραπομπής του. Ούτε ενδείκνυται η - ζητούμενη από το "Ελληνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο" - αναστολή της εκδικάσεως, κατ' άρθρο 249 του Κ.Πολ.Δ., της προκείμενης υπόθεσης, εφόσον δεν υπάρχει σχέση εξαρτήσεως αυτής με το ζήτημα που εκκρεμεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Εντεύθεν, κατά το μέρος τούτο, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Με την ένδικη αίτηση, όμως, κατά το προαναφερθέν μέρος της (υπό στοιχ. Α' αίτημα) ζητείται αποκλειστικά και μόνο η έκδοση αποφάσεως που θα βεβαιώνει την αδυναμία εκπληρώσεως της βουλήσεως του διαθέτη υπέρ του κοινωφελούς σκοπού που όρισε στη διαθήκη και θα καθορίζει τον τρόπο της επωφελέστερης αξιοποιήσεώς του και το σκοπό της διαθέσεως της κοινωφελούς περιουσίας, καθώς και την άρση της αμφισβητήσεως ως προς την ερμηνεία των όρων της διαθήκης σχετικά με τον τρόπο εκτελέσεως του κοινωφελούς σκοπού.

Συνεπώς, η προκειμένη διαφορά ανακύπτει επάνω στην ερμηνεία της ως άνω διατάξεως της διαθήκης που έχει σχέση με την "εκτέλεση" του σκοπού που προαναφέρθηκε. Σύμφωνα, επομένως, με όσα έχουν εκτεθεί στην παραπάνω αναφερόμενη νομική σκέψη, αποκλειστικά αρμόδιο για την εκδίκαση της υποθέσεως αυτής είναι το Εφετείο Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Το γεγονός ότι το πρώτο αναιρεσίβλητο άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27.12.2013 αγωγή του, με την οποία επιδιώκει την καταβολή μέρους του προαναφερθέντος ποσού των ετησίων εσόδων της κοινωφελούς περιουσίας με βάση τη διαθήκη και τον οργανισμό του ιδρύματος και στη συνέχεια άσκησε την από 17.10.2017 κυρία παρέμβασή του, ενώπιον του Εφετείου, με την οποία ζήτησε την αναγνώριση των δικαιωμάτων του με βάση τη διαθήκη και την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως δεν μετέβαλε το αντικείμενο της τελευταίας.

Η άσκηση της προαναφερόμενης αγωγής του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και η δυνατότητα του, δικάζοντος, κατά την τακτική διαδικασία, Πολυμελούς Πρωτοδικείου να κρίνει παρεμπιπτόντως ζητήματα ερμηνείας της διαθήκης ως προς την εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού, από τα οποία εξαρτάται η ύπαρξη ή μη δικαιωμάτων ή αξιώσεων του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου επί της κοινωφελούς περιουσίας, δεν δημιουργεί εκκρεμοδικία και δεν εμποδίζει την κρίση και την έκδοση αποφάσεως επί της ένδικης αιτήσεως, που, κατά τα προεκτεθέντα, υπάγεται στην ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και δεν στερεί το Εφετείο από την αποκλειστική αρμοδιότητά του να άρει τις αμφιβολίες και αμφισβητήσεις ως προς τη διαχείριση περιουσίας που έχει ταχθεί υπέρ κοινωφελούς σκοπού και την εκτέλεσή του.

Επομένως, το Εφετείο Αθηνών, εσφαλμένως, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε, όπως έχει ήδη εκτεθεί, την ένδικη αίτηση, κατά το προεκτεθέν αίτημά της, διότι έκρινε εαυτό αναρμόδιο, γι' αυτό και ο συναφής πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, το Εφετείο απορρίπτοντας ως απαράδεκτο το ως άνω αίτημα, λόγω εκκρεμοδικίας, με την αιτιολογία ότι η ένδικη διαφορά θα επιλυθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπου και έχει αχθεί, με την άσκηση της προαναφερόμενης αγωγής του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου "και ως προς το κρίσιμο προδικαστικό ζήτημα των ιστορούμενων αμφισβητήσεων, κατά τους κανόνες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας", παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, το μεν, επειδή, όπως έχει εκτεθεί στη οικεία νομική σκέψη, δεν υπάρχει ταυτότητα αιτήματος, αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη της εκκρεμοδικίας, όταν το αντικείμενο της μιας δίκης αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της άλλης, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, το δε γιατί, ακόμη και αν υπήρχε εκκρεμοδικία, αυτή έχει ως συνέπεια την αναστολή εκδικάσεως της αιτήσεως εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη επί της αγωγής και όχι την απόρριψη αυτής (αιτήσεως) ως απαράδεκτης.

Συνεπώς, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο συναφής πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα ίδια και αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ενώ παρέλκει η έρευνα του τετάρτου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγου αυτής, που αφορά στο ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου, που έγινε δεκτός.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 324 του Κ.Πολ.Δικ. δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την αυτήν ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Με τη διάταξη του άρθρου 778 του Κ.Πολ.Δικ. ορίζεται ότι αν στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 του ίδιου Κώδικα (στις οποίες περιλαμβάνονται και οι υποθέσεις του άρθρου 825 του Κ.Πολ.Δικ.

και του άρθρου 3 του ν. 455/1976 και ήδη του άρθρου 10 παρ. 2 και 3 του ν. 4182/2013) γίνει δεκτή ή απορριφθεί με οριστική απόφαση αίτηση, δεν είναι δυνατόν να συζητηθεί νέα αίτηση των διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 έως 788. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, η αναφερόμενη σε αυτή δεσμευτική ισχύς αποφάσεως που εκδίδεται επί υποθέσεως της εκουσίας δικαιοδοσίας, εκδηλώνεται τόσο αρνητικά, με την έννοια της αδυναμίας επανόδου του διαδίκου με την άσκηση παρόμοιας αιτήσεως, όσο και θετικά με την έννοια της δεσμεύσεως κάθε τρίτου προσώπου, ή αρχής, ως προς την επελθούσα διάγνωση ή διάπλαση, χωρίς η έναντι τρίτων δεσμευτική αυτή ισχύς να εμποδίζει όποιον δεν συμμετέσχε στη διαδικασία, να προστατεύσει, αν δικαιολογεί έννομο συμφέρον, τυχόν προσβαλλόμενο δικαίωμά του, με την άσκηση τριτανακοπής.

Εκτός από τη δεσμευτική ισχύ οι αποφάσεις που εκδίδονται στις γνήσιες υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν αναπτύσσουν συγχρόνως δύναμη ουσιαστικού δεδικασμένου, γιατί δεν κρίνουν για δικαίωμα ή έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 390/2016, Α.Π. 260/2008, Α.Π. 281/1997). Σε κάθε περίπτωση όμως, η δεσμευτική ισχύς των ίδιων αποφάσεων δεν εμποδίζει την υποβολή νέας αιτήσεως, όταν αυτή έχει διαφορετικό αίτημα ή όταν στηρίζεται σε διαφορετικά και ιδίως νέα πραγματικά περιστατικά (Α.Π. 390/2016, Α.Π. 260/2008, Α.Π. 281/1997).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 2386/1996 "Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 109 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τα άρθρα 828 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, 119 έως 121 του Αστικού Κώδικα και 3 του ν. 455/1976, αποτελούν δεδικασμένο και εκτελεστό τίτλο από το χρόνο που καθίστανται αμετάκλητες".

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 περ. β' του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (Α.Π.1557/2018, Α.Π. 1795/08).

Με την προσβαλλομένη απόφαση, καθ' όσον αφορά ειδικότερα στο υπό στοιχ. Β' αίτημα της ένδικης αιτήσεως, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Προσέτι το υπό στοιχείο β αίτημα, προεχόντως, προσκρούει στο δεδικασμένο που έχει παραχθεί (ισχύον κατά την έκδοσή τους άρθρο 2 § 7 του Ν. 2386/1996) από τις αμετάκλητες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών 7821/2003 και 6402/2007, οι οποίες, αφού βεβαίωσαν ότι όσον αφορά τη διάθεση του ενδιαφέροντος ποσοστού του 40% των τόκων που είχαν να λαμβάνουν οι υπάλληλοι της "Αδελφοί Λαμπρόπουλοι α.β.ε.ε." η βούληση του διαθέτη είχε καταστεί ανέφικτη, στη συνέχεια ρύθμισαν τον τρόπο διαχειρίσεώς του και τους ωφελούμενους αυτού.

Ειδικότερα - όπως ιστορείται στην αίτηση - με την πρώτη των προαναφερόμενων αποφάσεων κρίθηκε ότι η θέληση του διαθέτη μπορεί να ικανοποιηθεί με την παροχή της εν λόγω ποσοστιαίας αναλογίας στους υπαλλήλους της εταιρείας "Notos com. Συμμετοχές ανώνυμη εμπορική και βιομηχανική εταιρεία". Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε δια της επομένης τοιαύτης 6402/2007, η οποία έκανε δεκτή ασκηθείσα τριτανακοπή και όρισε ότι, πλέον, η βούληση του διαθέτη ικανοποιείται πληρέστερα με την παροχή του 20% στο Ε.Α.Ι.

και του 20% στον "Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό". Εωσότου καταστεί αμετάκλητη, καθ' όλες τις διατάξεις της (ακυρωτική και ρυθμιστική) η τριτανακόπτουσα απόφαση - σε κάθε περίπτωση, λόγω παρόδου τριετίας από τη δημοσίευσή της (άρθρο 564 του Κ.Πολ.Δ., ως ίσχυε κατ' εκείνο το χρόνο) - δηλονότι το 2010, η τριτανακοπτομένη (7821/2003) εξακολουθούσε να αναπτύσσει τις δεσμευτικές συνέπειές της.

Αυτές καλύπτουν και το νυν αιτούν που διαχειρίζεται την επίμαχη περιουσία, μολονότι δεν είχε συμμετάσχει στη γενόμενη σχετική δίκη. Τα αποτελέσματα που εν τω μεταξύ επήλθαν δεν ανατρέπονται (Κονδύλης Τα δεδικασμένο δεύτερη έκδοση σελ. 38, Μπέης Δ 1997.115, Βαθρακοκοίλης Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. υπό το άρθρο 825 π.α. 15).

Το Δικαστήριο τούτο, λοιπόν, δεσμεύεται από το βεβαιωτικό χαρακτήρα των ανωτέρω αποφάσεων. Τούτο διότι ζητείται να επανακριθεί ο τρόπος της καλλίτερης αξιοποίησης του, αναλογούντος στο άνω ποσοστό, ποσού των τόκων που παρήχθησαν κατά τα παρελθόντα έτη από 2008 έως 2010, προκειμένου να καθορισθεί ως επωφελέστερο μέσο χρησιμοποιήσεώς του η χορήγησή του στο σωματείο "Ελπίδα - Σύλλογος Φίλων Παιδιών με καρκίνο".

Συνακολούθως, και λαμβανομένου υπόψη ότι το δεδικασμένο συνιστά αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, το εν λόγω αίτημα τυγχάνει απαράδεκτο. Κατ' επέκταση απαράδεκτη καθίσταται και η, συνδεόμενη με σχέση παρεπομένου, πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε το άνω σωματείο (όρθρο 752 του Κ.Πολ.Δ.), εφόσον με αυτή υποστηρίζει το αιτούν, αποκλειστικά και μόνο, ως προς το συγκεκριμένο αίτημά του".

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες με το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεώς του, ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς του, που δικαιολογούσαν και επέτρεπαν την υποβολή νέας αιτήσεως, εφ' όσον αυτή στηριζόταν σε διαφορετικά και ιδίως νέα πραγματικά περιστατικά, με συνέπεια, κατ' αποτέλεσμα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το ανωτέρω ποσό να πρέπει να διατεθεί στους υπαλλήλους της "Νοtos com Συμμετοχές α.ε.", παρόλο που η εταιρία αυτή δεν υφίσταται από το έτος 2007 και παρόλο που η 7821/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μετά την άσκηση τριτανακοπής, ακυρώθηκε στο σύνολό της με την 6402/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, επειδή κρίθηκε με αυτήν ότι η παροχή του 40% στους υπαλλήλους της προαναφερόμενης εταιρίας ("Νοtos com Συμμετοχές α.ε.") δεν είναι σύμφωνη με τη βούληση του διαθέτη, ο οποίος δεν προέβλεψε την περίπτωση κατά την οποία η δική του εταιρία θα έπαυε να υφίσταται και δεν ήθελε να ενισχύσει τους υπαλλήλους κάποιας άλλης εταιρίας.

Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι με την ένδικη αίτησή του είχε ισχυριστεί ότι το προαναφερθέν ποσό δεν είχε διατεθεί και παρέμενε αδιάθετο και ανεκμετάλλευτο, διότι δεν είχαν εγκριθεί οι προϋπολογισμοί των ετών 2008-2010. Ότι, λόγω ελλείψεως εγκεκριμένου προϋπολογισμού, απαγορευόταν, αλλά και εξακολουθεί να απαγορεύεται κάθε διάθεση (δαπάνη) από την περιουσία του Ιδρύματος, όπως όριζε τότε το άρθρο 102 παρ. 2 του α.ν. 2039/1939, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 9 παρ. 3 του Οργανισμού του Ιδρύματος, και όπως ορίζει ήδη το άρθρο 60 παρ. 2 του ν. 4182/2013, προβλέποντας μάλιστα καταλογισμό σε βάρος των διοικητών ιδρυμάτων που καταβάλουν ποσά από την περιουσία του για δαπάνες (έξοδα) για οποιονδήποτε λόγο, χωρίς να έχει εγκριθεί ο προϋπολογισμός τους.

Ότι για το ως άνω χρονικό διάστημα των ετών 2008-2010, κατά το οποίο προέκυψαν τα ανωτέρω έσοδα, που έπρεπε να έχουν διατεθεί σε υπαλλήλους, δεν υπήρχε ούτε η εταιρία "Αδελφοί Λαμπρόπουλοι Α.Ε.", η οποία είχε παύσει να υφίσταται στις 29.9.2001, λόγω απορροφήσεώς της από την εταιρία "Νοtos com Συμμετοχές α.ε." (Φ.Ε.Κ. Α.Ε.

και Ε.Π.Ε. 10604/29.9.2001), ούτε και η τελευταία (απορροφήσασα) "Νοtos com Συμμετοχές α.ε.", η οποία έπαυσε να υφίσταται στις 5.9.2007, λόγω της απορροφήσεώς της από την εταιρία "ΤΡΑΜΟΥΝΤΑΝΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ Α.Ε.) (Φ.Ε.Κ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 10219/5.9.2007). Ότι, ενόψει των ανωτέρω, επειδή ο διαθέτης δεν προέβλεψε την περίπτωση που δεν θα υπήρχε η εταιρία "Αδελφοί Λαμπρόπουλοι Α.Ε.", με συνέπεια να μην είναι δυνατή η παροχή του 40% των εσόδων για την ενίσχυση των υπαλλήλων της, και δεν είχε τη βούληση να ενισχύσει τους υπαλλήλους κάποιας άλλης εταιρίας, πρέπει να αναζητηθεί η εικαζόμενη βούληση αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 173 του Α.Κ., στο πλαίσιο εφαρμογής των άρθρων 109 παρ. 2 του Συντάγματος, 10 παρ. 2 και 3 του ν. 4182/2013, 119, 120 και 121 του Α.Κ.

και 825 του Κ.Πολ.Δικ., προκειμένου να καθοριστεί η διάθεση του ανωτέρω ποσού των 374.985,11 ευρώ, για άλλους κοινωφελείς και δη αγαθοεργούς σκοπούς και έτσι να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση του βουλήσεως του διαθέτη, με την διάθεση και αξιοποίηση του ίδιου ποσού, που παραμένει αδιάθετο, αφού αυτό δεν μπορεί να διατεθεί σύμφωνα με τους όρους της διαθήκης, αλλά ούτε και με βάση τον Οργανισμό του Ιδρύματος, όπως προέκυψε με το από 20.5.2011 π.δ/μα, διότι το εν λόγω ποσό προέκυψε πριν από την τροποποίηση αυτή και δεν υπήρξε καμία πρόβλεψη για τη διάθεσή του και αφού βεβαιωθεί ότι η βούληση του διαθέτη, όσον αφορά στο ως άνω ποσό, δεν μπορεί να εκπληρωθεί, να καθοριστεί, ως τρόπος εκπληρώσεως της βουλήσεώς του και επωφελέστερης αξιοποιήσεως της περιουσίας, η παροχή του ποσού αυτού στο ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο Σωματείο, με την επωνυμία "Ελπίδα Σύλλογος Φίλων Παιδιών με Καρκίνο".

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αιτήσεως προκύπτει ότι το ήδη αναιρεσείον πράγματι επικαλέστηκε τα ως πάνω πραγματικά περιστατικά (βλ. σελ. 8, 10-12, 51, 14-15-16, 50-52 και 55-56 αυτής). Τα περιστατικά αυτά, δηλαδή, η μη τροποποίηση του Οργανισμού του Ιδρύματος, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 7821/2003 απόφαση και έως ότου αυτή ακυρώθηκε και η μη έγκριση των προϋπολογισμών του Ιδρύματος των ετών 2008-2010, με συνέπεια να μην καταστεί δυνατή η διάθεση του προαναφερθέντος ποσού, το οποίο παραμένει αναξιοποίητο, συνιστούν νέα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνέβησαν μετά την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως και τα οποία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, δικαιολογούσαν και επέτρεπαν την υποβολή νέας αιτήσεως και, συνεπώς, καθιστούν παραδεκτή και νόμιμη την ένδικη αίτηση, κατά το προαναφερθέν ειδικότερο αίτημα αυτής.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, δεν έλαβε υπόψη τους ως άνω ουσιώδεις ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, υπέπεσε στην προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δικ. αναιρετική πλημμέλεια και, συνεπώς, ο συναφής ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρελκούσης, μετά ταύτα της έρευνας του δευτέρου μέρους του λόγου αυτού, που αφορά στο αυτό κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου μέρους του λόγου αυτού, που έγινε δεκτός.

Από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. του Α.Κ. προκύπτει ότι κατά την ερμηνεία της διαθήκης αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 Α.Κ., αφού αυτά αναφέρονται όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες, αλλά σε συμβάσεις. Σκοπείται δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής απόψεως του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη.

Προσφυγή σε ερμηνεία διαθήκης συγχωρείται μόνο εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Αντίθετα ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση του ανωτέρω ερμηνευτικού κανόνα, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι, αμέσως ή εμμέσως, διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στη διαθήκη, δεν προσέφυγε σε ερμηνεία της, ή, αν και προσέφυγε στην ερμηνεία της, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός της διαθήκης, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούληση αυτού αντικειμενικά, όπως, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (Α.Π. 683/2016, Α.Π. 24/2015, Α.Π. 721/2010, Α.Π. 1262/2008, Α.Π. 1069/2007).

Ο ως άνω ερμηνευτικός κανόνας παραβιάζεται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στη διαθήκη υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή του ερμηνευτικού κανόνα προς αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως του διαθέτη (Α.Π. 683/2016, Α.Π. 24/2015).

Παραβίαση του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 173 του Α.Κ. υπάρχει και όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας, αν και σιωπηρώς καταφάσκει την ανάγκη αυτή, διότι προβαίνει σε αναζήτηση του ηθελημένου νοήματος με συσχετισμό των όρων της διαθήκης ή με τη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός αυτής ή με την χρησιμοποίηση επιχειρημάτων, τα οποία αποδεικνύουν την προσπάθεια ερμηνείας της δηλώσεως βουλήσεως, κατά την οποία, όμως, δεν έχει εφαρμόσει τους ανωτέρω κανόνες, με σκοπό την εξεύρεση της αληθούς βουλήσεως (Α.Π. 838/2005, Α.Π. 541/2002, πρβλ.

Α.Π. 245/2018, Α.Π. 533/2008, Α.Π. 1581/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), το Εφετείο από την συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, καθ' όσον αφορά στα μελλοντικά (μετά το έτος 2016) έσοδα του υπό στοιχ.

Α' αιτήματος, τα ακόλουθα: "Την 28.10.1986 απεβίωσε ο Θεμιστοκλής Π. Λαμπρόπουλος. Ούτος δια της …/….10.1975 δημόσιας διαθήκης, που συνέταξε ο Συμβολαιογράφος Αθηνών Γεώργιος Ευγ. Κωστόπουλος, και δημοσιεύθηκε με το 4020/21.11.1986 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συνέστησε το αιτούν νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, φέρον την επωνυμία "ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΕΙΟΝ ΙΔΡΥΜΑ (Δωρεά ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ ΠΑΝΑΓ.

ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ)". Δια της συστατικής πράξεως ο διαθέτης προέβη στον καθορισμό της αφιερούμενης περιουσίας, καθώς και του σκοπού και του οργανισμού του ιδρύματος. Συγκεκριμένα, κατέλειπε σε αυτό 100.000 κοινές και 10.000 προνομιούχες μετοχές της ανωνύμου εταιρείας "Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Αδελφοί Λαμπρόπουλοι" και όρισε ότι "... 2) Αι διδόμεναι εις το Ίδρυμα τούτο, ως άνω μετοχαί θα είναι αναπαλλοτρίωτοι και θα μένωσιν ούτω εσαεί εις την κυριότητα του συνισταμένου Ιδρύματος, και επ' ουδενί λόγω αύται θα είναι δυνατόν να μεταβιβασθώσι εις τρίτους. 3) Το συνιστώμενον Ίδρυμα θα διαθέτη μόνον τα προκύπτοντα έσοδα εκ των αφιεμένων ούτω ως άνω μετοχών, άτινα έσοδα και εις όσα κατ' έτος ποσά εξικνούνται τούτα θα διατίθενται κατ' έτος υποχρεωτικώς προς εξυπηρέτησιν και μόνον των αγαθοεργών σκοπών του Ιδρύματος, οίτινες είναι:

α) Η παροχή είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%) εκ των εσόδων τούτων κατ' έτος εις το εν Αθήναις εδρεύον Ελληνικόν Αντικαρκινικόν Ινστιτούτον, ίνα διατεθώσιν υπ' αυτού εις αγαθοεργούς σκοπούς, β) Η παροχή είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%) εκ των εσόδων τούτων, κατ' έτος εις τον Ελληνικόν Ερυθρόν Σταυρόν, ίνα διατεθώσιν υπ' αυτού εις αγαθοεργούς σκοπούς, γ) Η παροχή του τεσσαράκοντα τοις εκατόν (40%) εκ των εσόδων τούτων, κατ' έτος εις τους υπαλλήλους της εταιρείας "Ανωνύμου Βιομηχανικής και Εμπορικής Εταιρείας Αδελφοί Λαμπρόπουλοι" και δη εις όσους εκ τούτων έχουν ανάγκην ιδιαιτέρας οικονομικής ενισχύσεως, κατά την κρίσιν της Διοικούσης Επιτροπής του Ιδρύματος, και δ) Η παροχή του υπολοίπου δέκα τοις εκατόν (10%) εκ των εσόδων τούτων κατ' έτος, θα διατίθεται εις αγαθοεργούς σκοπούς κατά την κρίσιν της Διοικούσης Επιτροπής του Ιδρύματος. 4) Το συνιστώμενον Ίδρυμα θα διοικείται υπό Διοικούσης Επιτροπής, αποτελουμένης εκ τριών (3) προσώπων τα οποία είναι τα εξής:

α) ο αδελφός μου Θ. Π. Λ., ισοβίως και μετά τον θάνατον τούτου, ο εκάστοτε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της "Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Αδελφοί Λαμπρόπουλοι", β) Ο εκάστοτε Γενικός Διευθυντής - Σύμβουλος του Διοικητικού Συμβουλίου της αυτής εταιρείας και γ) Ο εκάστοτε Διευθυντής του Λογιστηρίου της αυτής Εταιρείας και δη ο υπογράφων τον ισολογισμόν αυτής. 5) ... 6) Ούτω κατ' έτος και μετά την ετησίαν τακτικήν Γενικήν Συνέλευσιν των μετόχων της Εταιρείας "Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Αδελφοί Λαμπρόπουλοι", καθ' ην εγκρίνεται ο Ισολογισμός αυτής, η ως άνω διοικούσα επιτροπή θα συνέρχεται όπως, εν όψει του περιελθόντος εισοδήματος εκ των μερισμάτων των μετοχών του Ιδρύματος, αποφασίζη, δια την διάθεσιν, κατά τα προειρημένα, εις το άρθρον 3ον των προσόδων του Ιδρύματος ... ".

Το άνω κοινωφελές ίδρυμα απέκτησε νομική προσωπικότητα με το, νομίμως δημοσιευθέν, από 30.11.1991 Προεδρικό Διάταγμα (Φ.Ε.Κ. τεύχος δεύτερο 996/2.12.1991) που ενέκρινε τη σύστασή του και κύρωσε τον οργανισμό της διοίκησής του. Εκεί καθορίσθηκε (κατά το ενδιαφέρον μέρος) ότι περιουσία του ιδρύματος αποτελούν (άρθρο 3) οι ανήκουσες στο διαθέτη, κατά το θάνατό του, μετοχές, οι οποίες θα είναι αναπαλλοτρίωτες.

Αυτές, ένεκα των αλλεπάλληλων εταιρικών μεταβολών που είχαν μεσολαβήσει από τη σύνταξη της διαθήκης του, ανήρχοντο σε 3.111 προνομιούχες και 106.500 κοινές. Ακόμη ότι, επιμέρους - μεταξύ άλλων - σκοποί του ιδρύματος είναι ι. η παροχή του 25% από τα έσοδά του κάθε χρόνο, στο Ελληνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο (Ε.Α.Ι.), για να διατίθενται για τους αγαθοεργούς σκοπούς του και ιι.

η παροχή του 25% από τα έσοδά του κάθε χρόνο, στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό, για να διατίθενται για τους αγαθοεργούς σκοπούς του. Τόσο κατά το χρόνο δηλώσεως από το διαθέτη της άνω διάταξης τελευταίας βουλήσεώς του, όσο και κατ' εκείνο του θανάτου του, η α.β.ε.ε. "Αδελφοί Λαμπρόπουλοι" ήταν μια ακμάζουσα οικογενειακή επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση στον ελληνικό εμπορικό χώρο, για περισσότερα από 50 έτη.

Η σταθερά ανοδική πορεία της απέκλεισε την πρόβλεψη, στη διαθήκη, της τύχης του ιδρύματος σε περίπτωση που αυτή παύσει να λειτουργεί. Έτσι, όταν το 2001 η προαναφερόμενη εταιρεία απορροφήθηκε από τη "Notos com συμμετοχές α.ε"., ο ειδικός σκοπός του που αφορά τη διάθεση του 40% των ετησίων μερισμάτων των καταλιπουσών μετοχών της απορροφηθείσας εταιρείας δεν ήταν, πλέον, δυνατόν να εκπληρωθεί.

Για το λόγο αυτό, με την απόφαση 7821/2003 του Εφετείου Αθηνών βεβαιώθηκε ότι η οικεία περί τούτου θέληση του διαθέτη δύναται να ικανοποιηθεί με την παροχή της αναλογούσας χρηματικής ποσότητας στους υπαλλήλους της απορροφήσασας "Notos com συμμετοχές α.ε.". Αλλά, ο ίδιος σκοπός κατέστη εκ νέου ανέφικτος το 2007. Τότε, όλες οι μετοχές της "Notos com συμμετοχές α.ε." εξαγοράσθηκαν, κατόπιν εγκρίσεως της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, από την "Τραμουντάνα II συμμετοχών α.ε.", η οποία, μετά τη διαγραφή της πρώτης, μετονομάσθηκε αυτή σε "Notos com συμμετοχές α.ε.".

Με τον τρόπο αυτό, η αφιερωθείσα από το διαθέτη περιουσία μεταποιήθηκε και έκτοτε αποτελείται από το τίμημα που εισέπραξε το αιτούν ίδρυμα από την επιβληθείσα πώληση των μετοχών του, το οποίο ανήλθε στα 8.376.066,40 ευρώ. Επήλθε, λοιπόν, μη αναστρέψιμη ουσιώδης μεταβολή των πραγματικών περιστάσεων, υπό τις οποίες ο διαθέτης διενήργησε τη σύνταξη της ιδρυτικής πράξεως του αιτούντος, με συνέπεια η συγκεκριμένη διάταξή του να μην ανταποκρίνεται προς τη νέα κατάσταση.

Προς πλήρωση του διαπιστωθέντος κενού, τα μέλη του νυν διοικητικού συμβουλίου του αιτούντος, πρόεδρος Ι. Β. και Θ. σύζυγος Α. Σ., το γένος Θ. Λ., άσκησαν τριτανακοπή, όπου ζητούσαν να εξαφανισθεί η παραπάνω 7821/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και να βεβαιωθεί ότι η εικαζόμενη βούληση του διαθέτη ικανοποιείται με την κατ' ισομοιρίαν προσαύξηση του ποσοστού που λαμβάνουν τα λοιπά τετιμημένα κοινωφελή ιδρύματα.

Πράγματι, το δικάσαν Δικαστήριο με την, επί αυτής εκδοθείσα, 6402/2007 απόφασή του, δεχθέν εν όλω το ασκηθέν ένδικο βοήθημα και αναζητήσαν την εικαζόμενη οικεία θέληση του διαθέτη, βεβαίωσε ότι αύτη ικανοποιείται πληρέστερα με τη χορήγηση του εν λόγω ποσοστού υπέρ των έτερων ορισθέντων κοινωφελών σκοπών και δη κατά το ήμισυ (20%) υπέρ του Ε.Α.Ι.

και κατά το ήμισυ (20%) υπέρ του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Ωστόσο, παραμένει κενό, το οποίο με την εξεταζόμενη αίτηση ζητείται να αρθεί, ως προς τη 2η διάταξη της διαθήκης που ορίζει ότι "Αι διδόμεναι εις το Ίδρυμα τούτο, ως άνω μετοχαί θα είναι αναπαλλοτρίωτοι και θα μένωσιν ούτω εσαεί εις την κυριότητα του συνισταμένου Ιδρύματος.".

Ερμηνεύοντας το περιεχόμενο του τεθέντος όρου, προς ανεύρεση της υποθετικής [(εικαζόμενης) Μπαλής Κληρονομικό δίκαιο δεύτερη έκδοση σελίδα 105] βούλησης του διαθέτη, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι ούτος, εάν είχε υπόψη του τη νέα μετά το θάνατό του διαμορφωθείσα κατάσταση, θα δήλωνε να παραμένει αναπαλλοτρίωτο το ληφθέν αντίτιμο των εκποιηθεισών μετοχών.

Η αναγκαία δε προσαρμογή του οργανισμού του θα λάβει χώρα με τροποποιητικό διάταγμα (άρθρο 11 Ν. 4182/2013). Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το έτος 1935 η "Χριστιανική Κοινωνική Ένωση" συνέστησε Φιλανθρωπικό και Επιστημονικό ίδρυμα, υπό την επωνυμία "Ελληνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο" (Προεδρικό Διάταγμα 24.6.1935, Φ.Ε.Κ.

τεύχος πρώτο 302/1935). Αναλλοίωτος σκοπός αυτού, έως και σήμερα, είναι η καταπολέμηση του καρκίνου στην Ελλάδα και η έρευνα των κατά τη νόσο ταύτη εν γένει και των μέσων της προφυλάξεως και θεραπείας αυτής. Η πραγματοποίηση δε του σκοπού του επιδιώκεται, ενδεικτικά, I. με την ίδρυση στην Αθήνα ι. εξωτερικών ιατρείων, όπου προσέρχονται οι ασθενείς προς διάγνωση των όγκων, ιι.

νοσοκομείου, στο οποίο θα νοσηλεύονται και θεραπεύονται οι πάσχοντες εκ κακοήθων όγκων, ιιι. ειδικού επιστημονικού ινστιτούτου προς έρευνα εν γένει του καρκίνου και των μέσων προφύλαξης και θεραπείας αυτού, II. με σειρά επιστημονικών μαθημάτων περί κακοήθων όγκων σε φοιτητές και πρακτικούς ιατρούς, III.

με τη διάδοση γνώσεων στο λαό, IV. με επιστημονικές ανακοινώσεις. Το 1940 άρχισε να λειτουργεί ως απλή υπηρεσία του το πρώτο αντικαρκινικό νοσοκομείο της χώρας "Ο Άγιος Σάββας". Τούτο αναπτύχθηκε ταχύτατα και αναγνωρίσθηκε για την υψηλή στάθμη των παρεχόμενων ιατρικών, νοσηλευτικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών του.

Το έργο, όμως, του Ε.Α.Ι. δεν εξαντλείτο στη δραστηριότητα αυτή. Απεναντίας, προωθούσε παραλλήλως την επιτέλεση και των λοιπών, υποστηρικτικών του σκοπού του, μέσων. Ένα εξ αυτών ήταν και η λειτουργία, επίσης ως αυτοτελούς υπηρεσίας του, του κέντρου ογκολογικής έρευνας και πειραματικής χειρουργικής "Γ. Παπανικολάου".

Με το Προεδρικό Διάταγμα 152/1992 οι δυο εν λόγω υπηρεσίες του Ε.Α.Ι. μετατράπηκαν, από το χρόνο δημοσιεύσεως του Προεδρικού Διατάγματος 271/1987, σε ένα αυθύπαρκτο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, φέρον την επωνυμία - σύμφωνα με το άνω ιδρυτικό Προεδρικό Διάταγμα - Περιφερειακό Αντικαρκινικό - Ογκολογικό Νοσοκομείο Αθηνών "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ", το οποίο υπήχθη στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και είναι το ήδη παρεμβαίνον στην παρούσα δίκη "Γενικό αντικαρκινικό ογκολογικό νοσοκομείο Αθηνών - Ο Άγιος Σάββας".

Η απόσχιση των υπηρεσιών αυτών από το σώμα του Ε.Α.Ι. δεν επέφερε τη διακοπή των σχέσεών τους με αυτό, αφού και υπό τη νέα νομική μορφή συνεχίζουν να λειτουργούν στο κτιριακό συγκρότημα που το τελευταίο οικοδόμησε και παραχώρησε στο ιδρυθέν ν.π.δ.δ. κατά χρήση, ενώ, συγχρόνως, ενισχύονται από εκείνο ποικιλοτρόπως.

To Ε.Α.Ι., όμως, με ρητή διάταξη του Προεδρικού Διατάγματος 152/1992, διατήρησε όλα τα δικαιώματα που είχε σε τυχόν κληρονομιές, δωρεές και κληροδοτήματα. Μετά την αλλαγή αυτή, το ίδιο (Ε.Α.Ι.) συνέχισε αμείωτη την προσπάθειά του για την καταπολέμηση του καρκίνου, παρουσιάζοντας εξέχουσες κινήσεις, με προσανατολισμό, κυρίως, στην πρόληψη και την έρευνα.

Ειδικότερα, το 1996, δια της … πράξεως του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Χριστ. Ευθυμίου, συνέστησε μαζί με το σωματείο "Ελληνική Ογκολογική Εταιρεία" το κοινωφελές ίδρυμα "Ελληνικό Ίδρυμα Ογκολογίας" (Προεδρικό Διάταγμα 27/2000, Φ.Ε.Κ. τεύχος πρώτο 22/2000). Ο σκοπός αυτού έγκειται στην αντιμετώπιση και καταπολέμηση των κακοήθων όγκων και την εν γένει προαγωγή της ογκολογίας, με κάθε επιστημονικό μέσο και τρόπο.

Η επιτέλεση του έργου του συνδέεται αποκλειστικά με το Ε.Α.Ι., καθ' όσον καλύπτει τα έξοδά του από τη μόνιμη ετήσια χορηγία που του παρέχει το τελευταίο. Έτσι, το Ε.Α.Ι. διακρίνεται, πλέον, και για το ιδιαίτερα σημαντικό πρόγραμμα πληθυσμιακού ελέγχου που εφαρμόζει ανελλιπώς, μέσω του νεοδημιουργηθέντος "Ελληνικό ίδρυμα ογκολογίας", για την έγκαιρη δωρεάν διάγνωση του καρκίνου του μαστού και του τραχήλου της μήτρας, με τη χρήση κινητών και σταθερών μονάδων στην επαρχία και την Αττική.

Ταυτοχρόνως, το Ε.Α.Ι. θεμελίωσε, το 2004, Ερευνητικό Κέντρο, ασχολούμενο με τον τομέα της βιοϊατρικής μεταφραστικής έρευνας, και το 2008, Διαγνωστικό Εργαστήριο Βιολογικών Υλικών, τα οποία συστεγάζονται με το Ελληνικό ίδρυμα ογκολογίας, στην, ανήκουσα στην κυριότητά του, πολυκατοικία, που βρίσκεται επί της οδού ....

Το Ερευνητικό Κέντρο του Ε.Α.Ι. συνεργάζεται με Πανεπιστημιακά Ιδρύματα και Νοσοκομεία, εκπονώντας επιστημονικό έργο αφιλοκερδώς, προς όφελος των πασχόντων από καρκίνο στην Ελλάδα, ενώ, παραλλήλως, καταγράφει δημοσιεύσεις πρωτότυπων μελετών σε έγκυρα διεθνή περιοδικά και παρουσιάσεις εργασιών σε διεθνή και ελληνικά συνέδρια.

Πέραν τούτων, το Ε.Α.Ι. το 2008 δώρισε, μεταξύ άλλων, δύο ηλεκτρικούς γερανούς για ορθοστάτιση, κόστους 4.750,00 ευρώ έκαστος, στο φυσικοθεραπευτικό τμήμα του νοσοκομείου "Ο Άγιος Σάββας" και τρία μηχανήματα green light Laser, συνολικής αξίας 442.680,00 ευρώ, σε ισάριθμα νοσοκομεία, ήτοι τα "Ο Άγιος Σάββας", "Ιπποκράτειο" και "Σισμανόγλειο".

Το 2011, έθεσε υπό την αιγίδα του το διεθνές ιατρικό συνέδριο που διεξήχθη στη Ρόδο και αθλοθέτησε βραβείο 1.000,00 ευρώ για τον ερευνητή που θα παρουσίαζε σε αυτό την πιο σημαντική ανακάλυψη. Το 2016, δαπάνησε για υποτροφίες στις, εργαζόμενες στο νοσοκομείο "Ο Άγιος Σάββας", νοσηλεύτριες Γ. Τ., Α. Τ., Χ. Μ. και Ε. Τ.

το συνολικό ποσό των 18.300,00 ευρώ. Η σπουδαία συμβολή του Ε.Α.Ι. στο χώρο της υγείας, με την πλειάδα των μέσων που επιλέγει, κατέστησε αυτό ένα σημαντικό κοινωφελές ίδρυμα και, οπωσδήποτε, διακεκριμένο από το νοσοκομείο "Ο Άγιος Σάββας". Βεβαίως, η δημιουργία της συγκεκριμένης νοσοκομειακής του μονάδας χαρακτήρισε το έργο του, εντούτοις δεν το εξομοίωσε με εκείνο, όπως έχει κριθεί δια της αμετακλήτου αποφάσεως 833/1998 του Εφετείου Αθηνών.

Δια τούτο αδιαλείπτως τιμάται, με κληροδοσίες και δωρεές, από όσους ενδιαφέρονται για την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου. Ο διαθέτης Θεμιστοκλής Λαμπρόπουλος γνώριζε, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του (1975), τις ποικίλες, εστιασμένες στην αντιμετώπιση του καρκίνου, δράσεις του Ε.Α.Ι., όπως γνώριζε και το εφάμιλλο ανθρωπιστικό έργο του έτερου ωφελούμενου, ιδρυθέντος το έτος 1877, συλλόγου "Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός".

Το σύνθετο έργο του τελευταίου βασίζεται στην εθελοντική δράση και την άμεση ανταπόκριση των πολιτών, στοχεύοντας πάντα στην ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου σε περιόδους πολέμου και ειρήνης, στηρίζοντας τραυματίες, ασθενείς, πρόσφυγες, ηλικιωμένους, ανθρώπους με οικονομικές δυσκολίες και άτομα από κάθε ευάλωτη ομάδα του πληθυσμού.

Ωστόσο, προς υποστήριξή τους όρισε το Ε.Α.Ι. ως πρώτο ωφελούμενο από το ίδρυμά του. Τη διαχείριση δε των προς αυτά χορηγιών εμπιστεύθηκε στην αποφασιστική αρμοδιότητα των διοικήσεών τους, χωρίς προτίμηση σε συγκεκριμένο τομέα δράσεώς τους. Παρόλο που έως τον επισυμβάντα θάνατό του (1986) παρήλθε χρονικό διάστημα άνω των δέκα ετών, η εκδηλωθείσα προτίμησή του δεν κλονίσθηκε.

Άλλωστε, ο τύπος που ο ανωτέρω αποφάσισε να περιαφθεί η διαθήκη του (δημοσία) σε συνδυασμό με τις φιλάλληλες αρχές που διαπνέουν το σύνολο των περιεχομένων στη διαθήκη δηλώσεών του, αναδεικνύει, πρωτίστως, την επιθυμία του να κατοχυρώσει όχι μόνο τον κοινωφελή σκοπό, στον οποίο απέβλεπε, αλλά και τους τρόπους που θα εκτελείται αυτός.

Ως εκ τούτων, δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια μήτε μεταβολή συνθηκών επηρεάζουσα το νόημα της βουλήσεώς του, ώστε να χρήζει ερμηνείας η επιλογή του να προσφέρει στο Ε.Α.Ι., και δη υποχρεωτικώς, όπως τονίζει (3ος όρος), ετήσια χρηματική χορηγία". Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι όροι της υπ' αριθμ.

…/1975 δημόσιας διαθήκης του Θεμιστοκλή Λαμπρόπουλου είναι σαφείς και αποδίδουν τη βούληση του διαθέτη η χορηγία που όρισε ότι το αιτούν Κοινωφελές Ίδρυμα, με την επωνυμία "Λαμπροπούλειο Ίδρυμα (Δωρεά Θεμιστοκλέους Παναγ. Λαμπροπούλου)" θα διαθέτει κάθε έτος προς το Ελληνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο να διατίθεται από αυτό για κάθε δραστηριότητά του και όχι μόνο για αγαθοεργούς σκοπούς και, ακόμη (δέχθηκε), ότι δεν υφίσταται κενό ή ασάφεια, ούτε μεταβολή των συνθηκών, που να επηρεάζει το νόημα της βουλήσεώς του.

Εντούτοις, αν και το Εφετείο έκρινε ότι οι όροι της διαθήκης δεν έχουν ανάγκη ερμηνείας με σκοπό την αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως του διαθέτη, δέχθηκε σιωπηρώς την ανάγκη μιας τέτοιας ερμηνείας, διότι προέβη σε αναζήτηση του ηθελημένου νοήματος της ως άνω διατάξεως της διαθήκης με συσχετισμό των όρων αυτής (διαθήκης), καθώς επίσης και με τη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός αυτής, αλλά με τη χρησιμοποίηση επιχειρημάτων, που, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, αποδεικνύουν την προσπάθεια ερμηνείας.

Ειδικότερα, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη βούληση του διαθέτη, προέβη σε ερμηνεία, διότι: α) Συσχέτισε τον όρο 3 (α) της διαθήκης σχετικά με την παροχή του 25% των εσόδων προς το Ελληνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο (Ε.Α.Ι.) με τον όρο 3 (β) της διαθήκης σχετικά με την παροχή ίδιου ποσοστού των εσόδων προς τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό (Ε.Ε.Σ.) και βάσει του συσχετισμού αυτού δέχθηκε ότι ο διαθέτης διέκρινε το φιλανθρωπικό έργο του Ε.Ε.Σ.

που αποσκοπεί στη στήριξη ασθενών, προσφύγων, ανθρώπων με οικονομικές δυσκολίες και ατόμων από ευάλωτες ομάδες, σε σχέση με τις δραστηριότητες του Ε.Α.Ι., οι οποίες δεν έχουν τέτοιον χαρακτήρα, προέταξε την ενίσχυση των ποικίλων δράσεων του Ε.Α.Ι. και του εμπιστεύθηκε τη διαχείριση της προς αυτό ετήσιας χορηγίας, επειδή έθεσε το ίδρυμα αυτό ως "πρώτο ωφελούμενο", χωρίς να εκφράσει προτίμηση σε κάποιον συγκεκριμένο τομέα δράσεώς του, β) Άντλησε επιχειρήματα σχετικά με τη βούληση του διαθέτη κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης (1975) από στοιχεία εκτός της διαθήκης και προσδιόρισε τη βούληση του διαθέτη σχετικά με τη χορηγία προς το Ε.Α.Ι.

με βάση δράσεις του τελευταίου, που αναπτύχθηκαν πολλά χρόνια μετά από τη σύνταξη της διαθήκης, από το 2000 έως και το 2016, δεχόμενο, συγκεκριμένα, ότι ο διαθέτης, κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, γνώριζε τις ποικίλες, εστιασμένες στην αντιμετώπιση του καρκίνου, δράσεις του Ε.Α.Ι. που συστάθηκε το 1935 και ίδρυσε το έτος 1940 το πρώτο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο της χώρας, δηλαδή το Νοσοκομείο "Άγιος Σάββας", επειδή γνώριζε το εφάμιλλο ανθρωπιστικό (φιλανθρωπικό) έργο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που συστάθηκε το 1877, και ότι ο διαθέτης ήθελε να ενισχύσει τις ποικίλες δράσεις, για τις οποίες πλέον διακρίνεται το Ε.Α.Ι.

και ειδικότερα για το πρόγραμμα πληθυσμιακού ελέγχου που εφαρμόζει ανελλιπώς μέσω του "Ελληνικού Ιδρύματος Ογκολογίας", το οποίο ιδρύθηκε το 2000, την ενασχόληση με τον τομέα της βιοϊατρικής μεταφραστικής έρευνας μέσω Ερευνητικού Κέντρου που θεμελιώθηκε το 2004, την έρευνα μέσω Διαγνωστικού Εργαστηρίου Βιολογικών Υλικών που θεμελιώθηκε το 2008, τις δωρεές εξοπλισμού και μηχανημάτων σε διάφορα δημόσια Νοσοκομεία, όπως ο Άγιος Σάββας, το Ιπποκράτειο και το Σισμανόγλειο που έγιναν άπαξ το 2008, τη χρηματοδότηση ενός ιατρικού συνεδρίου, την αθλοθεσία βραβείου 1.000 ευρώ το 2011 και τη χορήγηση τριών υποτροφιών σε νοσηλευτές το 2016, γ) Στήριξε το κρίσιμο, για τις γνώσεις και τις αντιλήψεις του διαθέτη, πόρισμά του ότι αν και η δημιουργία του Νοσοκομείου "Ο Άγιος Σάββας" χαρακτήρισε το έργο του Ε.Α.Ι., εντούτοις δεν το εξομοίωσε με αυτό: 1) στην υπ' αριθμ. 833/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που αποτελεί στοιχείο εκτός της διαθήκης και δεν αφορά την παρούσα υπόθεση και τη βούληση του διαθέτη Θεμιστοκλέους Λαμπρόπουλου, αφού η απόφαση αυτή εκδόθηκε επί αιτήσεως για την ερμηνεία της υπ' αριθμ.

…/1961 δημόσιας διαθήκης της Ε. Κ. που ήταν σύζυγος ενός εκ των ιδρυτών του Ε.Α.Ι. και με τη διαθήκη της είχε ορίσει την ίδρυση ιδρύματος με σκοπό τη διάθεση των εσόδων του προς το Ε.Α.Ι. για τη δωρεά νοσηλεία άπορων ασθενών στο Νοσοκομείο και 2) στο γεγονός ότι το Ε.Α.Ι. τιμάται αδιαλείπτως με κληροδοσίες και δωρεές από τρίτους που ενδιαφέρονται για την "εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου", παρά το ότι τούτο αφορά στους τρίτους και δεν εντάσσεται στα κριτήρια ερμηνείας του άρθρου 173 του Α.Κ.

και δ) Στήριξε το κρίσιμο, για τις αντιλήψεις και τους σκοπούς του διαθέτη, πόρισμά του ότι ο διαθέτης επέλεξε να εμπιστευθεί τη διαχείριση των χορηγιών προς το Ε.Α.Ι. στη Διοίκηση αυτού, χωρίς προτίμηση σε συγκεκριμένο τομέα δράσεώς του, στο γεγονός ότι μετά τη σύνταξη της διαθήκης, το 1975, έως τον θάνατό του, το 1986, δεν κλονίσθηκε η προτίμησή του (διαθέτη) προς το ίδρυμα αυτό και τους σκοπούς που επιδιώκει, παρόλο που κατά το χρονικό αυτό διάστημα (1975-1986), όπως δέχθηκε, δεν επήλθε καμία μεταβολή ως προς τον αρχικό χαρακτήρα και τη λειτουργία του Νοσοκομείου "Ο Άγιος Σάββας" ως ιδιωτικού νοσηλευτικού ιδρύματος, το οποίο, όπως επίσης δέχθηκε το Εφετείο, μετατράπηκε σε Ν.Π.Δ.Δ.

το 1992, και στο γεγονός ότι ο διαθέτης επέλεξε τον τύπο της δημόσιας διαθήκης, γεγονός, όμως, που δεν αποτελεί στοιχείο, που προσδιορίζει τη βούληση του διαθέτη. Από τα ανωτέρω, αλλά και από το σύνολο των παραδοχών του συνάγεται ότι το Εφετείο διαπίστωσε, εμμέσως αλλά σαφώς, κενό και αμφιβολία και δέχθηκε την ανάγκη ερμηνείας, στην οποία και κατέφυγε για να διαγνώσει την αληθινή βούληση του διαθέτη.

Όμως, κατά την ερμηνεία αυτή, παρέλειψε να προσφύγει για την ανεύρεση της αληθινής βουλήσεως του διαθέτη στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 του Α.Κ., εφ' όσον στην απόφαση δεν αναφέρεται ότι έλαβε χώρα προσφυγή σ' αυτόν, ούτε, άλλωστε, τούτο προκύπτει, έστω και εμμέσως, από αυτήν, αφού αντίθετα μάλιστα έγινε δεκτό, όπως προαναφέρθηκε, ότι οι όροι της διαθήκης είναι σαφείς και αποδίδουν τη βούληση του διαθέτη η χορηγία που όρισε ότι το αιτούν Κοινωφελές Ίδρυμα, με την επωνυμία "Λαμπροπούλειο Ίδρυμα (Δωρεά Θεμιστοκλέους Παναγ.

Λαμπροπούλου)" θα διαθέτει κάθε έτος προς το Ελληνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο να διατίθεται από αυτό για κάθε δραστηριότητά του και όχι μόνο για αγαθοεργούς σκοπούς, καθώς και ότι δεν υφίσταται κενό, ασάφεια ή μεταβολή των συνθηκών, που να επηρεάζει το νόημα της βουλήσεώς του. Έτσι, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αφού παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 173 του Α.Κ., με τη μη εφαρμογή του.

Επομένως, ο συναφής τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του ίδιου λόγου, κατά το δεύτερο μέρος του, του τετάρτου λόγου, κατά το νοηματικά δεύτερο μέρος του, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

και των πέμπτου και έκτου αναιρετικών λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 20 (ο πέμπτος) και (αληθώς μόνο) από τον αριθμό 11 (ο έκτος) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., διότι αφορούν στο αυτό κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου μέρους του τρίτου αναιρετικού λόγου, που έγινε δεκτός.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Αν το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί αιτήματος της αγωγής, χωρίς να διαλάβει οτιδήποτε στο σκεπτικό ή στο διατακτικό του, το αίτημα τούτο θεωρείται ότι σιωπηρά απορρίφθηκε.

Δεν ιδρύεται όμως αναιρετικός λόγος από την περ. γ' του αριθμού 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, εάν το απορριφθέν σιωπηρώς αίτημα, κατά την πιο πάνω έννοια, ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή μη νόμιμο ή αλυσιτελές (Α.Π. 850/2009). Το αναιρεσείον με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ.

γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση της αφέσεως αιτήσεως αδίκαστης και συγκεκριμένα ότι, αν και το Εφετείο δέχθηκε το υπό στοιχ. Γ' αίτημά του, κατά το πρώτο σκέλος του, και καθόρισε ότι το ποσό των 8.376.006,40 ευρώ, που εισπράχθηκε ως τίμημα από την πώληση των μετοχών θα παραμείνει εσαεί αναπαλλοτρίωτο, παρέλειψε να αποφανθεί επί του δευτέρου σκέλους του αιτήματος αυτού, δηλαδή να καθοριστεί ότι, αντί των μερισμάτων των μετοχών που ο διαθέτης έχει ορίσει με την διαθήκη ότι θα διατίθενται για αγαθοεργούς σκοπούς, θα διατίθενται ετησίως οι τόκοι ή το προϊόν οποιασδήποτε άλλης νόμιμης επενδύσεως του ως άνω αναπαλλοτρίωτου ποσού των 8.376.066,40 ευρώ, και δεν έκρινε σχετικά με τον τρόπο εκπληρώσεως της βουλήσεως του διαθέτη, ο οποίος όρισε ρητώς στη διαθήκη του ότι θα διατίθενται τα μερίσματα μετοχών, που, όμως, δεν υφίστανται από το έτος 2007.

Η αιτίαση, όμως, αυτή τυγχάνει αλυσιτελής, εφ' όσον το Εφετείο απεφάνθη περί του αναπαλλοτρίωτου του ληφθέντος αντιτίμου των εκποιηθεισών μετοχών. Αυτονόητη, εντεύθεν, συνέπεια, του γεγονότος αυτού, κατά λογική αναγκαιότητα, είναι ότι θα διατίθενται για τους αγαθοεργούς σκοπούς οι τόκοι ή το προϊόν οποιασδήποτε άλλης νόμιμης επενδύσεως του αναπαλλοτρίωτου αυτού ποσού των 8.376.066,40 ευρώ.

Επομένως, ο συναφής αναιρετικός λόγος κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού η κρινόμενη αίτηση γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βασίμων των προαναφερομένων λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.), προκειμένου να ερευνηθεί εκ νέου.

Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), που δεν κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον, σ' αυτό (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ.

ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4479/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Και

Διατάζει την επιστροφή στο αναιρεσείον του παραβόλου που έχει καταθέσει.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ