Legislator Case Law & Legislation
215/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite specific legal errors.

Case Number 215/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a first-instance judgment. The appellant argued the lower court ignored specific evidence and facts, but the court found these arguments too vague and failed to meet the strict requirements for admissibility under Article 560 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and unfounded because it did not clearly identify specific legal errors or cite relevant statutory provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 560, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal for cassation is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the exact legal error committed by the lower court.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility vague grounds Code of Civil Procedure legal error specific citation unfounded appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 108 of the Code of Civil Procedure
Article 110, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 498, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 568, paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 576, paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 560, number 5 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 241/2015
Supreme Court Case 1061/2010
Supreme Court Case 3/1997
Supreme Court Case 1933/2006
Supreme Court Case 12/1997
Supreme Court Case 11/1996
Supreme Court Case 178/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 215 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 215 / 2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Λαζαρίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Μ. του Ρ., κατοίκου ...., η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Θεσσαλονιίκης. Εκδόθηκαν η 7419/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 9856/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-11-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1,2 και 4,576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν της συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλήτευοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής τους ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 241/2015, ΑΠ 1061/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 6354/21-11-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χ. Κ. η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 9856/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επισπεύσθηκε με φροντίδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης στην γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησης της στο Β1' Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 14 την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης.

Όμως η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη κατά την δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (αρθ 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση καν στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).

Με την από 20-11-2012 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει ότι προσελήφθη από τον τελευταίο την 30-9-2010 δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί ως πωλήτρια στο κατάστημα πωλήσεως οίνων, ζύθων, αναψυκτικών και συναφών ειδών που διατηρούσε στη Θεσσαλονίκη.

Ότι σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής προσέφερε τις υπηρεσίες της με την ανωτέρω ιδιότητα μέχρι την 30-8-2012 οπότε ο εναγόμενος - αναιρεσείων κατήγγειλε την εργασιακή της σύμβαση. Ότι εκ της εργασιακής αυτής συμβάσεως δικαιούται, λόγω διαφοράς αποδοχών, δεδομένου ότι, όπως εκθέτει, ο εναγόμενος δεν της κατέβαλλε πλήρεις τις νόμιμες αποδοχές της, για επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και για αμοιβή για την απασχόληση κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδος το συνολικό ποσό των 17.525,03 ευρώ.

Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 7419/2013 απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως κατ' αυτής εκ μέρους του εναγόμενου - αναιρεσείοντος εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη η έφεση ως αβάσιμη.

Ειδικότερα το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζον ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί των πραγμάτων κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα ακόλουθα ουσιώδη: " Ο εναγόμενος από το έτος 2006 διατηρούσε και εκμεταλλευόταν στην πόλη της Θεσσαλονίκης, επί της ... (περιοχή "Ιπποκράτειου" Νοσοκομείου) κατάστημα εμπορίας ξηρών καρπών, ποτών, αναψυκτικών, ζαχαρωδών και γαλακτοκομικών προϊόντων και συναφών ειδών.

Αποδείχθηκε, έτσι ότι ο εναγόμενος, ενόσω εκμεταλλευόταν ατομικά το άνω κατάστημα, συνήψε προφορικά με την ενάγουσα στη ..., στις 30-9-2010, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την οποία συμφωνήθηκε να εργάζεται η τελευταία ως πωλήτρια στο ως άνω κατάστημα και να αμείβεται με τις αποδοχές που θα προβλέπονταν από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας του κλάδου της.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργαζόταν ως πωλήτρια κατά τον πρώτο χρόνο της εργασίας και δη από 30-9-2010 έως 31- 8-2011 επί 8 ώρες ημερησίως και τέσσερεις ημέρες την εβδομάδα, λαμβάνοντας 3 ρεπό, εκ των οποίων οι δυο ημέρες ήταν κατά τη διάρκεια της εργάσιμης εβδομάδας και μια ημέρα κατά το Σαββατοκύριακο (συνήθως Σάββατο), ενώ από το Σεπτέμβριο του 2011 έως την 30-8-2012, εργαζόταν επί έξι ημέρες ημερησίως, από Δευτέρα έως Κυριακή, με ένα ρεπό εντός της εργάσιμης εβδομάδας.

Ωστόσο, ο εναγόμενος δεν προέβη στην αναγγελία της πρόσληψής της στον ΟΑΕΔ, ούτε άλλωστε την ασφάλισε στο ΙΚΑ. Ο εναγόμενος, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα ουδέποτε εργάστηκε στο κατάστημα του, αλλά ότι η παραπάνω, λόγω της κατοικίας της πλησίον του καταστήματος του και εξαιτίας των φιλικών σχέσεων που διατηρούσε με τις πωλήτριες, ήταν συχνά παρούσα εκεί, καθώς ήταν φίλη τους, η δε παρουσία της δικαιολογείτο ακριβώς λόγω των φιλικών σχέσεων που είχε αναπτύξει με αυτές.

Πλέον τούτων, αποδεικνύεται ότι μετά την άσκηση της αγωγής σε βάρος του εναγόμενου, ο τελευταίος υπέβαλε μήνυση εναντίον της ενάγουσας, όπου ισχυρίζεται ότι η ανωτέρω τέλεσε σε βάρος του τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και εξύβρισης, ισχυριζόμενη ψευδώς ενώπιον της επιθεώρησης εργασίας ότι δήθεν εργάστηκε στην επιχείρησή του αλλά και ασκώντας την κρινόμενη αγωγή.

Στη μήνυση αυτή, αναφέρει ομοίως ότι ο λόγος της καθημερινής και επί ώρες παρουσίας της ενάγουσας στο κατάστημά του ήταν οι φιλικές σχέσεις με τις υπαλλήλους, ενώ περαιτέρω ο μάρτυράς του στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου ανέφερε εξεταζόμενος ότι η ενάγουσα ίσως γνώριζε και το συναγερμό, καθώς με τις υπαλλήλους πολλές φορές έχουν κλείσει μαζί το μαγαζί.

Όμως, όλα τα παραπάνω στοιχεία, εκφεύγουν των συνηθισμένων ορίων των σχέσεων οικειότητας που μπορεί να αναπτυχθούν μεταξύ υπαλλήλων και τρίτων φιλικών προσώπων τους. Αντίθετα, το γεγονός ότι πράγματι η ενάγουσα εργαζόταν ως υπάλληλος στο κατάστημα του εναγομένου, προκύπτει από τα όσα κατέθεσε η μάρτυρας της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ιδίως όμως από τις καταθέσεις των Κ.

Μ., Π. Κ., Α. Τ., Σ. Π. και Α. Α., που περιέχονται στις υπ* αριθ. 1372, 1373 και 1379/2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης. Συγκεκριμένα, όλοι οι ανωτέρω, ουδεμία φιλική ή άλλη σχέση έχουν με την ενάγουσα, πλην όμως τη γνώρισαν ακριβώς με αφορμή την εργασία που παρείχε στο κατάστημα του εναγομένου, ως πωλήτρια.

Σημειώνεται, δε ότι όλοι οι ανωτέρω μάρτυρες γνωρίζουν και αναφέρουν απλά περιστατικά της καθημερινότητας ενός εργαζόμενου σε τέτοιου είδους καταστήματος (π.χ. αναζήτηση κερμάτων από παρακείμενο κατάστημα) που μάλιστα φέρει χαρακτηριστική ενδυμασία (ποδιά), τα οποία σαφώς δεν παραπέμπουν σε απλή φιλική σχέση της ενάγουσας με έτερους υπαλλήλους, αλλά σε καθήκοντα πωλητή.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η πρόσληψη της ενάγουσας δεν αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ, ούτε όμως ο εναγόμενος προέβη στην ασφάλισή της στο ΙΚΑ, με συνέπεια επί δυο έτη αυτή να εργάζεται ανασφάλιστη. Το γεγονός ότι δεν υπήρξε διαπίστωση από τους αρμοδίους υπαλλήλους του ΙΚΑ παράβασης για το πρόσωπο της ενάγουσας, σε έναν μεμονωμένο έλεγχο που χώρησε στις 5-12-2011, δεν αποδεικνύει άνευ ετέρου την ανυπαρξία σύνδεσης της ενάγουσας με τον εναγόμενο με σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι πράγματι κατά το διενεργηθέντα έλεγχο, η ενάγουσα ήταν παρούσα και δεν διαπιστώθηκε παράβαση ή εάν κατά την ώρα του ελέγχου η προρρηθείσα δεν βρισκόταν στο κατάστημα, με αποτέλεσμα η μη διαπίστωση οποιασδήποτε ανακολουθίας ή αταξίας μεταξύ των εγγράφων που αναζητήθηκαν από τους υπαλλήλους της άνω υπηρεσία5 και των εργαζομένων που πράγματι εκείνη την ώρα παρείχαν την εργασία , να οφείλεται ακριβώς στην απουσία της.

Πέραν όμως των ανωτέρω, από τα προσκομιζόμενα τιμολόγια, επί των οποίων πράγματι δεν υπάρχει υπογραφή με το όνομα της ενάγουσας, ουδόλως αποδεικνύεται ότι αυτή ουδέποτε εργάστηκε στο κατάστημα του εναγομένου. Και τούτο διότι, από τα ενδεικτικά κατωτέρω αναφερόμενα τιμολόγια φέρεται ότι τα εμπορεύματα παραλαμβάνονταν τις περισσότερες φορές από την υπάλληλο Χ.

Φ., νύφη του εναγομένου. Ακολούθως, μετά τα παραπάνω η ανυπαρξία υπογραφής της ενάγουσας, υπό την ένδειξη της παραλαβούσας υπαλλήλου επί των τιμολογίων που προσκομίζονται με επίκληση, ουδόλως αναιρεί την κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι πράγματι η ενάγουσα εργάστηκε στην επιχείρηση του εναγόμενου.

Σημειώνεται, ακόμη, ότι πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του εναγομένου για επίδειξη εγγράφου και δη της κάρτας ανεργίας της ενάγουσας. Ειδικότερα, ο εναγόμενος με τις προτάσεις που υπέβαλε στο παρόν Δικαστήριο, ζήτησε, προς ανταπόδειξη της ιστορικής βάσεως της αγωγής της ενάγουσας, να υποχρεωθεί η τελευταία να προσκομίσει την κάρτα ανεργίας του ΟΑΕΔ, από την οποία διατείνεται ο προαναφερθείς ότι η προαναφερόμενη δήλωνε άνεργη κατά το διάστημα που αφορά η αγωγή.

Ωστόσο, κρίνεται ότι ο εναγόμενος δεν δικαιολογεί στο παρόν στάδιο έννομο συμφέρον προς τούτο καθώς αποδεικνύεται ότι ήδη από 13- 11-2013 έλαβε, κατόπιν σχετικής αίτησής του προς τον κ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθ. 507/2013 εισαγγελική παραγγελία του (αρθρ. 25 αριθ. 4 εδ. β ν. 1756/1988) με την οποία παραγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ να χορηγήσει στον εναγόμενο την κάρτα ανεργίας της ενάγουσας καθώς και βεβαίωση του χρόνου εγγραφής της στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ.

Συνεπώς, μετά από όλα τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη επί της ουσίας η αγωγή της ενάγουσας - εφεσίβλητης, δεχθέν ότι πράγματι η παραπάνω εργάστηκε στο κατάστημα του εναγομένου ως πωλήτρια και υποχρέωσε τον τελευταίο να της καταβάλλει το συνολικό ποσό των 17.525,03 ευρώ με το νόμιμο τόκο, έστω και με πιο συνοπτικές αιτιολογίες που συμπληρώνονται με την παρούσα, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς, η υπό κρίση έφεση, με την οποία ο εκκαλών, υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Σημειώνεται, επίσης, ότι ο εκκαλών, στο εφετήριο, πέραν του λόγου της έφεσης που αφορούσε την κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την παραδοχή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της παροχής εργασίας από την ενάγουσα, ο οποίος κατά τα παραπάνω είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ουδόλως βάλλει με λόγο έφεσής του κατά των επιδικασθέντων κονδυλίων...".

Με τις κρίσεις του αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης εργασιακής συμβάσεως, δυνάμει της οποίας η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της ως εργαζόμενη καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα.

Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στον τρίτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις και υπό την επίφαση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττονται απαραδέκτως οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του δικάζοντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.

αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ: 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική .πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, .

ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στα άρθρα 559 και 560 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.

α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά,, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

Α.Π. 20/2005). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεώς του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., ουδόλως όμως αναφέρει ποιόν κανόνα ουσιαστικού δικαίου παραβίασε αυτή. Ειδικότερα, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο "Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση ερμήνευσε εσφαλμένα τη συχνή παρουσία της αντιδίκου στο κατάστημα που διατηρούσα, επί της ..., ως εκτελεσθείσα δικαιοπραξία και δη ως προφορική ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με συγκεκριμένο πρόγραμμα απασχόλησης και δήθεν εφαρμοστέες τις διατάξεις για τις αποδοχές που προέβλεπε η εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας.

Στο δικαστήριο της ουσίας λοιπόν εμφιλοχώρησε λογιστικό (συλλογιστικό) σφάλμα κατά προσπάθεια ερμηνείας της συχνής παρουσίας της αντιδίκου στο κατάστημα μου... Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα βασιζόμενη σε λογιστικά (συλλογιστικά) σφάλματα επαγωγικές σκέψεις, προχώρησε στην εσφαλμένη κατάρτιση και ύπαρξη εργασιακής σχέσης μεταξύ εμού και της αντιδίκου..." Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας.

Περαιτέρω, καθόσον αφορά την απόρριψη από την προσβαλλόμενη του αιτήματος του αναιρεσείοντος (εκκαλούντος) επιδείξεως εγγράφων θα πρέπει να λεχθεί ότι με το αναιρετήριο δεν υποβάλλεται συγκεκριμένη περί της απορρίψεως εκ του λόγου ατού αναιρετική πλημμέλεια.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον

δεύτερο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 560 αρ. 5 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, αιτιώμενος, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, ότι: α)η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί ανυπαρξίας της υπογραφής της αναιρεσίβλητης στο σύνολο των τιμολογίων, β)δεν έλαβε υπόψη της τους προσκομιζόμενους από αυτόν πίνακες προσωπικού και γ)δεν έλαβε υπόψη της το γεγονός των εκτάκτων ελέγχων της επιχείρησης του από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ι.Κ.Α. Με το ως άνω περιεχόμενο, οι εν λόγω αιτιάσεις, δεν εμπίπτουν στην προεκτεθείσα έννοια των "πραγμάτων", και συνακόλουθα ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά το ως άνω μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη, η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν πρέπει να περιληφθεί στην παρούσα, εφόσον η αναιρεσίβλητη, λόγω της ερημοδικίας της, δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-11-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 9856/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25η Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.