Legislator Case Law & Legislation
215/2019 AI generated

Supreme Court remands case for retrial on teacher's claim for extra pay for reduced working hours.

Case Number 215/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the teacher's appeal against the First Instance Court's dismissal of her claim for additional remuneration. The lower court had rejected the claim because the teacher provided services for only two hours weekly instead of the four hours she alleged, and the remaining time was considered a legal obligation. The Court found the lower court's reasoning insufficient regarding the calculation of her actual working hours versus statutory obligations, necessitating a new factual examination. Consequently, the case was remanded for a full retrial on the merits of the compensation claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 24, 28, 29, 30 of Law 682/1977; The court must conduct a substantive review of claims for additional remuneration by private school teachers when the lower court's assessment of working hours and legal obligations is ambiguous or insufficiently reasoned.

Keywords

AI generated
private school teachers additional remuneration reduced working hours legal obligations remand for retrial statutory obligations teacher compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 682/1977
Article 24 of Law 682/1977
Article 28 of Law 682/1977
Article 29 of Law 682/1977
Article 30 of Law 682/1977
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 215 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 215/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Λ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Φραντζεσκάκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Λεωνίδα Θεοδώρου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2938/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2019/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-10-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Κατά το άρθρο 1 του ν. 682/1977 "περί ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαιδεύσεως και σχολικών οικοτροφείων", ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαιδεύσεως, κατά την έννοια του νόμου αυτού, είναι τα αντίστοιχα προς τα δημόσια σχολεία γενικής δημοτικής ή μέσης εκπαιδεύσεως, τα οποία δεν ανήκουν στο Κράτος, αλλά ιδρύονται και συντηρούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στον ίδιο νόμο.

Σε σχέση με το διδακτικό προσωπικό των ως άνω σχολείων, με το άρθρο 24 του ν. 682/ 1977 ορίζεται ότι αυτό πρέπει να έχει τα προσόντα που απαιτούνται για το διδακτικό προσωπικό των δημόσιων σχολείων. Με το άρθρο 28 θεσπίζεται επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών, στην οποία εγγράφονται όσοι έχουν τα νόμιμα προσόντα και η οποία τηρείται στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας (παρ.1) και περιλαμβάνει τρεις πίνακες (Α, Β και Γ), ανάλογα με την προϋπηρεσία των διδασκόντων ή επιθυμούντων να διδάξουν σε ιδιωτικά σχολεία.

Περαιτέρω, στο άρθρο 29 παρ.1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι το διδακτικό προσωπικό των ιδιωτικών σχολείων επιλέγεται από τους ιδιοκτήτες αυτών μεταξύ των εγγεγραμμένων στους πίνακες της επετηρίδας ιδιωτικών εκπαιδευτικών και διορίζεται από τον οικείο Επιθεωρητή με πρόταση του ιδιοκτήτη του σχολείου, ο οποίος, κατά την επιλογή, δεν δεσμεύεται από τη σειρά εγγραφής στην επετηρίδα.

Στο επόμενο άρθρο 30 παρ.1 και 3 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι όσοι εκπαιδευτικοί διδάσκουν σε ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαιδεύσεως, υπηρετούν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου και ότι, σε κάθε περίπτωση, μετά την πάροδο τετραετίας η σύμβαση μετατρέπεται αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου.

Κατά το άρθρο 27 του ν. 682/1977, το όριο των καθ' εβδομάδα ωρών διδασκαλίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών πλήρους απασχόλησης είναι το εκάστοτε ισχύον για τους δημόσιους εκπαιδευτικούς των δημόσιων σχολείων. Πέραν των ωρών διδασκαλίας, ο ιδιωτικός εκπαιδευτικός υποχρεούται στην παροχή και άλλων υπηρεσιών, συνδεόμενων προς το εν γένει εκπαιδευτικό έργο, όπως η συμμετοχή σε συνεδριάσεις του συλλόγου διδασκόντων, η συμμετοχή σε εορταστικές και άλλες εκδηλώσεις, η ενημέρωση των γονέων κλπ, παραμένοντας στο σχολείο κατά τις ώρες και ημέρες λειτουργίας αυτού και, πάντως, όχι πέραν των 30 ωρών συνολικά εβδομαδιαίως, για τους κατά πλήρες διδακτικό ωράριο απασχολούμενους εκπαιδευτικούς μέσης εκπαίδευσης και κατ' αναλογία για τους απασχολούμενους με μειωμένο διδακτικό ωράριο.

2.Κατά το άρθρο 14 παρ.13 του ν. 1566/1985 "Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, η εβδομαδιαία διδασκαλία και διεξαγωγή πρακτικών ασκήσεων από εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης των κλάδων ΑΤ1 μέχρι ΑΤ18 πρέπει να φθάνει τις είκοσι μία (21) ώρες αν έχουν έως έξι έτη υπηρεσίας, τις δεκαεννέα (19) ώρες αν έχουν από έξι μέχρι δώδεκα έτη υπηρεσίας και τις δεκαοκτώ (18) ώρες αν έχουν πάνω από δώδεκα έτη υπηρεσίας.

Επίσης, κατά το άρθρο 14 παρ.14 του ν.1566/1985, διδασκαλία με μειωμένο ωράριο δεν επιτρέπεται, εκτός εάν η συμπλήρωσή του δεν είναι αντικειμενικά δυνατή. Αν οι διδάσκοντες δεν συμπληρώνουν το υποχρεωτικό ωράριο διδασκαλίας στο σχολείο που υπηρετούν, διατίθενται μερικά ή ολικά, σε άλλα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή σε τμήματα πρόσθετης διδακτικής βοήθειας.

Και κατά την παρ.18 του ίδιου άρθρου, ανάθεση υπερωριακής διδασκαλίας, προαιρετικής ή υποχρεωτικής, καθώς και ανάθεση διδασκαλίας με ωριαία αντιμισθία, επιτρέπεται μόνο αν οι καθηγητές της ίδιας ειδικότητας έχουν καλύψει το υποχρεωτικό ωράριο διδασκαλίας τους. Από τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες κατά το άρθρο 62 παρ.7 του ν.1566/1985 εφαρμόζονται και στις ιδιωτικές σχολικές μονάδες της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΑΠ 1820/1999), συνάγεται ότι για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ισχύει κατ' αρχήν απασχόληση με πλήρες ωράριο διδασκαλίας, αφού διδασκαλία με μειωμένο ωράριο δεν επιτρέπεται παρά μόνο κατ' εξαίρεση, όταν η συμπλήρωση πλήρους ωραρίου δεν είναι αντικειμενικά δυνατή.

Και ότι ο ιδιοκτήτης του σχολείου, ο οποίος, αν και έχει τη δυνατότητα να απασχολήσει με πλήρες ωράριο διδασκαλίας τον ήδη υπηρετούντα ωρομίσθιο εκπαιδευτικό, παραλείπει να ενεργήσει τα νόμιμα προς την αρμόδια διεύθυνση ιδιωτικής εκπαίδευσης για την έκδοση πράξεως διορισμού με πλήρη απασχόληση, ζημιώνει παράνομα τον εργαζόμενο στο μέτρο που με την παράλειψη αυτή καταβάλλει αποδοχές ολιγότερες από εκείνες, τις οποίες ο εκπαιδευτικός θα λάμβανε εάν είχε διορισθεί, σύμφωνα με την αρχαιότητα και την προϋπηρεσία του, με πλήρες ωράριο.

3.Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: H ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 11-4-2011 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι είχε προσληφθεί από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, το έτος 1994, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αρχικά ορισμένου και από το έτος 2003 αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως καθηγήτρια γαλλικής γλώσσας στα εκπαιδευτήρια της τελευταίας, στο ....

Ότι, αρχικά, το ωράριό της είχε συμφωνηθεί σε έξι ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας, στη συνέχεια όμως, η εναγομένη, λόγω των εκπαιδευτικών αναγκών της, την απασχολούσε πολλαπλάσιες ώρες τις οποίες δεν δήλωνε, όπως όφειλε, στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας για να λάβει η ενάγουσα διορισμό πλήρους απασχόλησης, τον οποίο δικαιούταν.

Ότι για το λόγο αυτό αφ' ενός η εξέλιξη της σε μισθολογικά κλιμάκια ανάλογα προς την προϋπηρεσία της καθυστερούσε και αφ' ετέρου η ίδια στερείτο τις αποδοχές, τις οποίες θα λάμβανε αν η εναγομένη εκπλήρωνε την εκ του νόμου υποχρέωσή της να προκαλέσει το διορισμό της με πλήρη απασχόληση. Ότι για το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-9-2001 έως 31-3-2011 οι διαφορές, μεταξύ των αποδοχών που θα είχε λάβει με διορισμό πλήρους απασχόλησης και αυτών που έλαβε διοριζόμενη ως ωρομίσθια, ανέρχονται σε 101.174,75 ευρώ (όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στην αγωγή).

Ότι, άλλως, η ενάγουσα δικαιούται τις ανωτέρω αποδοχές ως αποζημίωση, λόγω της υπαίτιας και παράνομης επιμονής της εναγομένης να την απασχολεί με μειωμένο ωράριο, αν και για να καλύψει τις ανάγκες της επιχείρησής της κατά τα ίδια χρονικά διαστήματα προσλάμβανε άλλες, νεότερες καθηγήτριες γαλλικής γλώσσας, καταστρατηγώντας τις διατάξεις του νόμου που δεν επιτρέπει διδασκαλία με μειωμένο ωράριο και στερώντας την ενάγουσα από την πλήρη απασχόληση με τις αντίστοιχες αποδοχές.

Ότι, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, πέραν της προαναφερόμενης διδασκαλίας, η ενάγουσα απασχολήθηκε για τις ανάγκες της επιχείρησης της εναγομένης επί τέσσερις ώρες την εβδομάδα για τις καθ' υπόδειξη αυτής αναγκαίες συνεργασίες, συνεδριάσεις καθηγητών και επικοινωνία με τους γονείς των μαθητών, για τις οποίες δικαιούται ως πρόσθετη αμοιβή ποσό 28.624,48 ευρώ.

Ότι η εναγομένη, με το να εμφανίζει την ενάγουσα ως εργαζόμενη με μειωμένο ωράριο και να παραλείπει παράνομα το διορισμό της με πλήρη απασχόληση, προσέβαλε την προσωπικότητά της και προκάλεσε σ' αυτήν ηθική βλάβη, για αποκατάσταση της οποίας απαιτείται ποσό 20.000 ευρώ. Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά νόμιμο περιορισμό του αρχικού αιτήματος της αγωγής, η ενάγουσα ζήτησε να της επιδικασθούν, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, τα ως άνω χρηματικά ποσά ως μισθολογικές διαφορές, ως αποδοχές λόγω πρόσθετης εβδομαδιαίας εργασίας και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κυρίως μεν σύμφωνα με τη σύμβαση που υπήρχε μεταξύ τους, επικουρικώς δε σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις ή, άλλως, σύμφωνα με τα ισχύοντα για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 2938/2014 απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά τις επικουρικές βάσεις αυτής από τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Κατόπιν, δικάζοντας κατ' ουσία την κυρία βάση, απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή της ένστασης πενταετούς παραγραφής που είχε προβάλει η εναγομένη για τις αξιώσεις που είχαν γεννηθεί και καταστεί απαιτητές μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2005 και ως ουσιαστικά αβάσιμη για τις αξιώσεις από 1-1-2006 και μετέπειτα.

Μετά την άσκηση έφεσης από την ενάγουσα, εκδόθηκε η εδώ προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.

4.Ως προς το ζήτημα της απασχόλησης της ενάγουσας με μειωμένο ωράριο και των εντεύθεν νομικών συνεπειών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι η εναγομένη, εδώ αναιρεσίβλητη, διατηρεί από ετών ιδιωτικά εκπαιδευτήρια στο ... και για τις ανάγκες λειτουργίας τους είχε προσλάβει την ενάγουσα, εδώ αναιρεσείουσα, που ήταν γραμμένη στην επετηρίδα εκπαιδευτικών λειτουργών της ιδιωτικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ως καθηγήτρια της γαλλικής γλώσσας.

Ότι η αρχική πρόσληψη είχε γίνει με δύο παράλληλες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για τα χρονικά διαστήματα από 6-9-1994 έως 31-8-1995 και από 3-10-1994 έως 31-5-1995, προκειμένου η ενάγουσα να διδάξει φροντιστηριακά μαθήματα στους μαθητές των εκπαιδευτηρίων και του τμήματος ελευθέρων σπουδών, για τέσσερις και έξι ώρες διδασκαλίας την εβδομάδα, αντίστοιχα.

Ότι, στη συνέχεια, με πρόταση της εναγομένης, η ενάγουσα διορίστηκε ως καθηγήτρια γαλλικής γλώσσας, με βαθμό Γ' και μισθολογικό κλιμάκιο 18° για να διδάξει στο Γυμνάσιο της εναγομένης για μια διετία, από 4-11-1997 έως 31-8-1999, επί έξι ώρες την εβδομάδα. Ότι, έκτοτε, η ενάγουσα, με πράξεις της αρμόδιας Διεύθυνσης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας και κατόπιν πρότασης της εναγομένης, διοριζόταν για να διδάξει στο Γυμνάσιο της εναγόμενης ως ωρομίσθια.

Ότι την 1-9-2003, η σύμβαση της ενάγουσας μετετράπη σε αορίστου χρόνου, αλλά αυτή συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της στην εναγομένη επί έξι ώρες την εβδομάδα. Ότι η εναγομένη στα εκπαιδευτήρια της, εκτός από την ενάγουσα, απασχολούσε και άλλους εκπαιδευτικούς ως καθηγητές της γαλλικής γλώσσας και συγκεκριμένα, την Ε.

Τ., τη Β. Γ., τη Δ. Μ. και τη Μ. Μ. με ημερομηνίες πρόσληψης την 1-9-1994, 17-10-1994, 26-4-1995 και 11-12-1995, αντιστοίχως. Ότι η εναγομένη, προκειμένου να ενισχύσει διδακτικά τους μαθητές της, είχε καθιερώσει φροντιστηριακά μαθήματα, καθώς και μαθήματα ελευθέρων σπουδών εκτός του ωρολογίου προγράμματος. Ότι η ενάγουσα, κατά τα διδακτικά έτη 2001 έως και 2008 κατήρτισε με την εναγομένη συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προκειμένου να διδάξει φροντιστηριακά μαθήματα γαλλικής γλώσσας στους μαθητές των εκπαιδευτηρίων της εναγομένης εκτός ωρολογίου προγράμματος.

Ότι οι αναγραφόμενες στις παραπάνω συμβάσεις ώρες φροντιστηριακής διδασκαλίας, οι οποίες βρίσκονται εκτός ωρολογίου προγράμματος, δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθούν ως ώρες υπηρεσίας ιδιωτικού εκπαιδευτικού και για το λόγο αυτό, άλλωστε, δεν απαιτούσαν διορισμό από τη διοίκηση, γεγονός το οποίο η ενάγουσα γνώριζε.

Ότι η εκάστοτε πρόταση της εναγομένης για το διορισμό της ενάγουσας, ως ιδιωτικής εκπαιδευτικού γαλλικής γλώσσας στα εκπαιδευτήριά της για έξι ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας, ήτοι με μειωμένο ωράριο, γινόταν σε συνάρτηση με τις ώρες διδασκαλίας που έπρεπε να καλυφθούν και τον αριθμό των λοιπών υπηρετούντων εκπαιδευτικών της ίδιας ειδικότητας, γεγονός που γνώριζε εξ αρχής η ενάγουσα αφού το διοριστήριο κοινοποιείτο σ' αυτήν από την αρμόδια υπηρεσία.

Ότι οι λοιπές καθηγήτριες γαλλικής γλώσσας στα εκπαιδευτήρια της εναγομένης υπηρετούσαν, επίσης, με μειωμένο ωράριο και, με δεδομένο το ότι στους εκπαιδευτικούς ισχύει n αρχή της παλαιότητας, εάν κάποια από τις προαναφερθείσες συναδέλφους της ενάγουσας δικαιούτο περισσότερες ώρες διδασκαλίας, αυτή θα ήταν, ως αρχαιότερη, η Ε.

Τ.. Ότι για πρώτη φορά η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε αξιώνοντας μισθολογικές διαφορές, που κατά τους ισχυρισμούς της προέκυπταν από τη μειωμένη απασχόλησή της έναντι της πλήρους, με την από 21-12-2009 καταγγελία της προς την ΠΥΣΠΕ …., την οποία υπέβαλε την επόμενη μέρα και στο ΠΥΣΠΕ Δημοτικής Εκπαίδευσης Αττικής, αλλά αμφότερες απορρίφθηκαν.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι η εναγομένη δεν είχε συμβατική υποχρέωση να καταβάλλει στην ενάγουσα αποδοχές υπέρτερες από εκείνες που αναλογούσαν στην εργασία, την οποία η δεύτερη παρείχε σε εκτέλεση της συμβάσεως με μειωμένη απασχόληση, που εκάστοτε τις συνέδεε.

Κατόπιν αυτού, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση κατά το μέρος με το οποίο αμφισβητείτο η ορθότητα της τότε εκκαλούμενης απόφασης ως προς την απόρριψη του κεφαλαίου της αγωγής για διαφορές αποδοχών. Ακόμη, έκρινε ότι η άρνηση της εναγομένης να απασχολεί την ενάγουσα με πλήρες ωράριο δεν ενείχε, επίσης, παραβίαση των συμβατικών της υποχρεώσεων και δεν συνιστούσε μονομερή, βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, ικανή να προκαλέσει προσβολή στην προσωπικότητα της τελευταίας.

Γι' αυτό και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση και κατά το μέρος με το οποίο αμφισβητείτο η ορθότητα της εκκαλούμενης απόφασης ως προς την απόρριψη του κεφαλαίου της αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

5.Με την κρίση αυτή το Μονομελές Εφετείο Αθηνών ορθώς και με επαρκείς αιτιολογίες διέγνωσε ότι ήσαν ουσιαστικώς αβάσιμα τα ως άνω δύο κεφάλαια της αγωγής καθ' ό μέρος είχαν ως νομικό έρεισμα τη συμβατική σχέση των διαδίκων και συνιστούσαν την κυρία βάση της ένδικης αγωγής. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους λόγους αναιρέσεως, ελέγχονται αβάσιμα. Καθ' ό μέρος, όμως, το εφετείο έκρινε, περαιτέρω, ότι η εξ αδικοπραξίας πρώτη επικουρική βάση της αγωγής ήταν μη νόμιμη και, κατόπιν, επικύρωσε και ως προς το ζήτημα αυτό την τότε εκκαλούμενη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως, παραβίασε τις διατάξεις οι οποίες έχουν παρατεθεί στη σκέψη αρ.2 της παρούσας και σύμφωνα με τις οποίες ο ιδιοκτήτης ιδιωτικού σχολείου έχει νόμιμη υποχρέωση να εξασφαλίσει στον ιδιωτικό εκπαιδευτικό διορισμό και απασχόληση με πλήρες ωράριο, εκτός εάν αυτό είναι αντικειμενικά αδύνατο. Και σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης αυτής ζημιώνει παρά το νόμο τον ενδιαφερόμενο και οφείλει να αποκαταστήσει την υλική και ηθική ζημία, την οποία ενδεχομένως τού προκαλεί. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως και οι συναφείς προς αυτόν δεύτερος, τρίτος και τέταρτος από αυτούς, με τους οποίους επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

6.Τέλος, ως προς το ζήτημα της απασχόλησης της ενάγουσας σε δραστηριότητες πέραν της διδασκαλίας και της εντεύθεν οφειλόμενης πρόσθετης αμοιβής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα, πέραν του διδακτικού έργου, πρόσφερε υπηρεσίες προς την εναγομένη για την τακτική ενημέρωση των γονέων των μαθητών και για τη συμμετοχή σε εκπαιδευτικές συσκέψεις υπό τα αρμόδια όργανα αυτής.

Ότι αν και η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι παρείχε τις υπηρεσίες αυτές επί τέσσερις ώρες την εβδομάδα, στην πραγματικότητα τις παρείχε μόνο επί δύο ώρες την εβδομάδα, χωρίς γι' αυτές να δικαιούται επί πλέον αμοιβή, διότι συνιστούσαν νόμιμη, παρεπόμενη υποχρέωση. Ότι, ειδικότερα, το υποχρεωτικό εβδομαδιαίο ωράριο διδασκαλίας για καθηγητή γαλλικής γλώσσας ανέρχεται σε 18 ώρες.

Ότι μέχρι τη συμπλήρωση των 30 ωρών εβδομαδιαίως κατ' ανώτατο όριο, που επιτρέπεται να απασχολείται ο καθηγητής για την εκπλήρωση πρόσθετων υποχρεώσεων, απομένουν 12 ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης. Ότι η ενάγουσα απασχολείτο στην επιχείρηση της εναγομένης με μειωμένο ωράριο έξι (6) ωρών την εβδομάδα, ήτοι κατά το 1/3 του υποχρεωτικού ωραρίου.

Ότι και εάν ακόμη γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της ότι απασχολείτο, για την προαναφερόμενη αιτία, επί τέσσερις ώρες την εβδομάδα, δεν δικαιούται επιπλέον αμοιβή, αφού για το ωράριο των έξι ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης δικαιολογείται πρόσθετη απασχόληση τεσσάρων ωρών την εβδομάδα (το 1/3 των 12 ωρών), οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, δεν ξεπερνούσαν το ανώτατο ημερήσιο και εβδομαδιαίο όριο.

Κατόπιν αυτού, το εφετείο έκρινε ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται πρόσθετη αμοιβή για την πέραν της διδασκαλίας απασχόλησή της και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση κατά το μέρος με το οποίο αμφισβητείτο η ορθότητα της εκκαλούμενης απόφασης ως προς την απόρριψη του κεφαλαίου της αγωγής για επιδίκαση πρόσθετης αμοιβής.

Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών ορθώς και με επαρκείς αιτιολογίες εφάρμοσε τις διατάξεις που έχουν παρατεθεί στη σκέψη αρ.1 της παρούσας και διέγνωσε ότι ήταν ουσιαστικώς αβάσιμο το ως άνω κεφάλαιο της αγωγής. Επομένως, ο έκτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

7.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3) για να ερευνηθεί κατ' ουσίαν ως προς την εξ αδικοπραξίας βάση της αγωγής για τα κεφάλαια της αποζημίωσης (διαφορές αποδοχών με πλήρη και μειωμένη απασχόληση) και της χρηματικής ικανοποίησης. Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2019/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Φεβρουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ