215/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated215/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 1034 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού απαιτείται παράδοση της νομής του από τον κύριο σε αυτόν που αποκτά και συμφωνία των δύο ότι μετατίθεται η κυριότητα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η εμπράγματη σύμβαση για μεταβίβαση της κυριότητας κινητού νοείται ως αναιτιώδης ή αφηρημένη, δηλαδή επάγεται τη μετάθεση της κυριότητας, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή το κύρος της αιτίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 215 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 215/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Α. Φ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Διονύσιο Κοντομηνά.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Χ. του Λ., συζύγου Ε. Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πανάγο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4920/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2138/2011 οριστική του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-5-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές ανέγνωσε την από 27-11-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Γεράσιμου Φουρλάνου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1034 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού απαιτείται παράδοση της νομής του από τον κύριο σε αυτόν που αποκτά και συμφωνία των δύο ότι μετατίθεται η κυριότητα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η εμπράγματη σύμβαση για μεταβίβαση της κυριότητας κινητού νοείται ως αναιτιώδης ή αφηρημένη, δηλαδή επάγεται τη μετάθεση της κυριότητας, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή το κύρος της αιτίας.
Αν η εμπράγματη σύμβαση είναι καθεαυτήν ισχυρή, η κυριότητα μεταβιβάζεται, έστω και αν η ενοχική σύμβαση (πώληση, δωρεά κλπ.) που αποτελεί την αιτία της μεταβίβασης δεν καταρτίστηκε καθόλου ή είναι άκυρη ή ακυρώσιμη και ακυρώθηκε, διότι η μετάθεση της κυριότητας είναι αποτέλεσμα όχι της ενοχικής αλλά της αφηρημένης εμπράγματης σύμβασης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται ,αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο. Εξάλλου κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Εξάλλου ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στην Αθήνα στις 8-8-1988, από τον οποίο απέκτησαν το έτος 1989 μια κόρη, την Α.. Ο γάμος τους λύθηκε λόγω τετραετούς διάστασης με την υπ’ αριθ. 7249/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 5977/1996 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου και έχει καταστεί αμετάκλητη.
Στις 24-9-1992 οι διάδικοι, ενόσω ευρίσκοντο σε διάσταση, υπέγραψαν προκειμένου να εκδοθεί συναινετικό μεταξύ τους διαζύγιο, ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο ρύθμιζαν ενόψει της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης τους, τις μεταξύ τους σχέσεις, την επιμέλεια της ανήλικης τότε κόρης τους και την επικοινωνία μ’ αυτήν, συμφώνησαν δε μεταξύ άλλων στο εν λόγω συμφωνητικό η μεν εναγομένη να μην καταθέσει αγωγή διατροφής μέχρι την ενηλικίωση για την εν λόγω ανήλικη κόρη τους, ο δε ενάγων να της μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα τα κινητά πράγματα που αναλυτικά στο εν λόγω συμφωνητικό αναφέρονται, αξίας 10.000.000 δρχ., και περαιτέρω συμφώνησαν ότι σε περίπτωση που αθετήσει την υποχρέωση της η εναγομένη και τελικά καταθέσει αγωγή διατροφής για την ανήλικη κόρη τους, τότε θα υποχρεούται αυτή (εναγομένη) να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.000.000 δρχ.
ως ποινική ρήτρα, όση δηλαδή η αξία των ως άνω πραγμάτων, και ότι αν για οποιοδήποτε λόγο ο ενάγων αξιώσει από την εναγομένη την επιστροφή των άνω αντικειμένων, υποχρεούται να καταβάλει σ’ αυτήν ποινική ρήτρα το ποσό των 10.000.000 δρχ. Ο γάμος τους δεν λύθηκε συναινετικά όπως προαναφέρθηκε, διότι ο ενάγων παρά την υπογραφή του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, δεν συνέπραξε τελικά στην έκδοση του, ήτοι δεν παρέστη στην δεύτερη συζήτηση του διαζυγίου τους, πράγμα που ουδόλως αμφισβητεί αυτός.
Έτσι μετά την μη τήρηση της συμφωνίας εκ μέρους του ενάγοντος για έκδοση συναινετικού διαζυγίου τους, η εναγομένη με την από 25-10-1993 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να επιδικασθεί διατροφή υπέρ της ανήλικης κόρης τους και πράγματι με την υπ’ αριθ. 623/1994 απόφαση του άνω δικαστηρίου επιδικάσθηκε διατροφή υπέρ αυτής.
Στην συνέχεια η εναγομένη άσκησε και άλλες δύο αγωγής αναπροσαρμογής της διατροφής για την ανήλικη κόρη τους. Μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής διατροφής που άσκησε η εναγομένη, ο ενάγων άσκησε και αυτός την από 17-11-1994 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 10.000.000 δρχ.
ως ποινική ρήτρα, που είχε συμφωνηθεί με το άνω από 24-9-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσεως συναινετικά του γάμου τους, διότι αυτή αθέτησε την συμφωνία τους και κατέθεσε αγωγή διατροφής εναντίον του. Επί της αγωγής αυτής του ενάγοντος εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 3295/96 απόφαση του άνω δικαστηρίου που απέρριψε την αγωγή του, κρίνοντας ότι συμφωνία περί παραίτησης από δικαιώματος διατροφής για το μέλλον είναι άκυρη και κατ’ άρθρο 408 ΑΚ είναι άκυρη και η περί αυτής ποινική ρήτρα.
Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και στην συνέχεια αμετάκλητη και μετά ταύτα ο ενάγων άσκησε την κρινόμενη αγωγή του, με την οποία όπως προαναφέρθηκε ζητεί με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού την απόδοση των πραγμάτων που μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, άλλως την αξία τους, διότι εφόσον η εναγομένη άσκησε αγωγή διατροφής έληξε ο νόμιμος λόγος μεταβίβασης των κινητών πραγμάτων σ’ αυτήν, τα κατέχει αδικαιολόγητα και υποχρεούται να τα επιστρέψει.
Σχετικά με το τελευταίο αυτό περιστατικό, στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό που επικαλούνται και προσκομίζουν και οι δύο διάδικοι και δη στο κάτω σημείο του πρώτου φύλλου αυτού και συνέχεια, καθώς και στο δεύτερο φύλλο από την μέση αυτού και κάτω αναφέρονται αυτολεξεί τα εξής: "Ρητώς συμφωνείται διά του παρόντος, ότι μέχρι της ενηλικιώσεως του παιδιού, ουδέποτε θα κατατεθεί αγωγή για δικαίωμα διατροφής του παιδιού και για λογαριασμό του από την μητέρα, δεδομένου ότι για το δικαίωμα αυτό της διατροφής ο πρώτος των συμβαλλομένων παραχωρεί και μεταβιβάζει κατά πλήρη κυριότητα εις την δευτέρα των συμβαλλομένων τα κάτωθι έπιπλα και σκεύη της απολύτου κυριότητας του, που αγοράσθηκαν με χρήματα δικά του, ήτοι φούρνος ψησίματος κλπ...
Συμφωνείται ωσαύτως ότι σε περίπτωση αθετήσεως εκ μέρους της δευτέρας των συμβαλλομένων της ως άνω υποχρεώσεως της (δηλ. στην περίπτωση που θα καταθέσει αγωγή διατροφής εναντίον του πρώτου των συμβαλλομένων υπέρ της κόρης μας) θα υποχρεούται να καταβάλει προς τον πρώτο συμβαλλόμενο λόγω ποινικής ρήτρας το ποσό των δραχμών δέκα εκατομμυρίων (10.000.000), όση δηλαδή η αξία των ως άνω αντικειμένων, την οποία αξίαν συμφωνούν και συναποδέχονται αμφότεροι.
Επίσης συμφωνείται ότι αν για οποιονδήποτε λόγο ο πρώτος των συμβαλλομένων αξιώσει από την πρώτη την επιστροφή των ανωτέρω αντικειμένων, υποχρεούται να καταβάλει σ’ αυτή λόγω ποινικής ρήτρας το ποσό των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000 δρχ.)". Από την επιμελή ανάγνωση του εν λόγω συμφωνητικού και των όρων αυτού αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι θέλησαν αφενός μεν να μην εγερθεί αγωγή διατροφής εκ μέρους της εναγομένης για λογαριασμό της ανήλικης κόρης τους, αφετέρου ότι σε περίπτωση αθετήσεως αυτής της συμφωνίας τους, τότε θα υποχρεούται αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.000.000 δρχ ως ποινική ρήτρα και επιπλέον σε περίπτωση που ο ενάγων ζητήσει την επιστροφή των κινητών πραγμάτων, να υποχρεούται και αυτός με την σειρά του να καταβάλει στην εναγομένη το ποσό αυτό ως ποινική ρήτρα.
Δηλαδή κατά την συμφωνία τους το δικαστήριο κρίνει ότι τα μέρη θέλησαν σε περίπτωση που η εναγομένη αθετούσε το υπ’ αυτής υποσχεθέν, και εγείρει δηλαδή αγωγή διατροφής για την ανήλικη κόρη τους, θα βαρυνόταν με την καταβολή ποινικής ρήτρας και όχι με επιστροφή των κινητών πραγμάτων, επί των οποίων της είχε παραχωρήσει την πλήρη κυριότητα, χωρίς όρους, χωρίς δηλαδή να έχει θέσει τον όρο ο ενάγων ότι σε περίπτωση που αθετήσει την υποχρέωση της και ζητήσει διατροφή τότε η εναγομένη, ότι τότε δεν θα της παραχωρούνται τα εν λόγω κινητά και πρέπει να του τα επιστρέψει.
Από το γράμμα και το πνεύμα των συμφωνηθέντων, ουδόλως τα μέρη απέβλεψαν στην αυτούσια επιστροφή των κινητών πραγμάτων, αλλά μόνο στην αξία τους που την έθεσαν ως ποινική ρήτρα, θεωρώντας ότι η μεταβίβαση τους κατά πλήρη κυριότητα στην εναγομένη επήλθε με την παράδοση τους σ’ αυτήν, που έλαβε χώρα με την υπογραφή του εν λόγω συμφωνητικού.
Κατά την παράδοση δε αυτή η εναγομένη ήταν καλής πίστεως, διότι είχαν συμφωνήσει όπως προαναφέρθηκε να λύσουν συναινετικά το γάμο τους και να ρυθμίσουν στα πλαίσια αυτά τις μεταξύ τους σχέσεις, ο δε ενάγων είναι αυτός που δεν τήρησε τις μεταξύ τους συμφωνίες πρώτος, και δη δεν συνέπραξε όπως ήταν απαραίτητο για την έκδοση του συναινετικού διαζυγίου, και παρά την υπογραφή του εν λόγω συμφωνητικού.
Και ναι μεν η συμφωνία περί παραιτήσεως της εναγομένης από το δικαίωμα να ζητήσει διατροφή για το ανήλικο τέκνο τους για το μέλλον είναι άκυρη, διότι προσκρούει σε ρητή διάταξη του νόμου που την απαγορεύει και επέκεινα άκυρη είναι και η συνομολόγηση ποινικής ρήτρας για την αιτία αυτή, όμως η έτερη σύμβαση, αυτή δηλαδή της μεταβίβασης της πλήρους κυριότητας των κινητών πραγμάτων, η οποία περιέχεται στο εν λόγω συμφωνητικό, το οποίο σημειωτέον περιέχει πολλές επί μέρους ανεξάρτητες μεταξύ τους συμβάσεις, και σύμφωνα με αυτά που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η ακυρότητα της μιας εξ αυτών δεν επιφέρει κατ’ ανάγκην και την ακυρότητα των άλλων.
Ειδικότερα εν προκειμένω το δικαστήριο κρίνει ότι η ακυρότητα της άνω αναφερθείσης συμβάσεως των διαδίκων (περί μη εγέρσεως δηλαδή αγωγής διατροφής εκ μέρους της εναγομένης), που αποτελεί μια εκ των πολλών συμβάσεων που περιέχεται στο εν λόγω συμφωνητικό, που υπογράφηκε λόγω της επικείμενης λύσης του γάμου των διαδίκων, δεν επιφέρει για τους άνω λόγους και την ακυρότητα της επελθούσας με τον άνω τρόπο μεταβίβασης της κυριότητας των εν λόγω κινητών, διότι η μη εκπλήρωση εκ μέρους της εναγομένης της υποχρεώσεώς της αυτής, που αποτελούσε μέρος της όλης συμβατικής ρύθμισης των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων ενόψει του συναινετικού διαζυγίου, δεν επάγεται ακυρότητα και της ανεξάρτητης και χωρίς όρο μεταβίβασης των κινητών.
Συγκεκριμένα ουδόλως κατά την κρίση του δικαστηρίου αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι κατά τον χρόνο υπογραφής του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού, ήθελαν σε περίπτωση που η ενάγουσα εγείρει αγωγή διατροφής να είναι άκυρη όλη, η εξωτερικώς ενιαία δικαιοπραξία, (ολόκληρο δηλαδή το ιδιωτικό συμφωνητικό), το οποίο κατά το αντικειμενικό του περιεχόμενο, απαρτίζεται από πλείονες ρυθμίσεις, οι οποίες κατά την θέληση των μερών τελούν σε συνδυασμό, ήτοι καταρτίσθηκαν ως ενιαίο σύνολο.
Άλλωστε από το ίδιο άνω συμφωνητικό σαφέστατα όπως προαναφέρθηκε αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι οι διάδικοι θέλησαν, σε περίπτωση που η εναγομένη αθετήσει την υποχρέωση της και εγείρει αγωγή διατροφής, να υποχρεούται να καταβάλει ποινική ρήτρα και όχι να είναι άκυρη η μεταβίβαση των κινητών, την οποία θεώρησαν ότι επήλθε έκτοτε και χωρίς καμιά επιφύλαξη ή όρο διαρρήξεώς της.
Ο άνω συμβατικός όρος δηλαδή δεν αποδείχθηκε ότι είχε τεθεί με ποινή ακυρότητας της όλης σύμβασης ή των επί μέρους μικρότερων ρυθμίσεων (συμφωνιών), που αποτελούσαν μια ενιαία εξωτερικώς δικαιοπραξία. Αν ήθελαν οι διάδικοι σε περίπτωση ακυρότητας μερικότερης ρύθμισης, όπως στην προκειμένη περίπτωση που υπάρχει ακυρότητα στην ρύθμιση της υποχρεώσεως της εναγομένης να εγείρει αγωγή διατροφής, να υπάρχει ακυρότητα όλων των μερικότερων με την όλη σύμβαση ρυθμίσεων και επέκεινα και ακυρότητα της μεταβίβασης των κινητών (σε περίπτωση αθέτησης εκ μέρους της εναγομένης της άνω αναφερθείσης υποχρεώσεως της), τότε σαφέστατα ο ενάγων κύριος των παραχωρηθέντων κινητών, θα είχε εκφράσει ευθέως την βούληση τους στην σύμβαση αυτή και ειδικότερα θα είχε εξαρτήσει την μεταβίβαση τους με κάποιο όρο, όπως π.χ.
την επιστροφή αυτών τούτων των κινητών σε αντίθετη περίπτωση (δηλαδή αθετήσεως) και δεν θα είχε εξαρτήσει την αθέτηση της αυτή απλώς και μόνο με υποχρέωση της (εναγομένης) να καταβάλει ποινική ρήτρα, ίση με την αξία που αντιπροσωπεύουν αυτά. Δηλαδή από τα άνω το δικαστήριο κρίνει ότι εξαρχής και πρωτίστως η βούληση του μεταβιβάζοντος ενάγοντος ήταν ότι η εκ μέρους του μεταβίβαση των εν λόγω κινητών ήταν οριστική και χωρίς όρους και επιφυλάξεις και επίσης χωρίς καμιά παρακράτηση της κυριότητας για κάποιο έστω χρονικό διάστημα.
Η κρίση του δε αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι αυτός στην από 17-11-1994 αγωγή του κατά της εναγομένης ζήτησε την καταβολή της ποινικής ρήτρας και όχι την απόδοση σ’ αυτόν των κινητών πραγμάτων, διότι έκτοτε θεωρούσε ότι δεν βρισκόταν στην κυριότητα τους. Κατ’ ακολουθίαν και η εναγομένη βρίσκεται σε καλή πίστη κατά την απόκτηση της νομής των κινητών, διότι για τους ίδιους άνω λόγους χωρίς βαριά αμέλεια είχε την πεποίθηση και αυτή, ότι απέκτησε έκτοτε οριστικά την κυριότητα τους και χωρίς όρους, ανεξάρτητα δηλαδή αν τηρούσε ή όχι την υποχρέωση της, η αθέτηση της οποίας και αυτή πίστευε ότι βάσει των συμφωνηθέντων στο άνω συμφωνητικό, που απηχούσαν και την πραγματική τους βούληση, ήταν ότι σε ενάντια περίπτωση, θα είχε ως επακόλουθο και μόνο την καταβολή υπ’ αυτής ποινικής ρήτρας.
Επομένως εφόσον η εναγομένη βρίσκεται στην νομή τους με καλή πίστη για μία τριετία τουλάχιστον, έγινε κυρία αυτών και με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, διότι από την παράδοση της νομής σ’ αυτήν, που έλαβε χώρα την 24-9-1992, με την υπογραφή του άνω συμφωνητικού λύσεως του γάμου των διαδίκων με συναινετικό διαζύγιο, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής και δη την κατάθεση της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 6-1-2006, παρήλθε χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της τριετίας και δη περίπου δέκα τέσσερα έτη.
Επομένως η εναγομένη δεν κατέχει τα άνω κινητά πράγματα χωρίς νόμιμη αιτία, αφού κατά τα ανωτέρω έγινε κυρία τούτων με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας και συνεπώς δεν έγινε αδικαιολογήτως πλουσιωτέρα εις βάρος της περιουσίας του ενάγοντος...".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατ’ αποδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης και μετ’ εξαφάνιση της αντιθέτως αποφανθείσης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία αυτός ζήτησε, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, την αναγνώριση της υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης προς απόδοση της νομής των κινητών πραγμάτων, άλλως της αξίας αυτών.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1034, 1041,1044 ΑΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, ούτε εκείνη του άρθρου 904 ίδιου Κώδικα την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων αιτιολογιών.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση, διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, ότι τα διάδικα μέρη συμφώνησαν ρητά με την έγγραφη συμφωνία τους ότι η αναιρεσίβλητη, σε περίπτωση αθετήσεως της υποχρεώσεως της (να μην ασκήσει αγωγή διατροφής για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρα τους μέχρι την ενηλικίωση της), θα βαρυνόταν μόνον με την καταβολή ποινικής ρήτρας, ίσης με την αξία των κινητών πραγμάτων και όχι με την επιστροφή των κινητών αυτών, η κυριότητα των οποίων της παραχωρήθηκε οριστικά, μετά την παράδοση τους σ’ αυτήν, αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας τους, χωρίς καμιά παρακράτηση της κυριότητας, χωρίς επιφυλάξεις και χωρίς όρους, χωρίς δηλαδή να έχει θέσει ο αναιρεσείων όρο, ότι σε περίπτωση που αθετήσει την ανωτέρω υποχρέωση της, τότε δεν θα της παραχωρούνται τα εν λόγω κινητά και πρέπει να του τα επιστρέψει.
Δηλαδή, εφόσον υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές, οι συμβαλλόμενοι κατά τη συμφωνία τους, δεν εξάρτησαν το κύρος της μεταβιβάσεως της κυριότητας των κινητών από το κύρος ενοχικής συμβάσεως με την μορφή αιρέσεως, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά ειδικότερης αιτίας λόγω του αναιτιώδους της εμπράγματης σύμβασης.
Εξάλλου καμιά αντίφαση δεν υπάρχει μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης ότι η αναιρεσίβλητη έγινε κυρία των κινητών πραγμάτων με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με την παράδοση τους σ’ αυτήν από τον αναιρεσείοντα, ευθύς μετά την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού και εκείνης ότι "εφόσον βρίσκεται στη νομή τους με καλή πίστη για μια τριετία τουλάχιστον έγινε κυρία αυτών και με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας", αφού η τελευταία αυτή παραδοχή αποτελεί επάλληλη αιτιολογία, εφόσον και οι δύο τρόποι κτήσης κυριότητας των κινητών, στηρίζουν αυτοτελώς ο καθένας το διατακτικό της αποφάσεως, ούτε αντιφάσκουν μεταξύ τους, αφού ο ένας δεν αποκλείει τον άλλον (ΑΠ 27/2015).
Εξάλλου, εφόσον δεν πλήττεται επιτυχώς η πρώτη των ως άνω παραδοχών, κτήσης δηλαδή της κυριότητας των κινητών με παράγωγο τρόπο, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που πλήττουν την επάλληλη αιτιολογία περί κτήσης της κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο, παρίστανται αλυσιτελείς. Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος αναιρετικός λόγος ως προς όλα τα μέρη του είναι αβάσιμος.
Από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη βούληση των δικαιοπρακτούντων και παρά ταύτα δεν προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που θέτουν τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως τους (ΑΠ 1310/2011).
Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς αν υπάρχει κενό ή ασάφεια. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ που ορίζει ότι "η ακυρότητα μέρους συνεπιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της δικαιοπραξίας, αν συνάγεται ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος", προκύπτει ότι επί μερικής ακυρότητας η δικαιοπραξία ισχύει κατά το υπόλοιπο μέρος αυτής, εκτός της εξαιρετικής περίπτωσης, κατά την οποία συνάγεται ή αποδεικνύεται, ότι η κατά το χρόνο της καταρτίσεως της δικαιοπραξίας θέληση αμφοτέρων των μερών, αν αυτά γνώριζαν τη μερική ακυρότητα, θα ήταν να μη ισχύει η δικαιοπραξία, ούτε και κατά το υπόλοιπο μέρος (ΑΠ 1194/2000).
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επί ενιαίας εξωτερικώς δικαιοπραξίας, η οποία κατά το αντικειμενικό της περιεχόμενο, απαρτίζεται από πλείονες μερικότερες ρυθμίσεις, οι οποίες, κατά τη θέληση των μερών, τελούν σε συνδυασμό ήτοι καταρτίσθηκαν ως ενιαίο σύνολο (ΑΠ 63/2005).
Εν προκειμένω, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχεται, ούτε και εμμέσως, την ύπαρξη κενού η αμφιβολίας ως προς τη βούληση των διαδίκων που εκφράστηκε στο πιο πάνω, από 24-9-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο, οι διάδικοι ρύθμιζαν ενόψει της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης τους και προκειμένου να εκδοθεί συναινετικό διαζύγιο τις μεταξύ τους σχέσεις, ούτε άλλωστε προέβη σε ερμηνεία αυτού και επομένως ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το μέρας του με το οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να μην προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για την ερμηνεία του ως άνω συμβολαίου αν και διαπίστωσε κενά και αμφίβολα σημεία ως προς την εκφρασθείσα δικαιοπρακτική βούληση των μερών, παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τις διατάξεις αυτές, είναι αβάσιμος, στηριζόμενος και σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι το "ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε αντιτίθεται στους κανόνες της συναλλακτικής καλής πίστης" είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, το δικαστήριο της ουσίας δεν προέβη σε ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας.
Τέλος, εφόσον κατά τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές της αποφάσεως, αποδείχθηκε ότι η (υποτιθέμενη) θέληση των διαδίκων, κατά τον χρόνο υπογραφής του επίμαχου συμφωνητικού, ήταν, σε περίπτωση αθετήσεως της υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης (να μην ασκήσει δηλαδή αγωγή διατροφής για την ανήλικη θυγατέρα τους), μόνον η καταβολή ποινικής ρήτρας και όχι η ακυρότητα της μεταβιβάσεως των κινητών, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί παραλείψεως εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατά την έρευνα της υποτιθέμενης βούλησης των διαδίκων για την εφαρμογή του άρθρου 181 ΑΚ είναι απαράδεκτες, διότι, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου του περί μερικής ακυρότητας ισχυρισμού, εφόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου δεν υπάρχει θεμελιωτική αυτού βάση, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με την επαναξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, σύμφωνα με τις ουσιαστικές προσεγγίσεις του αναιρεσείοντος, πλήττεται πραγματικά η, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε του ΚΠολΔ). Τέλος, ο τελευταίος πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Μαΐου 2014 αίτηση του Α. Σ. Φ. για αναίρεση της 2138/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα