Legislator Case Law & Legislation
215/2011 AI generated

215/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 215/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

215/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση έχει ως εξής: Στην από 8-9-1998 αγωγή της προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας η εδώ αναιρεσείουσα ιστορούσε τα ακόλουθα: Την 19-4-1971 αυτή και ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) τέλεσαν μεταξύ τους γάμο, ο οποίος λύθηκε με οριστική απόφαση του έτους 1996 (σημ: τελεσίδικα ο γάμος λύθηκε κατά το έτος 2000). "Ο εναγόμενος κατά την τέλεση του γάμου ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 215 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 215/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. πρώην συζ. Ε. Α., το γένος Χ. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαϊωάννου.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Μίντζα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1004/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25-1-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 28-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1400 § 1 και 1401 εδ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στα αποκτήματα του άλλου προϋποθέτει: λύση ή ακύρωση του γάμου, αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου και τη μη επέλευση της (διετούς) παραγραφής της αξιώσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 263 ΑΚ: "Κάθε παρα-γραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς το άρθρο 221 § 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ως επανέγερση της αγωγής νοείται η έγερση νέας αγωγής με τους ίδιους διαδίκους και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα δε ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης, που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης, που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (βλ. ΑΠ 932/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση έχει ως εξής: Στην από 8-9-1998 αγωγή της προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας η εδώ αναιρεσείουσα ιστορούσε τα ακόλουθα: Την 19-4-1971 αυτή και ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) τέλεσαν μεταξύ τους γάμο, ο οποίος λύθηκε με οριστική απόφαση του έτους 1996 (σημ: τελεσίδικα ο γάμος λύθηκε κατά το έτος 2000). "Ο εναγόμενος κατά την τέλεση του γάμου ...

δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο, ούτε ακίνητα, ούτε κινητά, ούτε χρήματα, είχε μόνον κάποια πενιχρά εισοδήματα από την μικρή επιχείρηση που τότε διατηρούσε". Κατά τη διάρκεια της έγγαμης ζωής τους ο εναγόμενος απέκτησε συγκεκριμένα (αναλυτικώς περιγραφόμενα) περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας 224.226.000 δραχμών (αντίστοιχης προς 658.036,68 ευρώ).

Στην απόκτηση της περιουσίας αυτής του εναγομένου συνέβαλε "κατά ποσοστό τουλάχιστον 65%" η ενάγουσα παρέχοντας προσωπικές υπηρεσίες στην επιχείρηση του πρώτου και επιμελούμενη του συζυγικού οίκου και της ανατροφής των τέκνων τους. Ζητούσε δε η ενάγουσα να της επιδικασθεί (νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής) χρηματικό ποσό 145.764.900 δραχμών (ισάξιο 427.723,84 ευρώ).

Το Πρωτοδικείο, με την 58/2003 οριστική απόφασή του δέχθηκε μερικώς την αγωγή, το δε Εφετείο Πατρών, με την 1146/2005 απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη αναφέροντας ότι "η ενάγουσα δεν προσδιορίζει καθόλου στην αξία των επικαλούμενων ως άνω υπηρεσιών της στην επιχείρηση του εναγομένου και στα του οίκου των διαδίκων, ούτε αναφέρει, αν και κατά πόσον οι υπηρεσίες αυτές υπερβαίνουν το μέτρο της υποχρεώσεώς της προς συμβολήν στις οικογενειακές τους ανάγκες (άρθρ. 1389, 1390 του ΑΚ)".

Στη συνέχεια η ενάγουσα άσκησε κατά του αντιδίκου της την από 15-5-2006 αγωγή, στην οποία διέλαβε: ότι κατά την τέλεση του γάμου της με τον εναγόμενο, το έτος 1971, ο τελευταίος "ήταν πολύ αδύναμος οικονομικά, η περιουσία του ήταν πενιχρή, σχεδόν ασήμαντη διατηρούσε μια μικρή ατομική επιχείρηση ήταν κύριος κατά το 1/2 ενός παλαιού και μικρού φορτηγού και είχε αγοράσει ένα ακίνητο - αγροτεμάχιο 161 τ.μ.

στην περιοχή ... ...". Στη συνέχεια η ενάγουσα αναφέρει τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε ο εναγόμενος κατά την διάρκεια του εγγάμου βίου των και τα οποία ταυτίζονται πλήρως τόσο κατά το είδος, όσο και κατά τα περιγραφικά τους στοιχεία και την αξία τους (επιμέρους και συνολική) με εκείνα που αναφέρονταν στην πρώτη αγωγή.

Προσθέτει επίσης, ότι η ίδια συνέβαλε στην απόκτηση της περιουσίας αυτής από τον εναγόμενο, και δη με τον ίδιο τρόπο που ανέφερε και στην πρώτη αγωγή, ήτοι με την παροχή των προσωπικών της υπηρεσιών στην επιχείρηση και στο συζυγικό οίκο, και παραθέτει αναλυτικά ανά μήνα και ανά έτος την οικονομική αξία των υπηρεσιών της αυτών από το 1971 μέχρι και το 1990, οπότε επήλθε η διάσταση των διαδίκων.

Αθροίζοντας δε περαιτέρω τα επιμέρους ποσά αναφέρει ότι η συνολική οικονομική συμβολή της στα αποκτήματα του εναγομένου ανέρχεται σε 229.627 ευρώ, ήτοι σε ποσοστό 35% της αξίας του, και ζητά να αναγνωρισθεί ότι της οφείλεται το ποσό αυτό, άλλως ποσό 219.345,56 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 1/3 της αξίας των ένδικων αποκτημάτων.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε απορριπτέα την (δεύτερη) αγωγή δεχθέν τα ακόλουθα: "Η δεύτερη αγωγή έχει διαφοροποίηση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ίδιο δικαίωμα, και δη η ενάγουσα έχει μεταβάλει τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά τόσο ως προς την ύπαρξη αρχικής περιουσίας του εναγομένου όσο και στο ποσοστό συμμετοχής αυτής στην επαύξηση της περιουσίας αυτού, ώστε τελικά το αιτούμενο απ' αυτή ποσό ως συμβολή στα αποκτήματα δεν είναι απλά περιορισμός της αξιώσεώς της αλλά επακόλουθο της μεταβολής των πραγματικών περιστατικών.

Έτσι όμως η αγωγή της δεν έχει την ίδια ιστορική αιτία με την προηγούμενη (ούτε το ίδιο αίτημα) και γι' αυτό η άσκηση της προηγούμενης δεν διέκοψε την παραγραφή της αξιώσεως που επήλθε με την πάροδο διετίας από τη λύση του γάμου των διαδίκων, ήτοι στις 21-12-1998 ... . Ειδικότερα ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με την 62/1996 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας και η εν λόγω απόφαση κατέστη αμετάκλητη στις 20-12-1996.

Κατά συνέπειαν η αγωγή της, που είναι αναγνωριστική, είναι απορριπτέα ελλείψει έννομου συμφέροντος, εφόσον έχει παραγραφεί η αξίωση την οποία προπαρασκευάζει ... . Το πρωτοβάθμιο, επομένως, δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και συνεπώς ο σχετικός λόγος εφέσεως είναι αβάσιμος".

Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο εφήρμοσε εσφαλμένα τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Τούτο δε, διότι τα ένδικα αγωγικά δικόγραφα έχουν την ίδια ιστορική και νομική αιτία, αφού τα μεν νομικώς ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, στα οποία ερείδεται το υποβαλλόμενο αίτημα, είναι ταυτόσημα και στις δύο αγωγές, το δε αίτημα είναι απλώς ποσοτικά ελαττωμένο στη δεύτερη αγωγή σε σχέση με το αίτημα της πρώτης.

Ειδικότερα: (α) Η αναφορά στη δεύτερη αγωγή περιουσιακών στοιχείων που είχε ο εναγόμενος προ του γάμου και τα οποία δεν αναφέρονταν στην πρώτη αγωγή αλλά και δεν φέρονται ως "αποκτήματα" στη δεύτερη, είναι νομικώς αδιάφορη, αφού η δίκη που ανοίγεται με βάση την εκ του άρθρου 1400 ΑΚ αγωγή έχει (μοναδικό) αντικείμενο την συμμετοχή ή μη του ενάγοντος στα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε ο εναγόμενος μετά τον γάμο και δεν είναι νομικώς σημαντική αυτή καθ' εαυτήν η προ του γάμου περιουσιακή αυτού κατάσταση (πρβλ.

ΑΠ 1912/2009). (β) Το γεγονός ότι στην δεύτερη αγωγή υπολογίζεται η οικονομική αξία της συμβολής της ενάγουσας στα αποκτήματα του εναγομένου σε μικρότερο ποσό (και ποσοστό) έναντι της πρώτης αγωγής, προφανώς δεν μεταβάλλει την ιστορική αιτία του τελικού αιτήματος, αλλά συνιστά απλά ποσοτικό περιορισμό, πράγμα που θα μπορούσε να γίνει ακόμη και με τις προτάσεις στα πλαίσια μιας και μόνης δίκης.

Ενόψει τούτων είναι βάσιμοι και οι τρεις αναιρετικοί λόγοι, οι οποίοι, κατά το νοηματικό τους περιεχόμενο (και ανεξάρτητα από την επικαλούμενη νομική θεμελίωσή τους) ερείδονται μόνον στο άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού η συγκρότησή του από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1004/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, υπό διαφορετική σύνθεση.

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Φεβρουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ