215/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated215/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Full text
Απόφαση 215 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 215/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 του Ζ, κατοίκου ... 2. Χ2 του Ζ, κατοίκου ..., 3. Χ3 του Ζ, κατοίκου ..., 4. Χ4 του Ζ, κατοίκου Ν. ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, και 5. Χ5 του Ζ, κατοίκου .... Οι 1ος, 2ος, 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πάζιο, ο 5ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε ότι ο 4ος Χ4 απεβίωσε στις 8-12-2008 και κληρονομήθηκε από τους ήδη ως άνω 1, 2, 3 και 5 αναιρεσείοντες, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο .
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 του Ν, κατοίκου ..., 2. Ψ2 χας ..., το γένος Ν, κατοίκου ..., 3. Ψ3 του Ν, κατοίκου ..., 4. Ψ4 του Ν, μοναχού κατά ...", κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 5. Ψ5 συζ. ..., το γένος Ν, κατοίκου .... Ο 1ος, 5η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρος τους Δημήτριο Ζεβόλη και οι 2η, 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-8-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγραίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-4-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από Μαϊου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.
Εξάλλου, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο τέταρτος των αναιρεσειόντων Χ4 αποβίωσε στις 8-12-2008, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (3-5-2007), οι δε πρώτος, δεύτερος, τρίτη και πέμπτος αναιρεσείοντες, αδελφοί και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν το γεγονός του θανάτου του ως άνω καθολικού δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνον τη διακοπείσα δίκη.
Ενόψει αυτών νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ..., αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τους αναιρεσείοντες, που με την από 2-6-2008 κλήση τους επισπεύδουν τη συζήτηση, στον τέταρτο αναιρεσίβλητο Χ4, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο.
Επομένως πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε την νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρ. 249, 271, 974, 976, 983 και 1045 ΑΚ, συνάγεται ότι στην έκτακτη χρησικτησία, δεν απαιτείται, για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γι` αυτήν στο νόμο χρόνου χρησικτησίας (εικοσαετία), ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία χωρεί με παράδοση με οικεία βούληση του νομέα (976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που έχει ο μεταβιβάζων.
Σε περίπτωση δε καθολικής διαδοχής, για να επέλθει διαδοχή στην έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή για να συνυπολογίσει o κληρονόμος στο χρόνο της νομής του το χρόνο νομής του κληρονομουμένου, δεν είναι αναγκαίο, προκειμένου για ακίνητα, να αποδεχθεί ο κληρονόμος προηγουμένως την κληρονομία και να μεταγράψει τη σχετική πράξη αποδοχής, κατά τα άρθρα 1193 και 1198 AΚ, καθόσον η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή αυτής αποτελούν κατά το νόμο αναγκαία προϋπόθεση μόνο για την κτήση της κυριότητος των κληρονομιαίων, όχι δε και για την κτήση της νομής αυτών, που επέρχεται αυτοδικαίως από το θάνατο του κληρονομουμένου, μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομίας.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249, 251 και 1094 ΑΚ, συνάγεται ότι η διεκδικητική αγωγή, η οποία έχει ως περιεχόμενο αξίωση απορρέουσα από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας, υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από την κατάληψη του πράγματος, από την οποία προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητος, με τη δημιουργία πραγματικής κατάστασης αντιτιθεμένης σ` αυτό, οπότε γεννιέται η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά των ήδη αναιρεσειόντων περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες είναι αποκλειστικοί κύριοι και νομείς ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 3.773,68 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ...
της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ... και το οποίο εμφαίνεται στο από μηνός Νοεμβρίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ με περιμετρικά στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-1. Το ακίνητο αυτό το απέκτησαν κατ' ισομοιρία οι ενάγοντες, κατά μεν ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του πατέρα τους Ν, που αποβίωσε στις 13-12-1996, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατά δε το υπόλοιπο ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία της αποβιώσασας στις 2-4-2002, χωρίς διαθήκη, μητέρας τους ...
χήρας Ν, την οποία (κληρονομία) αυτοί αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ.... πράξη του συμβολαιογράφου Καρπενησίου ..., που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο δικαιοπάροχο των εναγόντων και της μητέρας αυτών ... είχε περιέλθει το ακίνητο αυτό πριν από σαράντα και πλέον έτη με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή στην κληρονομία του αποβιώσαντος πατέρα του Ψ4 και κατόπιν άτυπης διανομής μεταξύ αυτού και του συγκληρονόμου αδελφού του ...
της κληρονομίας του πατέρα τους. Στο εν λόγω ακίνητο οι δικαιοπάροχοι γονείς τους και ακολούθως μετά το θάνατο εκείνων οι ενάγοντες ασκούσαν αδιατάρακτα τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση αυτού και ειδικότερα μέχρι μεν το έτος 1960 καλλιεργούσαν αυτό με σιτάρι, σίκαλη και βρώμη, στη συνέχεια δε το εκμίσθωναν σε τρίτους κτηνοτρόφους, για τη βόσκηση των ζώων τους, το επισκέπτονταν και το επέβλεπαν.
Έτσι οι ενάγοντες, προσμετρώντας στο χρόνο της δικής τους νομής και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους, έγιναν εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία συγκύριοι του πιο πάνω ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία. Στις 20-4-2003 οι εναγόμενοι κατέλαβαν αυθαίρετα από το παραπάνω ακίνητο των εναγόντων, το επίδικο τμήμα , εμβαδού 589,63 τ.μ., περιφράσσοντας αυτό με σύρμα και σιδερένιους πασσάλους, το οποίο νέμονται και κατέχουν έκτοτε.
Το επίδικο αυτό τμήμα εικονίζεται στο από μηνός Μαϊου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θμε περιμετρικά στοιχεία 1-2-δ-γ-β-α-13-14-15-16-1. Από τις προσκομισθείσες από τους ενάγοντες αεροφωτογραφίες και ειδικότερα τις αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, έτους λήψης 1945 και τη σχετική έκθεση φωτοερμηνείας αυτών, που συνέταξε ο ειδικός τοπογράφος μηχανικός ..., προκύπτει ότι ένας γεωργικός αναβαθμός (ξερολιθιά-πεζούλα) αποτελούσε ήδη από τότε το ανατολικό όριο ανάμεσα στην προαναφερθείσα ιδιοκτησία των εναγόντων και στην όμορη ιδιοκτησία των εναγομένων.
Οι εναγόμενοι είχαν καταπατήσει για πρώτη φορά την παραπάνω ιδιοκτησία των εναγόντων μετά το έτος 1991, όταν κατασκεύασαν μέσα στα όρια αυτής νέα οικία. Ειδικότερα από τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών της ΓΥΣ των ετών 1985 και 1987 προκύπτει η ύπαρξη δύο μικρών κτισμάτων, εμβαδού 12τ.μ. και 4 τ.μ., αντίστοιχα, ενώ από τις αεροφωτογραφίες του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων του έτους 1991 προκύπτει ότι κατά το έτος αυτό μέσα στην ιδιοκτησία των εναγομένων δεν υπάρχουν πλέον τα εν λόγω δύο μικρά κτίσματα, τα οποία είχαν προφανώς κατεδαφιστεί, αλλά ούτε και η προαναφερθείσα νέα οικία των εναγομένων, την οποία αυτοί ανήγειραν μετά το έτος 1991 μέσα στα όρια του ακινήτου των εναγόντων, καθόσον, σύμφωνα με τη στερεοσκοπική παρατήρηση των αεροφωτογραφιών αυτών, που σημειώνεται στην παραπάνω έκθεση φωτοερμηνείας, μέσα στο ακίνητο των κληρονόμων ..., δηλαδή των εναγομένων, δεν παρατηρούνται κτίσματα, αλλά απλή διαμόρφωση χώρου.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ακολούθως δε απέρριψε, ως αβάσιμη, την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου.
Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τόσο ως προς την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους αναιρεσιβλήτους ενάγοντες με έκτακτη χρησικτησία, όσο και ως προς τη μη συνδρομή των απαιτουμένων από τις διατάξεις αυτές προϋποθέσεων για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους αναιρεσείοντες εναγομένους με έκτακτη χρησικτησία, στην οποία θεμελιωνόταν η ένστασή τους ιδίας κυριότητας.
Ειδικότερα, κατά τις σαφείς παραδοχές του Πρωτοδικείου, οι ανωτέρω καθολικοί δικαιοπάροχοι των εναγόντων από το έτος 1960 και μέχρι το θάνατό τους κατά τα έτη 1996 και 2002, αντίστοιχα, νέμονταν το επίδικο ακίνητο και στη συνέχεια, μετά το θάνατο αυτών, νέμονταν αυτό από κοινού οι ενάγοντες κληρονόμοι τους μέχρι τις 20-4-2003, που το κατέλαβαν οι εναγόμενοι, δηλαδή, με το συνυπολογισμό στη δική τους νομή και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, επί μία τουλάχιστον συνεχή εικοσαετία, ασκώντας επ' αυτού με διάνοια κυρίου, τις αναφερόμενες συγκεκριμένες πράξεις φυσικής εξουσίασης αυτού, που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, και συνεπώς συνέτρεχαν στο πρόσωπο των εναγόντων όλες οι απαιτούμενες από τις παραπάνω διατάξεις προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου τμήματος με έκτακτη χρησικτησία.
Επίσης το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε ούτε τις διατάξεις των άρθρων 249 και 251 του ΑΚ, τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε σε σχέση με την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση παραγραφής της ένδικης αγωγής, αφού, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, οι εναγόμενοι κατέλαβαν το επίδικο τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων στις 20-4-2003 και έκτοτε δεν παρήλθε ο προβλεπόμενος για την παραγραφή της ένδικης αξίωσης των εναγόντων χρόνος των είκοσι ετών.
Επομένως ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 561 αριθ.1 εδ. α'του ΚΠολΔ, για παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων του ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ως προς την περιεχόμενη σ'αυτόν από το άρθρο 560 αριθ.1β'ΚΠολΔ αιτίαση, "ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε να ερμηνεύσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών ισχυρισμών των αναιρεσειόντων στους παραπάνω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου", είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιά είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν.
Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το ίδιο άρθρο 561 αριθ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Πρωτοδικείο, με το να δεχθεί ότι "οι ενάγοντες απέκτησαν το επίδικο ακίνητο, κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, από εξ αδιαθέτου κληρονομία του αποβιώσαντος στις 13-12-1996 πατέρα τους Ν", χωρίς να δεχθεί και ότι αυτοί αποδέχθηκαν την εν λόγω κληρονομία με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1193, 1198 1199 του ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη παραβίαση των ως άνω διατάξεων δεν είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται επαρκώς στην παραδοχή του Πρωτοδικείου ότι οι αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-4-2007 αίτηση των Χ1,Χ2,Χ3,Χ4 και Χ5 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 17/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, που δίκασε ως Εφετείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτου, δεύτερης, τρίτου και πέμπτης αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια ( 1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ