Legislator Case Law & Legislation
215/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership claims, ruling lower court applied correct substantive law.

Case Number 215/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the multi-member First Instance Court of Preveza's decision regarding land ownership. The appellant argued the lower court violated substantive law by erasing a prior district court ruling and incorrectly applying rules on property acquisition and loss. The court rejected these claims, finding the lower court's factual findings on title registration dates and the appellant's lack of possession were legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1) and 1045 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged violation of substantive law regarding property acquisition is inadmissible if the lower court's decision is supported by clear evidence and does not contradict established legal principles.

Keywords

AI generated
property ownership appeal admissibility substantive law violation land title registration court of first instance

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 1045 of the Civil Code
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 215 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 215/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Χ, κατοίκου ..., διαμένοντος στη ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Αναγνώστου.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4 και 5. Ψ5, κατοίκων ... . Η 1η (Ψ1) εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Γερασίμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, ενώ οι 2η, 3η, 4η και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Νάση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πάργας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 10-2-2006 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1264/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 24-10-2005 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 4-5-2007 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καπερώνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης ο αναιρεσείων, επικαλούμενος αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, το οποίο, αφού δίκασε τις αντίθετες εφέσεις των αναιρεσείοντος και πρώτης των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την πρώτη και δέχθηκε τη δεύτερη απ' αυτές, στη συνέχεια εξαφάνισε την 12/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πάργας και απέρριψε κατ' ουσία την από 25-2-2002 διεκδικητική αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ.

Ειδικότερα ότι το πιο πάνω δικαστήριο, ενώ έκρινε ότι αυτός (αναιρεσείων) έγινε κύριος της μιας επίδικης εδαφικής λωρίδας (9,80 τ.μ.) με έκτακτη χρησικτησία, στη συνέχεια έκρινε, "ότι απώλεσε την κυριότητα, χωρίς να συντρέξει λόγος απώλειας, παραβιάσαν τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου για την κτήση και απώλεια της κυριότητας, εφαρμόζοντας ανύπαρκτο κανόνα για την απώλεια της κυριότητάς του".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το πιο πάνω δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, αναφορικά με την επίδικη αυτή λωρίδα όχι διότι δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων απώλεσε την κυριότητά του επί της πιο πάνω λωρίδας, αλλά διότι δέχθηκε ότι "δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ότι οι εναγόμενοι κατέλαβαν το έτος 2000 τμήμα του ακινήτου του εμβαδού 9,80 τ.μ.

και ότι το νέμονται κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής".

ΙΙ.- Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές,εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχεικενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τιςδηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων. Εξάλλου, κατά τηδιάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών.

Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας (ΑΠ 254/2003, ΑΠ 142/2003, ΑΠ 110/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την άλλη επίδικη εδαφική λωρίδα των 17,70 τ.μ., τα ακόλουθα : Δυνάμει του ... προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Πάργας Δημητρίου Δούκα, που μεταγράφηκε νόμιμα ατά βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάργας (τόμος ..., α.α. ...) η πρώτη εναγομένη απέκτησε λόγω προικός, που παραχώρησε σ' αυτήν η μητέρα της Α την ψιλή κυριότητα και μετά την κατάργηση του θεσμού της προίκας με το νόμο 1329/1983, την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ενός οικοπέδου, κείμενου εντός του οικισμού ...

υπ' αριθμ. κληροτεμαχίου ..., εκτάσεως κατά μεν τον τίτλο κτήσεως 510 τ.μ., ήδη δε μετά την κατασκευή κοινοτικής οδού 269,45 τ.μ., μετά του ισογείου κτίσματος, (σκελετός από μπετόν αρμέ), εμβαδού 98,325 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησίες Β και ήδη ενάγοντος, νότια με ιδιοκτησία Γ, ανατολικά με ιδιοκτησία αδελφών Δ και Δυτικά με επαρχιακή οδό ...-..., όπως αυτό εμφαίνεται στο από Ιουλίου 1981 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε, που προσαρτάται στο ανωτέρω συμβόλαιο.

Το οικόπεδο αυτό ανήκε, μετά το θάνατο της επικαρπώτριας ΣΤ, κατά πλήρη κυριότητα στην άμεση δικαιοπάροχό της καθ' ης Α, στην οποία περιήλθε από κληρονομία του αποβιώσαντος στις 19-5-1957 Ζ, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Πάργας Ηλία Κάμτσιου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε με την ...

πράξη του συμβολαιογράφου Πάργας Ιωάννη Γκαμπράνη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Το εν λόγω οικόπεδο συνορεύει στη βόρεια πλευρά του με εκείνο του ενάγοντος, την κυριότητα του οποίου απέκτησε με την 46/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα πιο πάνω βιβλία μεταγραφών (τόμος ...

και α.α. ...), η οποία απόφαση εκδόθηκε επί της από 20-2-1991 αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής του κατά των κληρονόμων Δ και Α (δικαιοπαρόχου της πρώτης εναγομένης). Σύμφωνα με την πιο πάνω δικαστική απόφαση το οικόπεδο του έχει έκταση 135,8 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Α, ανατολικά με ιδιοκτησίες Β και Α και δυτικά με επαρχιακό δρόμο ...

και το απέκτησε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος αυτό με διάνοια κυρίου από το 1964 που το αγόρασε άτυπα από τους ανωτέρω εναγομένους. Μεταξύ των οικοπέδων του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης βρίσκεται το επίδικο ακάλυπτο οικοπεδικό τμήμα, εμβαδού 18 τ.μ. περίπου, το οποίο δεν οικοδομήθηκε ούτε από τον πρώτο, όταν τα έτη 1965-1966 ανήγειρε στο οικόπεδό του την οικοδομή του, ούτε από την δεύτερη με την οικοδομική άδεια έτους 1979, που εκδόθηκε στο όνομα του πατέρα της Η και στην οποία (άδεια) το ως άνω επίδικο τμήμα εμφανίζεται ως ξεχωριστό τμήμα (εκτός της ιδιοκτησίας του ενάγοντος και εκτός της ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης).

Στο εν λόγω τμήμα, στο οποίο περιλαμβάνεται και εκείνη η λωρίδα που αφέθηκε ακάλυπτη από τον ενάγοντα, όπως πιο πάνω αποδείχθηκε (κατά μήκος της νότιας πλευράς του ακινήτου του σε πλάτος 25 εκατοστών), διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου επιχειρήθηκαν μόνον από την πρώτη εναγομένη. Ειδικότερα, η τελευταία χρησιμοποιούσε την επίδικη λωρίδα, τουλάχιστον από το έτος 1979 που κατασκευάσθηκε ο σκελετός της οικοδομής της, προκειμένου να επικοινωνεί με το ακάλυπτο τμήμα του οικοπέδου της, όπου υπήρχε κήπος.

Ο διάδρομος αυτός αποτελούσε τη μοναδική δίοδο επικοινωνίας της με το ανωτέρω τμήμα του οικοπέδου της μέχρι το 1998, όταν αυτή στο ήδη υπάρχον κλιμακοστάσιο προς τον πρώτο όροφο της οικοδομής της, στον οποίο καταλήγει ο εσωτερικός διάδρομος που ξεκινά από την ευρισκόμενη στο κέντρο της πρόσοψης της οικοδομής είσοδο της κατοικίας της, κατασκεύασε πλατύσκαλο και επέκτεινε αυτό (κλιμακοστάσιο) κατασκευάζοντας σκαλιά και προς τον ευρισκόμενο πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου της.

Αλλά και μετά την επέκταση της σκάλας, η πρώτη εναγομένη συνέχιζε να διέρχεται και από την επίδικη λωρίδα για να μεταβαίνει στο πίσω τμήμα του οικοπέδου της, στο οποίο κατασκεύασε βόθρο και χρησιμοποιεί ως αύλειο χώρο. Επίσης ασχολούταν αποκλειστικά με την καθαριότητά του φροντίζοντας για τη βατότητά του.

Εξάλλου, η ίδια επόπτευε και επιτηρούσε τα όρια του οικοπέδου της προφυλάσσοντας αυτό από τυχόν καταπατήσεις. Συγκεκριμένα, όταν το 1979 ο ενάγων περιέφραξε το επίδικο με συρματόπλεγμα, αμέσως η πρώτη εναγομένη το αφαίρεσε χωρίς ο πρώτος να διαμαρτυρηθεί. Τον ίδιο χρόνο και έπειτα από διαμαρτυρίες της ο ενάγων έσπασε τμήμα του κλιμακοστασίου του, που εφάπτεται στη νότια πλευρά της οικοδομής του και οδηγεί στον πρώτο όροφο αυτής και συγκεκριμένα το κάτω τμήμα του που κατέληγε στο επίδικο, διότι καταλάμβανε τμήμα του οικοπέδου της, αναγνωρίζοντας έτσι την εναγομένη ως κυρία και νομέα του επίδικου.

Το 1998 η πρώτη εναγομένη άνοιξε παράθυρο (φεγγίτη) στον πρώτο όροφο της οικοδομής της προς τον επίδικο διάδρομο και τοποθέτησε καθ' όλο το ύψος της βόρειας πλευράς της οικοδομής της προς την επίδικη εδαφική λωρίδα καπνοδόχο και σωλήνα συγκέντρωσης και απορροής όμβριων υδάτων, ενώ περιέφραξε το επίδικο (σχετ.

η υπ' αριθμ. 51/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πάργας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων που απέρριψε αίτηση του ενάγοντος περί προσωρινής προστασίας της νομής του). Για την κατασκευή του παραθύρου ο ενάγων δεν διαμαρτυρήθηκε, ενώ για τις υπόλοιπες εργασίες την κάλεσε με την από 26-8-1998 εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία, να του αποδώσει ελεύθερη τη χρήση του ακινήτου του αίροντας την περίφραξη, τον καπνοδόχο και τον σωλήνα.

Μολονότι όμως η πρώτη εναγομένη δεν συμμορφώθηκε, ο ενάγων δεν προέβη σε περαιτέρω δικαστική ή εξώδικη ενέργεια. Ο τελευταίος δεν άσκησε στο ανωτέρω τμήμα πράξεις νομής που αρμόζουν σε κύριο ακινήτου από τα έτη 1964-1972 και για χρονικό διάστημα τουλάχιστον είκοσι ετών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αφού αποδείχθηκε ότι δεν χρησιμοποίησε αυτό ούτε ως δίοδο επικοινωνίας με το κλιμακοστάσιο, που οδηγεί στον πρώτο όροφο της οικοδομής του, ούτε ότι είχε την πεποίθηση ότι αυτό ανήκε στην ιδιοκτησία του, καθ' όσον: 1) ο τίτλος κτήσεως της πρώτης εναγομένης (υπ' αριθμ. ...

προικοσύμφωνο), στον οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο, μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών το 1989, δηλαδή προγενέστερα από τον τίτλο κτήσεως του ενάγοντος (υπ' αριθμ. 46/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας), που μεταγράφηκε το 1999 και β) ο Η, από τον οποίο ο ενάγων αγόρασε το επίδικο με το από 5-7-1972 ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν είχε εμπράγματο δικαίωμα επί του υπ' αριθμ. ...

κληροτεμαχίου, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, γεγονός το οποίο γνώριζε ο ενάγων από προηγούμενη συναλλαγή μαζί του". Ακολούθως το Πολυμελές Πρωτοδικείο, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη από 25-2-2002 διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος, αναφορικά με την πιο πάνω άλλη εδαφική λωρίδα την 17,70 τ.μ., εξαφανίζοντας την απόφαση του Ειρηνοδικείου, που είχε κρίνει αντιθέτως.

Με το δεύτερο λόγο, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ της αναίρεσης προβάλλεται παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, επειδή το παραπάνω δικαστήριο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, παρόλο που έχρηζαν ερμηνείας οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο δηλώσεις βουλήσεως (... προικοσύμφωνο, από Νοεμβρίου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα ...

άδεια οικοδομής), προκειμένου να διαπιστώσει σε ποιον τελικά ανήκει η προαναφερόμενη άλλη εδαφική λωρίδα. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων και επομένως δεν ήταν ανάγκη να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), τα οποία ορίζει για την πρώτη αναιρεσίβλητη που κατέθεσε προτάσεις και για τους υπόλοιπους αναιρεσίβλητους που δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 107/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για μεν την πρώτη αναιρεσίλητη σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, για δε τους υπόλοιπους αναιρεσίβλητους σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ