215/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated215/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Full text
Απόφαση 215 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 215/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γκρινιαράκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4 και 5. Ψ5, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4335/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 445/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-8-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 21-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις ......, ......., ......, ......, ......, εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Πειραιά ..... και Ρόδου, ......., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις υπάρχουσες σ' αυτό πράξεις ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας απόφασης (5-12-2007)και εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, καθώς και κλήσης προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στους αναιρεσιβλήτους. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν κατ' αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες.
Επειδή, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ., η κληρονομική διαδοχή είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.
Από αυτά, ενόψει και των ορισμών των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, η διεκδικητική αγωγή, που στηρίζεται ως προς τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του διεκδικούμενου με αυτή ακινήτου σε κληρονομική διαδοχή, είναι ορισμένη όταν στο δικόγραφο της αναφέρονται α) η κυριότητα του κληρονομουμένου στο επίδικο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομίας από τον ενάγοντα και η μεταγραφή της περί αποδοχής αυτής δήλωσης, β) η αφαίρεση ή κατακράτηση της νομής ή κατοχής του επίδικου ακινήτου από τον εναγόμενο και γ)η ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, ώστε να μην γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από τον κληρονομούμενο δεν είναι στοιχείο της διεκδικητικής αγωγής. Μόνο όταν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει, με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης, την κυριότητα του κληρονομουμένου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής (άρθρ. 224 ΚΠολΔ), να καθορίσει με τις προτάσεις του της ίδιας πρώτης συζήτησης και τον τρόπο κτήσης από τα πρόσωπα αυτά της κυριότητας επί του επιδίκου.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη αγωγή τους, εξέθεσαν, ότι είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 4/60, 3/40, 3/40, 4/20 και 4/20 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ο καθένα τους, του περιγραφόμενου κατά θέση και όρια οικοπέδου, εμβαδού 229, 20τ.μ., με την επ' αυτού παλιά οικία, εμβαδού 130 τ.μ., το οποίο περιήλθε, στον πρώτο, κατά ποσοστό 1/20 και 1/60, από εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή των γονέων του Γ1 και Γ2, οι οποίο απεβίωσαν στις 9-5-1989 και 27-5-1997, αντίστοιχα, στους δεύτερο και τρίτο, από εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή του πατέρα τους Ψ , που απεβίωσε στις 21-6-1986, στην τέταρτη, από κληρονομία του συζύγου της Γ3, που απεβίωσε στις 7-1-1988, δυνάμει της αναφερόμενης δημόσιας διαθήκης και στην πέμπτη από εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή της μητέρας της Γ4 που απεβίωσε στις 6-4-1998.
Στην Γ2 περιήλθε το ως άνω ακίνητο, κατά το 1/20 εξ αδιαιρέτου, από εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή του κατά τα ανωτέρω αποβιώσαντος συζύγου της Γ1, στους δε Γ1, Γ7, Γ3 και Γ4 το ακίνητο περιήλθε, στον καθένα κατά ποσοστά 3/20 και 1/20 εξ αδιαιρέτου, από εξ αδιαθέτου κληρονομικές διαδοχές των γονέων τους Γ5, κυρίου του ακινήτου από το έτος 1906, και Γ6, που απεβίωσαν στις 7-3-1953 και 18-7-1977, αντίστοιχα, στη δε τελευταία το ακίνητο περιήλθε, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου από εξ αδιαθέτου κληρονομία του συζύγου της Γ5.
Τις ως άνω κληρονομίες απεδέχθησαν, γιαυτούς ατομικά και ως καθολικοί διάδοχοι των δικαιοπαρόχων τους, κατά τα αντίστοιχα ιδανικά μερίδια, με τις αναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Με βάση τα περιστατικά αυτά και αφού περαιτέρω εξέθεσαν ότι την κυριότητα του επίδικου ακινήτου απέκτησαν και με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθέντες με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως, τόσο ο απώτερος δικαιοπάροχός τους, από το έτος 1906, όσο και οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους και οι ίδιοι, από τον χρόνο επαγωγής κάθε κληρονομίας μέχρι και τον χρόνο άσκησης της αγωγής(2003) και ότι η εναγομένη, η οποία ως τέκνο των Γ1 και Γ2 κατέστη συγκυρία του ακινήτου, κατά ποσοστά 1/4 και 1/3 αντίστοιχα από εξ αδιαθέτου κληρονομίες των γονέων της, αντιποιείται, από το έτος 1997, τη νομή ολόκληρου του επιδίκου και αρνείται την απόδοσή του σ' αυτούς, κατά τα ιδανικά μερίδια εκάστου, ζήτησαν την αναγνώριση του κληρονομικού τους δικαιώματος, κατά τα ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά, επί του επίδικου ακινήτου καθώς και την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους επ' αυτού και την απόδοση του σ' αυτούς της συννομής και συγκατοχής του.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εκτίμησε την αγωγή ως διεκδικητική ακινήτου, την έκρινε νόμιμη και στη συνέχεια ως και κατ' ουσία βάσιμη, αφού, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν, έκρινε ως αποδεδειγμένα τα ανωτέρω θεμελιωτικά του παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου περιστατικά, τα οποία και εκτίθενται στο σκεπτικό της απόφασης, όπως ανωτέρω αναφέρονται και ότι η εναγομένη, από το έτος 1997 αντιποιείται τη νομή ολόκληρου του επίδικου ακινήτου και αρνείται να αποδώσει τούτο στους ενάγοντες.
Επίσης, απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς της εναγομένης, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων Γ5 είχε δωρίσει, ατύπως, το ακίνητο, το έτος 1952, στον δικαιοπάροχό της Γ1 και έκτοτε αυτός το νεμήθηκε με διάνοια κυρίου και απέκτησε την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία, το δε έτος 1989 το δώρισε, ατύπως, στην ίδια (εναγομένη), καθώς και τις ενστάσεις περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης των εναγόντων και περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, με την αιτιολογία, ότι στο επίδικο διέμενε ο αρχικός δικαιοπάροχος των διαδίκων Γ5, με τη σύζυγό του Γ6 και τα πέντε τέκνα του, Γ7, Γ3, Γ4, Γ8 και Γ1, τα οποία μετά τους γάμους τους, εγκατέλειψαν την πατρική οικία, η Γ4 όμως, το έτος 1939, μετά τον θάνατο του συζύγου της, εγκαταστάθηκε στην οικία αυτή με τη θυγατέρα της Ψ5 και διέμεναν, με τους γονείς της, μετά δε τον θάνατο του Γ5 εγκαταστάθηκε σε δύο δωμάτια, στο δεξιό της οικίας, ο Γ1 με την σύζυγό του Γ2 και τα τέκνα του, πρώτο των εναγόντων και την εναγομένη, ενώ η χήρα του αποβιώσαντος Γ6 και η Γ4 διέμεναν στα δύο δωμάτια, στο αριστερό της οικίας, μέχρι τον θάνατο της Ζωής.
Έκτοτε, στην οικία διέμενε ο Γ1, με την οικογένειά του, ο οποίος κατά τα έτη 1978 και 1988 προέβη στην ανακαίνιση και την επισκευή της, μετά δε τον θάνατό του διέμενε στην οικία η σύζυγός του Γ2, μέχρι τον θάνατό της. Η ενοίκηση όμως του Γ1 και της συζύγου του καθώς και η κατά τα ανωτέρω επισκευή και συντήρηση της οικίας δεν ενείχε πρόθεση εξουσίασης ολόκληρου του ακινήτου με διάνοια κυρίου και αντιποίησης της συννομής των εναγόντων, ώστε να προσπορίσει κυριότητα με χρησικτησίας στον Γ1 και την σύζυγό του, αλλά έγινε με την ανοχή και συναίνεση όλων των συγκληρονόμων, οι οποίοι ουδέποτε παραιτήθηκαν των δικαιωμάτων τους επί του επιδίκου.
Μάλιστα ο Γ7 διέμενε στην οικία με τη σύζυγό του από το θέρος του έτους 1978 μέχρι τον θάνατό του και είχε προβεί στην επισκευή της το έτος 1978 και στην τοποθέτηση υδρομετρητή στο όνομά του.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν έσφαλε ως προς το ζήτημα του ορισμένου της επί παράγωγου τρόπου κτήση της κυριότητας στηριζόμενης βάσης της αγωγής, καθόσον αυτή, υπό το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, περιείχε όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της κυριότητας των εναγόντων επί του επίδικου ακινήτου με κληρονομική διαδοχή, διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου, με κληρονομική διαδοχή, από τους ενάγοντες, καθώς και της μη κτήσης της κυριότητας τούτου, με έκτακτη χρησικτησία, από την εναγομένη και τον άμεσο δικαιοπάροχό της, και της μη παραγραφής της ένδικης αξίωσης των εναγόντων, με σαφείς παραδοχές ως προς την κτήση του δικαιώματος συγκυριότητας επί του επίδικου ακινήτου από ενάγοντες και τους άμεσους δικαιοπαρόχους αυτών(η κυριότητα του απώτερου δικαιοπαρόχου αυτών δεν αμφισβητήθηκε από την εναγομένη), με κληρονομική διαδοχή, το ύψος της κληρονομικής μερίδας αυτών, την αποδοχή των κληρονομιών αυτών από τους ενάγοντες και την μεταγραφή των περί αποδοχών αυτών δηλώσεων, την μη απόκτηση του ακινήτου με άτυπη δωρεά και συνακόλουθα με έκτακτη χρησικτησία, με την άσκηση επ' αυτού πράξεων νομής με διάνοια κυρίου από την εναγομένη, καθώς και για την αντιποίηση της νομής του από την τελευταία το έτος 1997, συνακόλουθα για την μη παρέλευση του αναγκαίου χρόνου για την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης και επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1710, 1724, 1813, 1820, 1846, 1045, 1051, 249, ΑΚ, που εφάρμοσε.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.14 β ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν απέρριψε την αγωγή, κατά τη βάση αυτή, ως αόριστη, και ο έκτος λόγος αναίρεσης, πρώτο, δεύτερο, τρίτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου από τους ενάγοντες με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), και την απόρριψη των ενστάσεων της εναγομένης, περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία από την ίδια και τον ανωτέρω δικαιοπάροχό της, καθώς και περί μη παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Ο πρώτος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται σφάλμα στην αναιρεσιβαλλομένη, διότι δεν απορρίφθηκε, ως αόριστη, η αγωγή περί αναγνώρισης του κληρονομικού δικαιώματος των εναγόντων, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο, εκτίμησε την αγωγή μόνο ως διεκδικητική, την οποία και έκρινε ορισμένη.
Ο έκτος λόγος αναίρεσης, τέταρτο μέρος, με τον οποίο αποδίδεται οι πλημμέλειες, αφενός από το άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, χωρίς αιτιολογία, την ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης των αγωγικών αξιώσεων, αφετέρου από τον αριθ.8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το ίδιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή, είναι απορριπτέοι, λόγω της μεταξύ τους αντιφατικότητας.
Επειδή, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ. προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο να μη έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Επομένως, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ως αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη νοείται εκείνη που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης και όχι οποιαδήποτε αίτηση που υποβάλλεται από τους διαδίκους κατά τη διάρκεια του δικαστικού αγώνα, όπως οι ενστάσεις και αντενστάσεις, η μη λήψη υπόψη των οποίων καλύπτεται ειδικώς από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Τέλος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή, εκτός των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 32/1996).
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, πέμπτο μέρος, αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθ 8β ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της εναγομένης, ότι με την ένδικη αγωγή παραβιάζεται η με το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος καθιερούμενη αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η οικονομική ζημία που θα προκαλέσει στην εναγομένη η ικανοποίησή του με την ένδικη αγωγή ασκούμενου δικαιώματος θα είναι δυσανάλογη με το επιδιωκόμενο από τους ενάγοντες αποτέλεσμα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσία, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε εκ του πράγματος. Με τον ίδιο έκτο λόγο, αποδίδονται στο δικαστήριο της ουσίας οι πλημμέλειες, από το άρθρο 559 αριθ 9γ ΚΠολΔ, ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα της εναγομένης, που υπέβαλε με την ως άνω ένστασή της, για απόρριψη της ένδικης αγωγής λόγω παραβίασης της ως άνω θεμελιώδους αρχής της αναλογικότητας, καθώς και από τον αριθ.1 της αυτής διάταξης, ότι παραβίασε το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ο μεν πρώτος, ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι η μη λήψη υπόψη ένστασης δεν θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, ο δε δεύτερος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπό τις οποίες συντελέσθηκε η αποδιδόμενη παραβίαση του ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται περί των αναφερόμενων σ' αυτήν εξαιρέσεων, προκύπτει ότι για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Oλ ΑΠ 43/1990). Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 περ.11α ΚΠολΔ, αποδίδεται σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση, διότι έλαβε υπόψη τις ....
και ..... ένορκες βεβαιώσεις των αναφερόμενων μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου, που μ' επίκληση προσκομίσθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, και οι οποίες ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο στην προκείμενη υπόθεση, διότι λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη νόμιμη κλήτευση, κατ' άρθρ. 270 παρ.2 ΚΠολΔ, της αναιρεσείουσας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αυτό, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, διότι δεν πρόκειται, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ούτε για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, αφού η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση των ανωτέρω προτάσεων των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου, με τις οποίες έγινε επίκληση των ως άνω αποδεικτικών μέσων, και επομένως μπορούσε ακόμη και με την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεών της (άρθρ.237 παρ.3, 524 παρ.1 ΚΠολΔ) να προβάλλει τον ισχυρισμό της για την μη σύννομη επίκληση από τους αντιδίκους της των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προτάθηκε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επειδή, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11β ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νόμιμα, με επίκληση, ενώπιόν του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270 § 2 και 524 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι στη δευτεροβάθμια δίκη, μπορεί να λαμβάνονται υπόψη, συμπληρωματικά, και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, ακόμα και άκυρα για οποιοδήποτε λόγο έγγραφα, εκτός από πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων (Ολ ΑΠ 15/2003).Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τις βεβαιώσεις και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης και όσον αφορά τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων μέχρι τρεις το πολύ που λαμβάνονται υπόψη, πρέπει οι ένορκες βεβαιώσεις να έχουν ληφθεί αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη δίκη, οπότε και υπάρχει ο εν λόγω αριθμητικός περιορισμός. Στη υπόθεση που κρίνεται, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.11β ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, τα αναφερόμενα έγγραφα, τα οποία δεν προσκομίσθηκαν νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240ΚΠολΔ, από τους εναγομένους κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, αλλά με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, τις οποίες ενσωμάτωσαν, σε φωτοτυπία, στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους, χωρίς να μνημονεύουν το συγκεκριμένο μέρος των πρωτόδικων προτάσεων, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων, ήτοι, το υπ'αριθ..........
πιστοποιητικό του Υποθ/κα Ύδρας, περί εγγραφής της αγωγής στα οικεία βιβλία, τα υπ' αριθμ. πρωτ. ...., ....., ......, ......, ....., ....... πιστοποιητικά των αρμοδίων ΔΟΥ περί υποβολής δηλώσεων φόρου κληρονομίας για τους καθ' έκαστον θανάτους, τις υπ' αριθμ.πρωτ...... τρεις ληξιαρχικές πράξεις θανάτου των Γ5, Γ6 και Γ8, τις υπ'αριθμ. ...., ....., .....
και ...... πράξεις αποδοχής κληρονομίας των Συμ/φων 'Υδρας και Ρόδου Μαρίας Κοττομάτη και Σμαραγδής Παπαοικονόμου με τα πιστοποιητικά μεταγραφής τους, το υπ' αριθμ...... πρακτικό δημοσίευσης δημοσίας διαθήκης του Γ3, το από ...... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Γ5, την από 17-6-2002 εξώδικη δήλωση των εναγόντων προς την εναγομένη, την από .......
απόδειξη είσπραξης του Β1, το υπ' αριθμ.......δελτίο λιανικής πώλησης ξυλείας του Β2, την υπ' αριθμ........ τραπεζική εντολή του Β1, τις από ..... και ...... αποδείξεις είσπραξης του Β3, τα υπ' αριθμ...... και ...... τριπλότυπα είσπραξης του Δημόσιου Ταμείου 'Ύδρας, σειρά εξοφλημένων λογαριασμών υδρεύσεως του Δήμου 'Ύδρας, τις υπ' αριθμ. ....
και ...... ένορκες βεβαιώσεις των Β4 και Β1, την υπ'αριθμ........ έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ........, τα περιέχοντα τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης πρακτικά συνεδριάσεως του Πρωτοδικείου, φωτογραφίες και τα ..... και ...... συμβόλαια δωρεάς και αγοράς. Από την επισκόπηση των από 3-11-2005 προτάσεως των αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι μ' αυτές έγινε νόμιμη επίκληση, σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ.1 εδ.β ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρ. 524 παρ.1 ΚΠολΔ), όλων των ανωτέρω εγγράφων, με μνεία ότι προσκομίζονται εκ νέου προς απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής, χωρίς ενσωμάτωση σ' αυτές των πρωτόδικων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, από την ίδια ως άνω διάταξη, προβάλλεται ότι το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη από τα ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα, την από ..... απόδειξη είσπραξης του Β1, το υπ'αριθ....... δελτίο λιανικής πώλησης ξυλείας του Β2, την υπ'αριθ. .....
τραπεζική εντολή του Β1 και τις από .... και ...... αποδείξεις είσπραξης του Β3, διότι αποτελούσαν μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, καθόσον η αναιρεσείουσα είχε αρνηθεί, με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, τη γνησιότητα των υπογραφών που αυτά έφεραν. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, από τις από 6-11-2005 προτάσεις της αναιρεσείουσας, ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι με αυτές αμφισβητήθηκε η ακρίβεια του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, αν δηλαδή αφορά το επίδικο ή άλλο, πλην του επιδίκου, ακίνητο, δεν αμφισβητήθηκε δε η γνησιότητα των υπογραφών αυτών και επομένως δεν αποτελούσαν μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, η λήψη υπόψη του οποίου να ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες τρεις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της αναιρεσείουσας, ως ίδιο αποδεικτικό μέσο, δεν έλαβε υπόψη, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και τις αναφερόμενες άλλες τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη, οι οποίες λήφθηκαν για την αυτή δίκη και τις οποίες είχε προσκομίσει η εν λόγω διάδικος εκ περισσού.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον για τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις ισχύει ο περιορισμός που τίθεται με το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ και επομένως ορθώς δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα μ' επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, ως δικαστικά τεκμήρια, τα αναφερόμενα στον τέταρτο λόγο της αναίρεσης έγγραφα, ήτοι τα με αριθ.
Πρωτ. ..... έγγραφο της 1ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, την ..... βεβαίωση του Δήμου Ύδρας τα από .... και ...... διπλότυπα του Τμήματος Εσόδων του ταμείου Ύδρας, καθώς και τους αναφερόμενους στο λόγο αυτό της αναίρεσης, λογαριασμούς κατανάλωσης ύδατος, τηλεφωνικών τελών, πρόχειρο κατάλογο εξόδων και αμοιβών εργολάβου κηδειών, την ......
αίτηση του Γ1, προς την Υπηρεσία εντελλομένων εσόδων της Νομαρχίας Αττικής και το ..... έγγραφο της Νομαρχίας προς την ανωτέρω Υπηρεσία, όπως επίσης και την αναφερόμενη στο ένατο λόγο αναίρεσης 1918/14-5-2004 ένορκη βεβαίωση της αναφερόμενης μάρτυρος, ενώπιον Ειρηνοδίκη, η οποία μάλιστα ειδικώς μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκε υπόψη.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται η πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινών των θεμελιωτικών της αγωγής ισχυρισμών, περί της συγκυριότητας των εναγόντων επί του επιδίκου και του ποσοστού αυτών. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, στην παραδοχή των εν λόγω ισχυρισμών, που έχουν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, των ενόρκων καταθέσεων των ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, καθώς επίσης και των εγγράφων τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και των ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων, ενώπιον συμβολαιογράφου και Ειρηνοδίκη, .
Επομένως, στην ως άνω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και πρέπει ο λόγος αυτός αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556, 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι ή ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον αναιρεσείοντα, όχι μόνο γενικώς, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικώς ως προς κάθε ένα λόγο αναίρεσης. Το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος σε σχέση με τον αντίδικό του, από διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον ένατο λόγο της αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.9γΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση άφησε αδίκαστη την αίτηση των εναγόντων, με την οποία ζητούσαν την αναγνώριση του κληρονομικού τους δικαιώματος επί του επιδίκου, με τον ίδιο δε λόγο, δεύτερο μέρος, από τον αριθ.19 της ίδιας διάταξης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω μη παράθεσης αιτιολογίας ως προς την απορριπτική κρίση επί της ανωτέρω αίτησης. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, προεχόντως λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, η οποία δεν υφίστανται βλάβη από τις αποδιδόμενες πλημμέλειες στην πληττόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-8-2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 445/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ