Legislator Case Law & Legislation
2159/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for tax evasion, rejecting good behavior mitigation claims.

Case Number 2159/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a tax evasion conviction, ruling that the lower court correctly rejected mitigating circumstances. The appellant argued for leniency based on seven years of good behavior and lack of negative record, but the court found no evidence of genuine remorse or efforts to mitigate consequences. Consequently, the appeal was rejected for lack of substantive grounds, and the appellant was ordered to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 84(2)(b), (d), (e) of the Penal Code; Article 510(1)(d) of the Code of Civil Procedure: Good behavior over a long period does not constitute sufficient evidence for the mitigation of punishment under Article 84(2)(e) of the Penal Code when no specific acts of remorse or mitigation are proven.

Keywords

AI generated
tax evasion mitigating circumstances good behavior penal code appeal dismissal court costs evidence standard

Cited Legislation

AI generated
Article 3 of Law 3943/2011
Article 84(2)(b) of the Penal Code
Article 84(2)(d) of the Penal Code
Article 84(2)(e) of the Penal Code
Article 510(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 583(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2159 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2159/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Τζιούβα (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή και Μαρία Γεωργίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Λ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.407/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3140/21-3-2018 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 468/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του v. 3943/31-3-2011, με το οποίο αντικατεστάθη η παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως τούτο ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 34 του ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004: "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.

Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων.

Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό". Ήδη η άνω διάταξη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 4321/2015 (οι περιπτώσεις του οποίου αναπροσαρμόστηκαν με το άρθρο 71 παρ. 2 του Ν. 4174/2013, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015) ως εξής: "1.

Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ.

β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων.

Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό." Συνεπώς η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με τις ανωτέρω ποινές φυλακίσεως, με την ρύθμιση δε αυτή: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται ενιαίως ως προς το χρόνο διαπράξεως του ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.

Περαιτέρω, κατά τη σαφή αυτή διατύπωση του άρθρου 25, για κάθε πίνακα χρεών ο οποίος υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα.

Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί, πλέον, ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακος και δη με χρόνο τελέσεως τη συμπλήρωση τετραμήνου από του χρόνου καταβολής αυτών.

Με τη ρύθμιση αυτή η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά τη μορφή ενός εν δυνάμει ιδιοτύπου αθροιστικού εγκλήματος, αφού ενδέχεται πλέον να θεμελιώνεται η ποινική ευθύνη, στην περίπτωση που το μη καταβληθέν ποσό ξεπερνά το ελάχιστο όριο ή μετά από επανειλημμένη μη καταβολή χρεών, χωρίς όμως τη συνδρομή του στοιχείου της καθ' έξη ή κατ' επάγγελμα τελέσεως στη νομοτυπική μορφή που χαρακτηρίζει τα αθροιστικά εγκλήματα, γι' αυτό και γίνεται λόγος περί ιδιοτύπου αθροιστικού εγκλήματος.

Ειδικότερα, κατ' άρθρο 25 παρ. 2 Ν. 1882/1990: "Στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται προκειμένου...... β) Για ομόρρυθμες εταιρίες, στους ομόρρυθμους εταίρους και στους διαχειριστές αυτών.

Κατά δε την παρ. 3 αυτού του άρθρου, "Για τα πρόσωπα, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή...".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι προσδιορίζονται οι εκπρόσωποι του νομικού προσώπου της ομόρρυθμης εταιρίας (ΟΕ)που υπέχουν ευθύνη για την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο που ήσαν βεβαιωμένα ή γεννήθηκαν κατά τον χρόνο που αυτοί είχαν την ιδιότητα αυτή, ανεξαρτήτως αν μεταγενεστέρως απέβαλαν την ιδιότητα αυτή.

Τέλος, η ποινική δίωξη σε περίπτωση νομικών προσώπων, όπως εν προκειμένω, ασκείται κατά των εκπροσωπούντων αυτά αναλόγως της νομικής φύσεως τους, προκειμένου δε περί ΟΕ σε βάρος του έχοντος την ιδιότητα του ομόρρυθμου εταίρου και διαχειριστή της εταιρείας. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η κατά τα άνω αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή την αθωωτική απόφαση, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή εάν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ανέλεγκτη ή ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε όπως και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους.

Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Επίσης λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που συνιστά λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχείο Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Περαιτέρω, ο δόλος, κατ' άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συνθέτουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, καταφάσκεται από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και εξ αυτού του λόγου δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός από την κυρία επί της ενοχής, στην οποία εμπεριέχεται και η αφορώσα στο δόλο.

Το στοιχείο του δόλου χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας μόνον όταν για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως).

Το έγκλημα, όμως, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, με βάση τη νομοτυπική του μορφή και ειδικότερα την υποκειμενική του υπόσταση, δεν υπάγεται στις τελευταίες περιπτώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 407/2017 απόφασή του, καταδίκασε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, με την συνδρομή ελαφρυντικής περιστάσεως (84 παρ. 2α ΠΚ), σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, με τριετή αναστολή, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο.

Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ότι απεδείχθησαν, αναιρετικώς ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Σ. Λ. όντας διαχειριστής, μόνον αυτός της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία " ... Ο.Ε", ορισθείς εκ του καταστατικού της νομίμως δημοσιευθείσης αυτής εταιρίας με αντικείμενο ανάληψη ηλεκτρομηχανολογικών έργων, στις ....., 01-01-2011, 01-03-2012, 01-01-2014 και 01-02-2014, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μείζον των τεσσάρων μηνών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, μέχρι την 12-6-2014 που συνετάγη ο πίνακας χρεών για ποσό μεγαλύτερο των 150.000,00 ευρώ και δη τα βεβαιωθέντα από τη Δ.Ο.Υ ...., προερχόμενα από εισόδημα οριστική βεβαίωση (μη παρακρατούμενα), εισόδημα από ΠΟΛ 1037/2005, ΦΠΑ οριστική βεβαίωση, πρόστιμο ΦΠΑ, πρόστιμο ΚΒΣ οριστική βεβαίωση, έξοδα διοικητικής εκτέλεσης, εισφορές και τέλος Ν. 3986/2011 που ανέχονται σε 426.661,13 ευρώ, περιγράφονται αναλυτικά στον πίνακα που παρατίθεται στο διατακτικό της παρούσης που παραδεκτά συμπληρώνει το σκεπτικό αυτής (βλ.

ΑΠ 1821/2016). Στην κρίση δε αυτή ανάγεται το Δικαστήριο ιδιαίτερα από τον επ' ακροατηρίω αναγνωσθέντα πίνακα των χρεών αυτών που αναφέρθηκε και παρατίθεται παρακάτω σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία". Με βάση τις παραδοχές το δικαστήριο κήρυξε, στη συνέχεια, ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα του ότι: "Ως διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...

Ο.Ε", στην ... στις 01-01-2011, 01-03-2012, 01-01-2014 και 01-02-2014, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το συνολικό χρέος, από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (12-6-2014), που ακολουθεί, όπου και αναφέρονται λεπτομερώς τα επιμέρους ειδικότερα χρέη της κατηγορουμένης, υπερβαίνει το ποσό των 150.000,00 ευρώ.

Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος, δεν προέβη ως όφειλε στην καταβολή, ληξιπρόθεσμων χρεών προς το δημόσιο τα οποία έχουν βεβαιωθεί από τη Δ.Ο.Υ ...ς, προερχόμενα από εισόδημα οριστική βεβαίωση (μη παρακρατούμενα), εισόδημα από ΠΟΛ 1037/2005, ΦΠΑ οριστική βεβαίωση, πρόστιμο ΦΠΑ, πρόστιμο ΚΒΣ οριστική βεβαίωση, ΕΔΕ έξοδα διοικητικής εκτέλεσης, εισφορές και τέλος επιτηδεύματος Ν. 3986/2011, όπως αναλυτικά εμφανίζονται στο συνημμένο πίνακα χρεών που περιλαμβάνει αριθμό και ημερομηνία βεβαίωσης, οικονομικό έτος, είδος φόρου, ανάλυση ποσού, τον τρόπο πληρωμής, τον αριθμό ληξιπρόθεσμων δόσεων και τις ημερομηνίες λήξης της πρώτης και τελευταίας δόσης και το οποίο συνολικά, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, ανέρχεται στο ποσό των 426.661,13 ευρώ (ακολουθεί αναλυτικός πίνακας της οφειλής συνημμένος στο διατακτικό της απόφασης).

Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, την επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων των ποινικών νόμων που εφάρμοσε.

Ειδικότερα αναφέρει την αρχή που προέβη στην βεβαίωση των χρεών, το είδος αυτών, το ύψος τους, τον τρόπο πληρωμής τους που με σαφήνεια προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και από τον συνημμένο στο διατακτικό πίνακα χρεών, τον χρόνο καταβολής τους, δηλαδή τον χρόνο κατά τον οποίο ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαιώσεως τους, έπρεπε να καταβληθούν και την καθυστέρηση της καταβολής τους με πρόθεση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, αφ' ότου κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, κατά την λεπτομερή αναφορά του συνημμένου εις το διατακτικό πίνακα χρεών που συνοδεύει την μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., χωρίς, μετά ταύτα, το γεγονός ότι στο σκεπτικό γίνεται παραπομπή στο διατακτικό να συνιστά έλλειψη αιτιολογίας.

Ειδικότερα από τις άνω, αναιρετικώς ανέλεγκτες, παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, σαφώς προκύπτει ότι τούτο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη ότι ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του διαχειριστή της άνω εταιρείας (ΟΕ) κατά τους χρόνους που γεννήθηκε κάθε χρέος, δηλαδή, κατά τον ενσωματωμένο σε αυτήν πίνακα, κατά τα έτη 2011-2014.

Περαιτέρω, ο νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία, δηλαδή, δεν απαιτείται συνδρομή κακοβουλίας, ενώ είναι άνευ σημασίας ο τρόπος από τον οποίο προέκυψαν τα εν λόγω χρέη, αφού η αμφισβήτηση της ύπαρξης του χρέους από τον αναιρεσείοντα δεν ελέγχεται από το ποινικό δικαστήριο, επειδή το κεφάλαιο αυτό δεν ανήκει στη δικαιοδοσία του (ΑΠ 1005/2013, 206/2013).

Συνεπώς, οι επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το δικαστήριο αναιτιολόγητα απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι δεν θεμελιώνεται εν προκειμένω το έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 25 του Ν.1880/1990, επειδή τα βεβαιωθέντα σε βάρος του χρέη προέρχονταν από άτακτη διαχείριση του συνδιαχειριστή της εν λόγω εταιρείας (ΟΕ) είναι αβάσιμοι.

Επίσης αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν αιτιολογήθηκε ο δόλος του. Και τούτο γιατί ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και συνεπώς, η αιτιολογία της απόρριψής του ενυπάρχει στη θέλησή του να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε.

Ούτε, βέβαια μπορεί να γίνει λόγος για άρση του αδίκου της πράξης του αναιρεσείοντος, εκ του λόγου ότι έχει προσφύγει στα διοικητικά δικαστήρια και έχει εκδοθεί αναστολή εκτέλεσης για τμήμα του χρέους. Και τούτο γιατί στις περιπτώσεις των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παράβαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και συνεπώς και για τη δίωξη αυτών, δεν απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής, όπως, αντίθετα, προβλέπεται στις περιπτώσεις φοροδιαφυγής των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν.2523/1997 (ΑΠ 1095/2014, 846/2013).

Ενώ, τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προέβη σε εφαρμογή δυσμενέστερου για τον αναιρεσείοντα νόμου, δηλαδή ότι τον καταδίκασε με βάση τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 3943/2011 που τροποποιήθηκε στη συνέχεια, με το άρθρο 20 του Ν.4321/2015 που είναι δυσμενέστερες διατάξεις (προβλέπουν ποινή φυλάκισης 3 ετών τουλάχιστον για οφειλή χρέους, αντίστοιχα, άνω των 150.000 και 200.000 €) και όχι την προγενέστερη ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 34 του Ν.3220/2004 (προβλέπει ποινή φυλάκισης 1 έτους τουλάχιστον, για οφειλή χρέους άνω των 120.000 €).

Και τούτο γιατί, στην προκείμενη περίπτωση, η άνω νομοθετική μεταβολή δεν έχει έννομη επιρροή ως προς τον αναιρεσείοντα, καθόσον αυτός καταδικάσθηκε για οφειλή η, οποία κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης (2011-2014) υπερέβαινε το ποσό των 150.000 €.

Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Ενώ, τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, πλήττουν υπό την επίκληση αναιρετικού λόγου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες.

ΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής-περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.

Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων.

Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (περ.α), το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια (περ. β), το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (περ.

δ) και το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ.ε). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών.

Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια (περ.

β), πρέπει να εκτίθενται τα αίτια αυτά που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του, ενώ για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μετάνοιας, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του.

Επίσης στην τέταρτη περίπτωση πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, όπως προαναφέρθηκε, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου.

Αυτός, πλέον του πιο πάνω ελαφρυντικού (που του είχε αναγνωρισθεί και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, κατέθεσε εγγράφως ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν και των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 περ. β, δ και ε του ΠΚ. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ζήτησε να του αναγνωρισθούν τα πιο πάνω ελαφρυντικά εκθέτοντας ότι " Ως συνδιαχειριστής της ως άνω Ο.Ε., υπήρξα έντιμος και άσκησα τα καθήκοντα μου με συνέπεια τόσο απέναντι στην εταιρία όσο και στις υποχρεώσεις της στους εργαζόμενους, προμηθευτές και συνεργάτες της καθώς και στο δημόσιο, ότι από το έτος 2010 που μου αποδόθηκαν κατηγορίες για λήψη εικονικών τιμολογίων που αφορούσαν συναλλαγές της εταιρίας για τη διαχειριστική χρήση 2003 και βρέθηκα απολογούμενος ενώπιον του ανακριτή και ενώπιον του δημοσίου, χωρίς εντούτοις να έχω καμία ουσιαστική εμπλοκή και χωρίς να γνωρίζω οτιδήποτε για την εν λόγω υπόθεση, τα εισοδήματά μου, ήτοι η σύνταξή μου μόλις που αρκούσαν για να καλύπτω τις ανάγκες εμού και της οικογενείας μου, δεδομένου ότι η θυγατέρα μου τυγχάνει άνεργη και βαρύνομαι με τις διατροφικές και λοιπές ανάγκες της ιδίας και μέχρι πρότινος και του υιού της και εγγονού μου.

Συνεπώς με τα ανωτέρω έγγραφα αποδεικνύεται ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (2010 - 2014) και εξαιτίας των ανωτέρω αποδεδειγμένων γεγονότων δεν είχα την οικονομική δυνατότητα να καταβάλω προς το Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 426.661,13 €. Επειδή στην πράξη μου (την μη εμπρόθεσμη καταβολή του άνω ποσού) ωθήθηκα από μη ταπεινά αίτια. Επειδή κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα μόλις και μετά βίας συντηρούσα τον εαυτό μου από το μοναδικό μου εισόδημα, ήτοι την σύνταξή μου, ενώ είχα επιφορτιστεί και τη διατροφή της κόρης μου και του εγγονού μου. Για όλους τους ανωτέρω λόγους το Δικαστήριο Σας πρέπει να μου αναγνωρίσει το ελαφρυντικό του αρ. 84.2 β.

Περαιτέρω, πρέπει να μου αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του αρ. 84.2. δ καθώς επέδειξα ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξα να άρω τις συνέπειες της πράξης μου, αφού παρά τις οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζα, δεν έχω καμία οφειλή στη Δ.Ο.Υ. από εισόδημα ως φυσικού προσώπου, όπως άλλωστε προκύπτει και από τον ένδικο πίνακα χρεών.

Περαιτέρω, μετά τα επίδικα περιστατικά και μέχρι σήμερα, όπως επίσης αποδείχθηκε από τα ανωτέρω επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, έχω επιδείξει άψογη προσωπική και κοινωνική συμπεριφορά και δεν έχω υποπέσει σε καμία παράβαση οποιουδήποτε είδους. Αντιθέτως, στο ικανό αυτό χρονικό διάστημα των επτά (7) ετών από το έτος 2010, απολαμβάνω την εκτίμηση του κοινωνικού και οικογενειακού μου περίγυρου, με άμεμπτη προσωπική και οικογενειακή ζωή.

Η καλή συμπεριφορά μου, μετά την πράξη προκύπτει τόσο από την σφαιρική παρουσία θετικών στοιχείων (ασχολούμαι αποκλειστικά με τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου) όσο και από την έλλειψη αρνητικών (απουσία οποιασδήποτε εμπλοκής μου με την ποινική δικαιοσύνη). Ενόψει όλων αυτών αποδεικνύεται ότι διάγω βίο έντιμο για μεγάλο (επταετές) χρονικό διάστημα από τα επίδικα περιστατικά και πληρούνται στο πρόσωπο μου οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

ε' του ΠΚ". Τους ισχυρισμούς αυτούς απέρριψε η προσβαλλόμενη απόφαση με την ακόλουθη αιτιολογία: "Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί μη ταπεινών αιτίων, κατ' άρθρο 84 παρ.2 β' ΠΚ, προδήλως παρίσταται απορριπτέος, καθόσον δεν αποδείχθηκε από ειδικά μνημονευόμενα και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού.

Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως σε αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ Π.Κ., ήτοι ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια μετά τις πράξεις του και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειές τους, αφού από κανένα στοιχείο δεν θεμελιώθηκε αποδεικτικά ο εν λόγω ισχυρισμός του, μη αρκούσας προς τούτο της καλής συμπεριφοράς αυτού και της συγγνώμης ενώπιον του Δικαστηρίου, καθόσον, για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού, απαιτούνται περιστατικά που να μαρτυρούν ειλικρινή προσπάθεια άρσεως ή μειώσεως της πράξεως και τέτοια δεν αποδείχθηκαν.

Περαιτέρω πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως σε αυτόν της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε του Π.Κ., ήτοι ότι μετά την ως άνω πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, καθόσον δεν αποδείχθηκε από ειδικά μνημονευόμενα και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η βασιμότητα των εν λόγω ισχυρισμών".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 84 παρ. 2 β', δ' και ε' του ΠΚ. Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας.

ΙΙΙ. Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση (μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-3-2018 αίτηση-δήλωση (αρ. πρ. 3140/2018) του Σ. Λ. του Α., για αναίρεση της απόφασης 407/2017 του Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στα διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ