2159/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2003 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσίβλητου και την από 19-1-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4742/2004 μη οριστική και 46/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 876/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-1-2010 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated2159/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Full text
Απόφαση 2159 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2159/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ελένης Βούλγαρη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Α. του Η., κατοίκου ... και 2. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Χαρίσογλου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2003 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσίβλητου και την από 19-1-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4742/2004 μη οριστική και 46/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 876/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-1-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 10-3-2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση, Αρεοπαγίτη Βασιλείου Λαμπρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 28-1-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 876/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας, Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας., ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάσεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Εξάλλου κατά τη διάταξη 8 παρ.2 του Ν.2669/1999 (ΚΟΚ) στις ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις χωρίς κινητά φράγματα η φωτεινή σηματοδότηση τοποθετείται πλησίον και προ της διάβασης και επί του αυτού ιστού η πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (ρ-2) σε συνδυασμό με τις πινακίδες Κ-36 (Κίνδυνος λόγω άμεσης γειτονίας ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης, χωρίς κινητά φράγματα, μονής σιδηροδρομικής γραμμής) ή Κ-37.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη 10 παρ.2 του ιδίου ως άνω νόμου "Η κατακόρυφη και οριζόντια σήμανση των οδών εκτελείται μόνον κατόπιν σχετικής μελέτης.... Αρμόδιοι φορείς για την εκπόνηση η έγκριση μελετών εφαρμογής, που αφορούν την κατακόρυφη και οριζόντια σήμανση των οδών (πινακίδες και διαγραμμίσεις) και για την εγκατάσταση και συντήρηση της σήμανσης αυτής είναι είτε η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων είτε οι υπηρεσίες της Περιφέρειας είτε οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης που τις συντηρούν κατά περίπτωση... .Η Γενική Γραμματεία Δημοσιών Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων ασκεί σε όλη τη χώρα την εποπτεία και παρέχει τις οδηγίες για θέματα κυκλοφοριακής σήμανσης".
Τέλος, κατά τη παράγραφο 3 και 5 του ίδιου άρθρου "Για την εγκατάσταση και λειτουργία των φωτεινών σηματοδοτών, οι οποίοι ρυθμίζουν την κυκλοφορία οχημάτων και πεζών, απαιτείται προηγούμενη εκπόνηση ή έγκριση της σχετικής μελέτης από την αρμόδια υπηρεσία της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων... Για τη μελέτη, εγκατάσταση και συντήρηση των κάθε είδους σηματοδοτών, ηχητικών συστημάτων ή κινητών φραγμάτων στις ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις, αρμόδιες είναι οι υπηρεσίες του φορέα εκμετάλλευσης ...Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ 876/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων : "Στις 15-6-2002 και περί ώρα 11.55 ο ενάγων της πρώτης αγωγής και εναγόμενης της δεύτερης αγωγής Γ.
Α. οδηγώντας το με αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία του, εκινείτο επί ανώνυμης κοινοτικής οδού με κατεύθυνση από την Παλιά εθνική οδό Πατρών-Πύργου προς την περιοχή Αγ. Παρασκευής κοντά στην ισόπεδη αφύλακτη σιδηροδρομική διάβαση της γραμμής Καλαμάτας- Διακόπτου και στο 200, 204 χιλιομετρικό σημείο αυτής.
Την ίδια χρονική στιγμή η επιβατική αμαξοστοιχία της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας της πρώτης αγωγής με την επωνυμία "ΟΣΕ" ποιότητας ΙC 23 οδηγούμενη από τον υπάλληλο αυτής μηχανοδηγό Χ. Ζ. ο οποίος είχε προστηθεί στην οδήγηση αυτής, εκινείτο στη σιδηροδρομική γραμμή Κυπαρισσίας - Πατρών - Πειραιώς, όπου υπάρχει η παραπάνω αφύλακτη διάβαση.
Επικρατούσε φως ημέρας και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από τεχνικά ή φυσικά εμπόδια. Η οδός στο σημείο αυτό έχει πλάτος 5,20 μέτρα μ' επικάλυψη ασφάλτου και είναι ευθεία σε μήκος. Στο σημείο της ισόπεδης διασταυρώσεως σε σχέση με την κατεύθυνση του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου υπήρχε στη δεξιά πλευρά πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας (STOP).
Οι μπάρες ασφαλείας της ισόπεδης διασταύρωσης καθώς και οι φωτεινοί σηματοδότες δεν ήταν σε λειτουργία. Όταν η αμαξοστοιχία IC-23 πλησίαζε την παραπάνω ισόπεδη αφύλακτη διάβαση με ταχύτητα 70 χ/μ την ώρα ενώ το προβλεπόμενο όριο (δρομολογιακή ταχύτητα είναι 75χ/ω) κάνοντας χρήση των ηχητικών οργάνων ως ο κανονισμός σημάτων του ΟΣΕ ορίζει (βλ.
το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ' αριθ. 2659580/26.7.2002 έγγραφο του Τεχνικού Τμήματος - Υπηρεσία Έλξης του ΟΣΕ προς το τμήμα Τροχαίας Πατρών καθώς και την ταινία του ταχογράφου της αμαξοστοιχίας 23. Την 15.6.2002 στο χιλμ. σημείο 20 + 24) ο μηχανοδηγός αντελήφθη το αυτοκίνητο του ενάγοντος της πρώτης αγωγής και εναγόμενος της δεύτερης αγωγής το οποίο επιχειρούσε να διέλθει κάθετα τις γραμμές από δεξιά σε σχέση με την πορεία της αμαξοστοιχίας με κατεύθυνση από Π.Ε.Ο Πατρών - Πύργου προς Αγ.
Παρασκευή Κ. Αχαΐας. Αν και έκανε χρήση της πέδης δεν μπόρεσε ν' αποφύγει τη σύγκρουση, μ' αποτέλεσμα η αμαξοστοιχία να προσκρούσει με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος της στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του ενάγοντος το οποίο εν συνεχεία επέπεσε στον ιστό της υπό κατασκευής ανισόπεδης διάβασης (στύλος σήμανσης).
Η ένδικη σύγκρουση οφείλεται στη συντρέχουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας (ΟΣΕ), όπως αυτή εκπροσωπείται νόμιμα, αλλά και του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου. Ειδικότερα ο ενάγων της πρώτης αγωγής και εναγόμενος της δεύτερης αγωγής δεν επέδειξε την επιμέλεια που ώφειλε να επιδείξει ως οδηγός, αφού, όταν έφθασε στη θέση της πινακίδας Ρ-2 (STOP) που υπήρχε στη πορεία του δεν διέκοψε την πορεία του και δεν ξεκίνησε να περάσει από την ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση προτού βεβαιωθεί ότι δεν προσέγγιζε σιδηροδρομικός συρμός (άρθρο 4 παρ. 3, 12, 26 παρ. 4 Ν. 2696/1999).
Αντίθετα αυτός δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν είδε την παραπάνω ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα ώστε να συμμορφωθεί μ' αυτή. Ο ισχυρισμός του ότι η ως άνω πινακίδα δεν ήταν δυνατόν να γίνει αντιληπτή γιατί ήταν ξεθωριασμένη κρίνεται ως ουσία αβάσιμος και απορριπτέος διότι, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ.
πρωτ. 880/4.2.2004 έγγραφο του Δήμου Δύμης Νομού Αχαΐας στη διασταύρωση αγροτικού δρόμου και σιδηροδρομικής γραμμής ( ΧΣ 20 + 204 Π.Π.Υ. Α/Δ στη θέση "Μπούκα" του: Δημοτικού Διαμερίσματος Κάτω Αχαΐας το σήμα υποχρεωτικής σταθμεύσεως (STOP) είχε τοποθετηθεί προ του έτους 2002 και ευρίσκετο κανονικά τοποθετημένο επί του οδοστρώματος και σ' άριστη κατάσταση.
Επί πλέον δε η σιδηροδρομική γραμμή ήταν ορατή από ικανή απόσταση στους προσεγγίζοντες τη διάβαση, όπως τούτο προκύπτει και από τις προσκομισθείσες φωτογραφίες. Από την πλευρά του Ο.Σ.Ε. ώφειλε δια των αρμοδίων οργάνων του να μεριμνήσει για την τοποθέτηση στην ισόπεδη διάβαση κινητών φρακτών ή φωτεινής σηματοδότησης με την οποία θα επισημαινόταν στους οδηγούς των αυτοκινήτων η προσέγγιση σιδηροδρομικού συρμού στην ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση και θα εμποδιζόταν ή θα απαγορευόταν η διέλευση τους από αυτή.
Αποδείχθηκε ότι στο σημείο της ανωτέρω ισόπεδης διασταύρωσης υπήρχαν ηχοφωτεινά σήματα και μία προστατευτική μπάρα, τα οποία όμως δεν είχαν τεθεί σε λειτουργία (βλ. έκθεση αυτοψίας). Το τελευταίο τούτο παραδέχεται και ο ΟΣΕ, ο οποίος ανεξάρτητα αν υποχρεούτο ή όχι να μεταβάλει την επίδικη ισόπεδη διάβαση από αφύλακτη σε φυλασσόμενη ( όπως αυτός ισχυρίζεται (ότι δηλ.
δεν υποχρεούτο), στη συγκεκριμένη περίπτωση ευθύνεται γιατί δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα ώστε να μη δημιουργείται κίνδυνος σε τρίτους, αφού στο συγκεκριμένο σημείο δεν υπήρχε ούτε πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ-36 που, να προειδοποιεί για τον κίνδυνο λόγω άμεσης γειτονίας ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης χωρίς κινητά φράγματα.
Από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες και την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας δεν προκύπτει η ύπαρξη τέτοιας πινακίδος και γενικά το επίμαχο σημείο παρουσιάζει μία προχειρότητα σε σχέση με τη σήμανση για τους χρήστες της οδού. Επομένως ο πρώτος εναγόμενος έχει παραβεί τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 2, 10 παρ. 3 και 5 του ΚΟΚ) όσον αφορά τις υποχρεώσεις του για τη φύλαξη της παραπάνω ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης.
Η παράλειψη του αυτή συνετέλεσε στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος. Με τα παραπάνω δεδομένα από απόψεως βαθμού συνυπαιτιότητος τόσον του οδηγού του αυτοκίνητου όσο και του Ο.Σ.Ε. το Δικαστήριο κρίνει ότι τον πρώτο βαρύνει ποσοστό 60% και τον δεύτερο 40% στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος και βρίσκεται η ως άνω συμπεριφορά τους σ' αιτιώδη συνάφεια μ' αυτό.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στα ίδια έστω και με διάφορη αιτιολογία σε ορισμένα σημεία ορθά το νόμο εφήρμοσε και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και τ' αντίθετα που υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με το σχετικό λόγο των εφέσεων τους κρίνονται αβάσιμα".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και οδηγήθηκε σε απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας ΟΣΕ ΑΕ παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 330, 914ΑΚ και 8 παρ 2, 10 παρ 3 και 5 του Ν. 2696/1999, αφού δέχθηκε ότι έπρεπε να εφαρμοσθούν οι εν λόγω διατάξεις με την υπαγωγή σ' αυτές πραγματικών περιστατικών συνδεόμενων με ανύπαρκτες κατά νόμο υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας ΟΣΕ δηλαδή με την μη τοποθέτηση στην ένδικη αφύλακτη διάβαση πινακίδας αναγγελίας κινδύνου Κ-36 η παράβαση των οποίων από τα όργανα της τελευταίας θεώρησε (το Εφετείο) ως αιτία παράνομης συμπεριφοράς που οδήγησε αιτιωδώς στην πρόκληση της ένδικης αγωγικής ζημίας, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ 2 και 4 παρ 2 του ν. 2696/1999, με βάση τις οποίες η παράβαση της ίδιας υποχρέωσης για την πινακίδα αναγγελίας κινδύνου δεν αφορούσε την αναιρεσείουσα ΟΣΕ ΑΕ, αλλά τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ είτε υπηρεσίες περιφερειακές ή Οργανισμών Τοπικής αυτοδιοίκησης, χωρίς παράλληλα να διαλαμβάνει ότι ο αναιρεσείων είχε νόμιμη υποχρέωση θέσεως σε λειτουργία των ηχοφωτεινών σημάτων και της προστατευτικής μπάρας.
Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμο 1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ που βάσιμα προβάλλεται με το μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 παρ 3 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 876/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ