Legislator Case Law & Legislation
2159/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor union ruling on equal pay for public sector workers. The court rejects claims of unequal treatment between public and private sector employees. The court upholds the lower court's decision based on statutory provisions. The court finds no violation of constitutional equality principles. The court dismisses the appeal and orders the appellants to pay costs.

Case Number 2159/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 58 labor union members against the Athens Court of First Instance's rejection of their equal pay claim. The appellants argued that public sector workers in similar roles should receive equal pay to private sector counterparts, citing constitutional equality principles. The court ruled that the legislature may differentiate between workers serving different legal entities without violating equality, as the regulatory factors determining their employment terms differ significantly. Consequently, the court rejected the appeal and ordered the appellants to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1) and 22(1b) of the Constitution; The principle of equality does not apply when different regulatory factors determine employment terms for distinct categories of workers serving different legal entities, allowing the legislature to establish unequal treatment without violating constitutional mandates.

Keywords

AI generated
constitutional equality principle labor law equal pay public sector employment legislative differentiation labor union appeal constitutional review employment discrimination

Cited Legislation

AI generated
Article 4(1) of the Constitution
Article 22(1b) of the Constitution
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 44/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2159 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2159/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: αναφέρονται 58 αναιρεσειοντες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου-καθού η κλήση: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ" (ΕΛΤΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Παυλάτο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/2/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1681/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8594/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 24/3/2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1558/2006 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 26/9/2006 κλήση των αναιρεσειόντων-καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 24/4/2006 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αναστασίου - Φιλητά Περίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 και ειδικά για τις αμοιβές από εργασιακές σχέσεις ιδιωτικού δικαίου 22 παρ. 1β του Συντάγματος) δεσμεύει και το νομοθέτη, ο οποίος στη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν δύναται να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας εν γένει διακρίσεις, εκτός εάν η διαφορετική ρύθμισή τους δεν είναι αυθαίρετη, διότι επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Τέτοιοι γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση ορισμένων κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες συντρέχει και όταν η κάθε μια από αυτές τις κατηγορίες παρέχει τις υπηρεσίες της σε διαφορετικό νομικό πρόσωπο. ΄Ετσι η κατά τα ανωτέρω αρχή της ισότητας δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση κατά την οποία είναι άλλος ο ρυθμιστικός παράγοντας που καθορίζει τους όρους εργασίας μιας κατηγορίας εργαζομένων από εκείνον που ρυθμίζει την ίδια κατάσταση άλλης κατηγορίας, αφού η ρύθμιση του άνω θέματος από τον ένα παράγοντα, η οποία δε μπορεί να υπερβεί το πεδίο ισχύος της, δε μπορεί να θεωρηθεί με την παράλειψη της ρύθμισης του ίδιου θέματος της άλλης κατηγορίας ότι παραβιάζει την αρχή της ισότητας (Ολ.

ΑΠ 3/1997). Σε αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας, τότε η σχετική διάταξη είναι άκυρη ως αντισυνταγματική και γιαυτό θα πρέπει, προς αποκατάσταση της αρχής αυτής να εφαρμοστεί η διάταξη που την παραβιάζει και για εκείνους, εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση.

Οι προαναφερόμενοι συνταγματικοί κανόνες εφαρμόζονται και ως προς το κανονιστικό μέρος των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, -για τους υπαγόμενους στο πεδίο ισχύος της ίδιας συλλογικής σύμβασης- αφού και η κανονιστική συλλογική ρύθμιση έχει, σύμφωνα με τα άρθρα 22 παρ. 2 του Συντάγματος, 2 παρ. 1 και 4, 3 παρ.1 του ν. 3239/1955 και 7 παρ. 1 του ν. 1876/1990, ισχύ κανονιστικού νόμου.

΄Οσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχείρισης που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ, 22 παρ. 1β΄ του Συντάγματος και 119 της Συνθ. ΕΟΚ (ήδη 141 της ΕΕ) έχει εφαρμογή όταν πρόκειται για οικειοθελή εργοδοτική παροχή. Εξάλλου η εναρμονισμένη με το σύνταγμα ερμηνεία των νόμων δεν επιτρέπεται να οδηγεί σε ψευδοερμηνευτική διόρθωση (τροποποίηση) του νόμου από το δικαστήριο, διότι αυτό θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη, εκ μέρους του δικαστηρίου, αντιποίηση νομοθετικής εξουσίας.

Η ρύθμιση των ιδιωτικών σχέσεων γίνεται με ένα πλέγμα διατάξεων που συγκροτούν το υποσύστημα του ιδιωτικού δικαίου. Η επίδραση (επενέργεια) που μπορεί να έχουν στη ρύθμιση των ιδιωτικών σχέσεων οι συνταγματικές διατάξεις που αφορούν στις θεμελιώδεις αρχές και τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα είναι, υπό το πρίσμα αυτό, έμμεση, δηλαδή δια μέσου της ερμηνείας των εφαρμοστέων διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου, η οποία επιχειρείται και με αναγωγή σε συνταγματικές διατάξεις.

Επομένως για άμεση τριτενέργεια των διατάξεων του Συντάγματος για τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα μπορεί να γίνει λόγος μόνο σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις του συστήματος του ιδιωτικού δικαίου δεν είναι εφικτή λύση ανταποκρινόμενη στις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές. ΄Ετσι αν δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα, πλην της ευθείας αναγωγής στην κρίσιμη συνταγματική επιταγή, τότε δεν θα πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ν΄ αποκλειστεί ακόμη και η άμεση τριτενέργεια της σχετικής διάταξης.

Τέλος κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπικά ισχύ έναντι των κοινών νόμων "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούνται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας του, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους... ". Στην έννοια της περιουσίας κατά την ως άνω διάταξη περιλαμβάνονται τόσον τα εμπράγματα, όσον και τα ενοχικά δικαιώματα και δη οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις (Ολ.

ΑΠ 40/1998). Στην προκείμενη υπόθεση, όντως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής των αναιρεσειόντων, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, αυτοί εκθέτουν ότι προσλήφθηκαν από το αναιρεσίβλητο ΕΛΤΑ, Ν.Π.Ι.Δ. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εντάχθηκαν στο μόνιμο προσωπικό.

Ότι πριν από τη πρόσληψή τους είχαν εργασθεί ως υπάλληλοι στον ιδιωτικό τομέα και είχαν ασφαλιστεί σε διάφορους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς, πλην όμως το αναιρεσίβλητο δεν αναγνώρισε ολόκληρη την προϋπηρεσία τους κατά την ένταξή τους, κατ' εξαίρεση από όλους τους λοιπούς Οργανισμούς και Επιχειρήσεις Κοινής Ωφέλειας (Ε.Υ.Δ.Α.Π., ΟΣΕ, ΔΕΗ, Τράπεζες), οι οποίοι αναγνωρίζουν την πάσης φύσεως προϋπηρεσία των υπαλλήλων τους στον ιδιωτικό τομέα από την ένταξη τους προς επαύξηση των αποδοχών τους μέσω του επιδόματος πολυετίας και ότι το επίδομα αυτό στερούνται οι αναιρεσείοντες με συνέπειες την άνιση μεταχείρησή τους από τον εργοδότη τους, σε σχέση με τους εργαζόμενους στις λοιπές επιχειρήσεις κοινής ωφελείας κατά παράβαση α) του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (1ου Π.Π.Π.

της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), με το οποίο προστατεύεται η περιουσία του ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων κατά το άρθρο 28 παρ. 1 Σ, β) του άρθρου 22 παρ. 1 Σ περί προστασίας του δικαιώματος εργασίας από το κράτος και ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας γ) του άρθρου 4 παρ. 1 Σ περί ισότητας των Ελλήνων έναντι του Νόμου και δ) του άρθρου 288 ΑΚ όπου ο οφειλέτης οφείλει να εκπληρώνει την παροχή ως απαιτεί η καλή συναλλακτική πίστη.

Ζήτησαν δε 1) ν' αναγνωρισθεί ότι ο όρος 4 της Ε.Σ.Σ.Ε. Προσωπικού ΕΛΤΑ έτους 2000, ο οποίος ορίζει ότι "το μόνιμο προσωπικό των ΕΛΤΑ μπορεί με αίτηση του να προσμετρήσει έξι (6) χρόνια υπηρεσίας στον ιδιωτικό τομέα ως εξής α) μέχρι δύο (2) έτη προϋπηρεσίας για μισθολογική εξέλιξη, όταν μονιμοποιηθεί και β) μετά τη συμπλήρωση 25 ετών πραγματικής υπηρεσίας στα ΕΛΤΑ επί πλέον προϋπηρεσία τεσσάρων (4) ετών για μισθολογική και βαθμολογική εξέλιξη, καθώς και ο όρος 7-6 της ΕΣΕΕ Προσωπικού ΕΛΤΑ των ετών 2001-2002 με τον οποίο ορίζεται ότι "αναγνωρίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας ο συνολικός χρόνος, που διανύθηκε με ασφάλιση στον ιδιωτικό τομέα, ένα (1) μήνα πριν την αποχώρηση για λόγους συνταξιοδότησης προσωπικού", είναι άκυροι ως καταχρηστικοί και αντίθετοι με τις προαναφερόμενες διατάξεις, στο βαθμό που περιορίζουν το ως άνω δικαίωμα τους για αναγνώριση όλης της προϋπηρεσίας τους στον ιδιωτικό τομέα από τον χρόνο της εντάξεως τους στο μόνιμο προσωπικό των ΕΛΤΑ και 2) να αναγνωρισθεί ότι το αναιρεσίβλητο είναι υποχρεωμένο να τους αναγνωρίσει το σύνολο της προϋπηρεσίας τους στον ιδιωτικό τομέα από της εντάξεώς τους όπως ειδικότερα εκτίθεται για καθένα ενάγοντα.

Το Εφετείο δέχθηκε ότι η προβλεπομένη από τις διατάξεις των άνω Ε.Σ.Σ.Ε., που έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, προσμέτρηση του χρόνου προϋπηρεσίας στον ιδιωτικό τομέα του μόνιμου προσωπικού των ΕΛΤΑ δεν αποτελεί οικειοθελή εργοδοτική παροχή και ότι οι διατάξεις αυτές δεν παραβιάζουν τις αρχές της ισότητας και ίσης αμοιβής, γιατί πρόκειται για κατηγορίες μισθωτών (ΕΥΔΑΠ, ΟΣΕ, ΔΕΗ, Τράπεζες), που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε διαφορετικά Ν.Π.

με διαφορετικό αντικείμενο απασχόλησης, διαφορετικές συνθήκες εργασίας που υπάγονται σε διαφορετικό Κανονισμό Προσωπικού και ΕΣΣΕ που καθορίζουν τα επί μέρους θέματα των εργαζομένων, ούτε επίσης παραβιάζουν το δικαίωμα επί της περιουσίας των αναιρεσειόντων με την έννοια " του κεκτημένου οικονομικού συμφέροντος" εφόσον επιτρέπεται στο νομοθέτη να ρυθμίσει διαφορετικά ανόμοιες περιπτώσεις.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν ήταν νόμω βάσιμη και την απέρριψε. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, τις άνω ουσιαστικές διατάξεις. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγος της αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος τους από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση για παραβίαση των άνω ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος που πλήττουν την απόφαση του Εφετείου από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δηλαδή ότι δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη τους ισχυρισμούς τους περί παραβίασης των συνταγματικών αρχών της ισότητας και ίσης μεταχείρισης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς και τους απέρριψε.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ. ΑΠ 44/1990). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή κατά τις βάσεις της που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, ως μη νόμιμη.

Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη, κατά τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, έχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-3-2005 αίτηση των......... κ.λ.π. για αναίρεση της 8594/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που τα ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ