Legislator Case Law & Legislation
2159/2006 AI generated

2159/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2159/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού δέχθηκε εν μέρει ως κατ΄ουσίαν βάσιμη την από 18-11-2004 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ΄αριθμ. 4450/ 2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής την ασκηθείσα κατ΄αυτού ποινική δίωξη για χρήση πλαστού εγγράφου, επικύρωσε τούτο ως προς τη διάταξη με την οποία παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για κακουργηματική απάτη.

Legislator headnote

AI generated

2159/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ΄αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ΄άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.

Keywords

AI generated
insurance fraud traumatic brain injury immediate termination for fraud economic offence tort liability psychological sequelae
AI generated
876/2020
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to default judgment allowing cassation under Greek Civil Procedure Code.
164/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Απριλίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 353/2005 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Μαρτίου 20076 αίτησή του.
2473/2009
Κακουργηματική απάτη επί δικαστηρίου.
525/2011
Supreme Court partially allows appeal regarding future disability compensation impact on career and social development.
1976/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιουλίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3069/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5728/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του καθώς και με τους από 19 Ιουλίου 2007 πρόσθετους λόγους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2159 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2159/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιο Μακρή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: X1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 178/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαρτίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 612/2005.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Μαγκλάρα, με αριθμό 332/7-7-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την από 4-3-2005 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου X1 , κατά του υπ΄αριθ. 178/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:

1. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού δέχθηκε εν μέρει ως κατ΄ουσίαν βάσιμη την από 18-11-2004 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ΄αριθμ. 4450/ 2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής την ασκηθείσα κατ΄αυτού ποινική δίωξη για χρήση πλαστού εγγράφου, επικύρωσε τούτο ως προς τη διάταξη με την οποία παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για κακουργηματική απάτη.

2. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς, σύμφωνα με τα άθρα 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠΔ, αφού ασκήθηκε στις 4-3-2005 με δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ΄αριθμ. 26/4-3-2005 σχετική έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στις 25-2-2005 και διαλαμβάνονται σ΄αυτή οι αναιρετικοί λόγοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ ΚΠΔ).

3. Από τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 και έγινε ευμενέστερη, ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικά και για τις πράξεις που έχουν τελεσθεί προηγουμένως (άρθ. 2 του ΠΚ), προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται η προς τον σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη, ένεκα της οποίας επέρχεται ως άμεσο αποτέλεσμα η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ΄επάγγελμα ή κατά συνήθεια, και μετά τη νέα αντικατάσταση της παραγράφου 3 από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 απαιτείται επιπλέον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, οπότε η νεότερη αυτή διάταξη, ως αξιώνουσα πρόσθετα στοιχεία για την κακουργηματική μορφή του εγκλήματος, αποβαίνει ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και εφαρμόζεται επίσης αναδρομικά (ΑΠ 610/2002 Ποιν Λογ 2002, 717, 1142/2003 ΠΧ ΝΔ΄ 245).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 13 εδ. στ΄ του ΠΚ, κατ΄επάγγελμα τελείται η απάτη, όταν από την επανειλημμένη τέλεσή της, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.

δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ΄αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ 1178/1993, 760/1996, 711/2000 ΠΧ ΜΔ΄ 167, ΜΖ΄ 379, ΝΑ΄ 55 αντίστοιχα).

Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ΄αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ΄άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.

β΄ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (ΑΠ 760/1996, 1155/2000 ΠΧ ΜΖ΄ 379, ΝΑ΄ 398 αντίστοιχα).

4. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δέχθηκε με δικές του σκέψεις ότι από τα κατ΄είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα:

Στα ..... την 1-5-1995 ο εγκαλών Ψ1, ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, όταν η με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο ίδιος συγκρούσθηκε με το με αριθμό κυκλοφορίας .... όχημα που οδηγούσε ο Φ1 και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΜΑΓΔΕΜΒΟΥΡΓΕΡ ΕΛΛΑΣ".

Αμέσως μετά τη σύγκρουση ο εγκαλών μεταφέρθηκε στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, μεγάλο εμπιεσμένο κάταγμα θόλου κρανίου-κροταφικού οστού, οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα, θλάση κροταφικού λοβού και αριστερή ημιπληγία. Στο Νοσοκομείο αυτό νοσηλεύθηκε μέχρι και την 23-6-1995 οπότε και εξήλθε μετά από συνεχόμενη νοσηλεία 53 ημερών, κατά τη διάρκεια της οποίας υποβλήθηκε σε αλλεπάλληλες επεμβάσεις (κρανιοτομία, αφαίρεση αιματώματος, αφαίρεση οστέϊνου κρημνού λόγω εντονότατου οιδήματος, χολοκυστεκτομή λόγω οξείας γαγγραινοειδούς χολοκυστίτιδας).

Μετά την έξοδό του συνέχισε να νοσηλεύεται στο σπίτι της οικογένειάς του, όπου παρέμεινε κλινήρης για μεγάλο χρονικό διάστημα πλέον των 12 μηνών, με πλήρη αδυναμία μετακίνησης, η οποία διακόπηκε δύο φορές, το πρώτον την 28-8-1995, οπότε και μεταφέρθηκε στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας με σοβαρή επιληπτική κρίση, απ΄όπου εξήλθε την ίδια ημέρα για να επιστρέψει στην κατοικία της οικογένειάς του και την 8-10-1996, οπότε και μεταφέρθηκε στο παραπάνω Νοσοκομείο, όπου και νοσηλεύθηκε για χρονικό διάστημα δέκα (10) ημερών, κατά το οποίο υποβλήθηκε σε πλαστική εγχείριση κρανίου δεξιάς κροταφικής χώρας και τοποθέτηση ακρυλικού μοσχεύματος.

Ακολούθως, χρειάσθηκε να υποβληθεί σε πολύ μεγάλο αριθμό φυσιοθεραπειών, κινησιοθεραπειών και κινησιομαλάξεων για την πλήρη αποκατάσταση των βλαβών που υπέστη από το προαναφερθέν ατύχημα, για τον προσδιορισμό του είδους και της έκτασης των οποίων και κατόπιν της από 29-9-1999 αίτησής του προς το Εθνικό ΄Ιδρυμα Αποκατάστασης Αναπήρων, εκδόθηκε η με αριθμ.πρωτ. 5545/1-1-1999 Γνωμάτευση, με την οποία το ποσοστό αναπηρίας του καθορίσθηκε σε ποσοστό ογδόντα (80%) τοις εκατό ενώ με την με αριθμ. 52/3-11-1999 Γνωμάτευση της Α/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, κρίθηκε ότι το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε εξήντα επτά (67%) τοις εκατό χαρακτηρίζοντας παράλληλα την πάθησή του ως χρόνια.

Τέλος με τη με αριθμ. 1640/6-8-2000 Γνωμάτευση της ίδιας επιτροπής ο εγκαλών κρίθηκε ανίκανος για κάθε εργασία από 14-7-2000 και για δύο έτη (βλ. την με αριθμ. πρωτ. 5545/1-1-1999 καθώς και τις με αριθμ. 52/3-11-1999 και 1640/6-8-2000 Γνωματεύσεις του Εθνικού Ιδρύματος Αποκατάστασης Αναπήρων και της Α/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ αντίστοιχα).

Κατά το χρονικό διάστημα που ο εγκαλών βρισκόταν σε κατάσταση κλινοστατισμού με πλήρη αδυναμία μετακίνησης, και δη κατά το τέλος του μήνα Σεπτεμβρίου 1995 με αρχές Οκτωβρίου 1995, άρχιζε να προσανατολίζεται προς την κατεύθυνση να εξεύρει κάποιον δικηγόρο προκειμένου να ερευνήσει το ενδεχόμενο αποζημίωσης για τις σωματικές βλάβες που είχε υποστεί από το ατύχημα από την προαναφερθείσα ασφαλιστική εταιρία.

Στα πλαίσια της προσπάθειας αυτής και κατόπιν μάλιστα παραινέσεων στενού συγγενή του, ο οποίος προσφέρθηκε να του συστήσει κάποιο δικηγόρο που ο ίδιος γνώριζε, ο εγκαλών την ίδια χρονική περίοδο ήρθε σε επαφή με τον κατηγορούμενο, ο οποίος του συστήθηκε ως Χ1 , δικηγόρος στο επάγγελμα και ο οποίος, αφού πληροφορήθηκε τις συνθήκες του ατυχήματος και τις προθέσεις του εγκαλούντος, δήλωσε στον τελευταίο παρουσία της οικογένειάς του, ότι προτίθετο να αναλάβει ο ίδιος το θέμα της αποζημίωσης από την εν λόγω ασφαλιστική εταιρία, χωρίς να απαιτήσει καμία αμοιβή για τον εαυτό του δηλ.

δωρεάν. Την 14-10-1995 ο κατηγορούμενος, ο οποίος στην πραγματικότητα ασχολείται με γενικές ασφάλειες και ουδέποτε άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου, επισκέφθηκε εκ νέου τον εγκαλούντα και του ανακοίνωσε ότι εν τω μεταξύ είχε έρθει σε επικοινωνία με την ανωτέρω εταιρία και είχε, σε πρώτη φάση, καταφέρει να της αποσπάσει το ποσό του ενός εκατομμυρίου τετρακοσίων χιλιάδων (1.400.000) δραχμών, το οποίο, όπως ψευδώς του παρέστησε, αφορούσε μόνο την κάλυψη κάποιων πρώτων εξόδων του έναντι της συνολικής αποζημίωσης που αυτή θα του κατέβαλε, εκμεταλλευόμενος μάλιστα το γεγονός ότι αυτός δεν γνώριζε καλώς τη γραπτή ελληνική γλώσσα του παρουσίασε μία ισόποση απόδειξη πληρωμής με ημερομηνία 14-10-1995, την οποία είχε συντάξει ο ίδιος καθόλα τα στοιχεία αυτής.

Στην πραγματικότητα όμως, στο παραπάνω έγγραφο αναγραφόταν, ότι ο εγκαλών ήταν συνυπαίτιος για το ως άνω ατύχημα κατά ποσοστό 50%, ότι έλάμβανε για το ατύχημα που υπέστη αποζημίωση 1.400.000 δραχμές και παράλληλα αναγνώριζε ότι κανένα άλλο ποσό δεν δικαιούται να λάβει από την ως άνω αιτία και ότι είχε εξοφληθεί ολοσχερώς από την ως άνω ασφαλιστική εταιρία, παραιτούμενος πάσης τυχόν αγωγής του κατ΄αυτής.

Σημειώνεται ότι παρά πόδας του εν λόγω εγγράφου υπέγραφε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος με την ιδιότητά του ως "δικηγόρου" (βλ. την από 14-10-1995 απόδειξη πληρωμής αποζημιώσεως). Την ίδια κιόλας ημέρα, έχοντας ήδη εισπράξει για λογαριασμό του εγκαλούντος και σε εκτέλεση του παραπάνω συμβιβασμού το προαναφερθέν ποσό του ενός εκατομμυρίου τετρακοσίων χιλιάδων (1.400.000) δραχμών, παρέδωσε σε αυτόν τετρακόσιες χιλιάδες (400.000) δραχμές παρακρατώντας για τον εαυτό του το υπόλοιπο ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές.

Με τις απατηλές αυτές παραστάσεις και τις ψευδείς διαβεβαιώσεις ότι δήθεν θα επιλαμβανόταν αυτός της υποθέσεως, έπεισε τον εγκαλούντα αφενός να υπογράψει το παραπάνω έγγραφο στερώντας έτσι αυτόν της δυνατότητας να αποζημιωθεί με ποσό πολύ μεγαλύτερο από εκείνο για το οποίο επήλθε εν αγνοία του ο σχετικός συμβιβασμός, αφετέρου δε να απόσχει από οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια διεκδίκησης αποζημίωσης για τις βλάβες που είχε υποστεί από το ατύχημα.

Περαιτέρω στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε την υπογραφή της προαναφερθείσας απόδειξης, ο κατηγορούμενος σε προσωπική επαφή που είχε με τον εγκαλούντα αλλά και τηλεφωνική επικοινωνία με τον ίδιο και τον πατέρα του, διαβεβαίωνε επανειλημμένα αυτούς, ότι για τις υπόλοιπες απαιτήσεις του προς αποζημίωση από το τροχαίο ατύχημα, οι οποίες δεν καλύπτοντο από την προαναφερθείσα από 14-10-1995 απόδειξη, είχε δήθεν εγείρει αγωγές προς τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.

Την τακτική αυτή ο κατηγορούμενος συνέχισε μέχρι και το τέλος Ιανουαρίου 1998. Ωστόσο, όταν ο εγκαλών άρχισε να τον οχλεί επίμονα και να απαιτεί εξηγήσεις και πληροφοριες για την πορεία της εκδίκασης των αγωγών αυτών, για να ενισχύσει τις απατηλές του παραστάσεις και να δικαιολογήσει την κατάφωρη "επαγγελματική του κωλυσιεργεία", κατάρτισε εξ υπαρχής πλαστή δικαστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου αναφορικά με τις παραπάνω απαιτήσεις του.

Ειδικότερα κατάρτισε απόφαση με αναγραφόμενο αριθμό 1875/1998 και ημερομηνία 23-1-1998 του Γ΄ Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας, στην οποία μιμούμενος κακότεχνα το ύφος, το περιεχόμενο, τη διατύπωση και φραστική υποδομή των αντίστοιχων αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων ανέγραψε μεταξύ άλλων, ότι του επιδικαζόταν για αποζημίωση ποσό 978.000 δραχμές και για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη από το προαναφερόμενο ατύχημα ποσό 1.500.000 δραχμές, συνολικά δε ποσό 2.478.000 δραχμές το οποίο, δήθεν καταδικαζόταν να του καταβάλει η ασφαλιστική εταιρία ΜΑΓΔΕΜΒΟΥΡΓΕΡ ΕΛΛΑΣ και ο Φ1.

Στη συνέχεια έκανε χρήση της πλαστής αυτής απόφασης. Ειδικότερα το χρονικό διάστημα των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 1999 και σε μη διακριβωθείσα ακριβώς ημερομηνία, κατόπιν οχήσεων του εγκαλούντος, ο οποίος μη βλέποντας κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα με τον κατηγορούμενο είχε ήδη επισκεφθεί το δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου ....

προκειμένου να αναθέσει πλέον στον τελευταίο την υπόθεσή του, του απέστειλε ταχυδρομικώς μεταξύ άλλων εγγράφων και το έγγραφο αυτό. Τα παραπάνω έπραξε προκειμένου να συγκαλύψει την ήδη τελεσθείσα κατ΄αυτού πράξη της απάτης, αφού καθησυχάζοντάς τον, ότι δήθεν η πορεία των ενδίκων απαιτήσεών του ήταν ομαλή και ότι δήθεν με επιμέλειά του είχε εκδοθεί η απόφαση αυτή, ουσιαστικά σκόπευε να αποτρέψει αυτόν από οποιαδήποτε αυτόβουλη ενέργεια διεκδίκησης αποζημίωσης από το τροχαίο ατύχημα, οπότε και αναγκαστικά θα αποκαλυπτόταν η εγκληματική του δράση.

Μόνο τότε αντιλήφθηκε ο εγκαλών το όλο εγκληματικό σχέδιο του κατηγορουμένου. Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε μία τεράστια προσπάθεια συλλογής στοιχείων και εγγράφων, ώστε να διεκδικηθεί εξαρχής ουσιαστικά η αστική του αποζημίωση από την προαναφερθείσα ασφαλιστική εταιρία, ήδη δηλ. 5 έτη μετά το τροχαίο ατύχημα.

Την 26-4-2000 κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας την με αριθμ. 4908/26-4-2000 αγωγή του κατά του ως άνω οδηγού και της ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου οχήματος καθώς και της προαναφερθείσας ασφαλιστικής εταιρίας, ημερομηνία συζήτησης της οποίας ορίσθηκε η 14-2-01 και με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλλουν το ποσό των διακοσίων δέκα πέντε εκατομμυρίων πεντακοσίων δύο χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα εννέα (215.502.399) δραχμών (ή εξακόσιες τριάντα δύο χιλιάδες τετρακόσια πενήντα τρία ευρώ και πενήντα ένα (632.453,51) λεπτά).

Κατά την παραπάνω όμως δικάσιμο, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία εμφάνισε κατά τη διάρκεια της συζήτησης στο ακροατήριο την από 14-10-1995 προαναφερθείσα απόδειξη με συνέπεια το Δικαστήριο να εκδώσει τη με αριθμ. 4095/2001 απόφασή του, με την οποία μετά παραδοχή της ανατρεπτικής ένστασης περί εξωδίκου συμβιβασμού (ΑΚ 871) των διαδίκων απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του εγκαλούντος.

Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του ο εγκαλών προτείνει ως μάρτυρες τους .... και .... , οι οποίοι πράγματι επιβεβαιώνουν τα καταγγελόμενά του. Ειδικότερα όσον αφορά στον πρώτο από τους παραπάνω μάρτυρες και σχετικά με την προβαλλόμενη από τον κατηγορούμενο αιτίαση, ότι αυτός δεν κρίνεται αξιόπιστος, καθόσον η 31-10-01 μαρτυρική του κατάθεση ενώπιον της Πταισματοδίκη Ιλίου έρχεται σε πλήρη αντίφαση, με την από 10-11-03 κατάθεσή του ενώπιον της Ανακρίτριας του 17ου Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθήνας, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα.

Ο συγκεκριμένος μάρτυρας, ο οποίος είναι εκμισθωτής του ακινήτου στο οποίο κατοικεί η οικογένεια Ψ1, ευθαρσώς αναφέρει σε αμφότερες τις καταθέσεις του, ότι για τις λεπτομέρειες της συγκεκριμένης υπόθεσης, όσο και για την επίσκεψη του κατηγορουμένου στην κατοικία του εγκαλούντος ενημερώθηκε από τον πατέρα του τελευταίου, η όποια δε διάσταση που ενδεχομένως προκύπτει από τις αναφερόμενες στις παραπάνω καταθέσεις του ημερομηνίες οπωσδήποτε δεν είναι προϊόν συγκάλυψης των πραγματικά διαδραματισθέντων περιστατικών αλλά οφείλεται στην πάροδο αρκετά μεγάλου χρονικού διαστήματος (8 σχεδόν ετών).

Ο ίδιος μάρτυρας εξάλλου, όπως και ο έτερος προτεινόμενος, για τον οποίο ουδεμία κρίση καταθέτει ο κατηγορούμενος, ανενδοίαστα αναγνωρίζουν αυτόν ως το πρόσωπο που τον Οκτώβριο του έτους 1995 εμφανίσθηκε ως δικηγόρος στην κατοικία του εγκαλούντος, οποίος θα αναλάμβανε τη διεκδίκηση της αποζημίωσής του από την ασφαλιστική εταιρία (βλ.

την από 31-10-01 και τις από 10-11-03 ένορκες καταθέσεις τους).

Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία χωρίς -σημειωτέον - να προτείνει κάποιον μάρτυρα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι από φιλευσπλαχνία προς την οικογένεια του εγκαλούντος τα μέλη της οποίας ήταν οικονομικοί μετανάστες από τη Βόρεια ΄Ηπειρο αλλά και από συμπάθεια προς τον ίδιο, ο οποίος ήταν ανειδίκευτος εργάτης και στερούνταν άλλων πόρων και εισοδημάτων πέραν αυτών από την εργασία του, προσφέρθηκε αφιλοκερδώς να επικοινωνήσει με τους αρμόδιους της ασφαλιστικής εταιρίας, πράγμα και το οποίο, όπως ομολογεί, και έπραξε. Προσθέτει δε περαιτέρω ότι "μετά από κάποιες ημέρες πληροφορήθηκε ότι είχε επιτευχθεί - απευθείας με τον πατέρα του εγκαλούντος - συμφωνία διευθέτησης της αποζημίωσης στο ποσό του 1.400.000 δραχμές, στην καταβολή του οποίου του ζητήθηκε από τον πράκτορα της εν λόγω ασφαλιστικής, με τον οποίο είχε αρχικώς επικοινωνήσει (και του οποίου το όνομα δεν μπορεί να ανακαλέσει, να παρευρεθεί ως μάρτυρας λόγω του ότι ο εγκαλών ήταν Αλβανός και μειωμένης αξιοπιστίας".

Οι ισχυρισμοί του αυτοί τυγχάνουν αβάσιμοι και καταρρίπτονται το πρώτον από την ίδια την από 14-10-1995 απόδειξη, όπου παρά πόδας του αυτής υπογράφει και ο ίδιος ο κατηγορούμενος με την ιδιότητά του ως "δικηγόρου". Εξάλλου, αν και ο κατηγορούμενος αμφισβητεί τη γνησιότητα του φερόμενου ως γραφικού του χαρακτήρα, ουδέποτε προέβη στην υποβολή εγκλήσεως για το εναντίον του τελεσθέν αδίκημα της πλαστογραφίας, τουλάχιστον προς δική του εξασφάλιση.

΄Οσον δε αφορά στους ισχυρισμούς του ότι δήθεν η εμπλοκή του στην όλη υπόθεση αποτελεί μέρος του μεθοδευμένου σχεδίου του εγκαλούντος να ακυρώσει τον επιτευχθέντα συμβιβασμό με την ασφαλιστική εταιρία "ΜΑΓΔΕΜΒΟΥΡΓΕΡ" πρέπει να λεχθεί ότι τέτοιου είδους τακτική του εγκαλούντος δεν προέκυψε. Αντιθέτως, από όλο το αποδεικτικό υλικό συνάγεται ευχερώς, ότι εξαιτίας του εγκληματικού σχεδίου του κατηγορουμένου προέβη τόσο καθυστερημένα ο παθών, αρχικά στην κατάθεση της από 26-4-2000 αγωγής του διεκδικώντας ουσιαστικά εξαρχής την αστική του αποζημίωση, πράγμα που - λαμβανομένης υπόψη της όλης οικονομικής και κοινωνικής του θέσης - είχε βαρύνουσα σημασία τη δεδομένη χρονική στιγμή καθόσον είχε ήδη εξοντωθεί οικονομικά, αλλά και στη μεταγενέστερη υποβολή της υπό κρίση έγκλησής του στα πλαίσια της προσπάθειάς του προς αναζήτηση ευθυνών για τη δεινή θέση στην οποία είχε περιέλθει.

΄Αλλωστε η αυτόβουλη και παράνομη ανάμειξη του κατηγορουμένου στην υπόθεση αποζημίωσης του παθόντος από το επίδικο ατύχημα προκύπτει ανενδοίαστα τόσο από τα πρακτικά της από 14-2-2001 συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας κατά την οποία συζητήθηκε η ανωτέρω αγωγή του εγκαλούντος (βλ. κατάθεση του μάρτυρα .... , ο οποίος μνημονεύει επανειλημμένα τον "ψευτοδικηγόρο" που μεσολάβησε στην καταβολή της αποζημίωσης), όσο και από την επί της τελευταίας εκδοθείσα με αριθμό 4098/01 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου (βλ.

σελ. 5 της σχετικής απόφασης όπου γίνεται ρητά λόγος για τη μεσολάβηση του κατηγορουμένου στην είσπραξη του ποσού των 400.000 δραχμών). Τα ίδια πραγματικά περιστατικά πιθανολογούνται και στην με αριθμό 696/27-1-03 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας (Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων), επί της απορριφθείσας λόγω μη συνδρομής επείγουσας περίπτωσης και επικείμενου κινδύνου από 24-5-2002 αίτησης του εγκαλούντος κατά του νυν κατηγορουμένου, με την οποία αιτούνταν να του χορηγηθεί η άδεια να κατάσχει συντηρητικά κάθε περιουσιακό στοιχείο του τελευταίου προς εξασφάλιση της ιστορούμενης σε αυτήν απαίτησής του ύψους επτακοσίων ογδόντα δύο χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα πέντε ευρώ και πενήντα ένα (782.435,51) λεπτά (βλ.

σχετική απόφαση). Η κρίση αυτή επιρρωνύεται και από το γεγονός, ότι στο από 12-2-01 δικόγραφο των προτάσεων της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Victoria AAEZ" (και ήδη καθολικού διαδόχου της εμπλεκομένης ασφαλιστικής εταιρίας "ΜΑΓΔΕΜΒΟΥΡΓΕΡ ΕΛΛΑΣ"), με το οποίο η τελευταία προέβαλε την ανατρεπτική ένσταση περί εξωδίκου συμβιβασμού προσκομίζοντας την από 14-10-1995 προαναφερθείσα απόδειξη, χαρακτηριστικά επισημαίνεται η εμφάνιση του κατηγορουμένου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ως δικηγόρου, αφού σε αυτό αναφέρεται επί λέξει: "την 14η Οκτωβρίου 1995 ο πρώτος αντίδικος (νυν εγκαλών) συνοδευόμενος από τον τότε πληρεξούσιον δικηγόρο του Χ1 , προσήλθε εις τα εις Αθήνας (Παν/μίου 57) τότε γραφεία της ΑΕ "ΜΑΓΔΕΜΒΟΥΡΓΕΡ ΕΛΛΑΣ" και συνεβιβάσθη μετ΄αυτής πλήρως, αποζημιωθείς δι΄απάσας τας αξιώσεις του (τας μέχρι τότε και τας μελλοντικάς), εισπράξας το ποσόν των δρχ. 1.400.000 και συνωμολογήσας συνυπαιτιότητά του κατά ποσοστόν 50% εις την επέλευσιν και έκτασιν του τραυματισμού του, ως πάντα ταύτα προκύπτουν εκ της προσαγομένης και επικαλουμένης, υπό ημερομηνίαν 14-10-1995, εξοφλητικής μας αποδείξεως, υπογεγραμμένης από τον ίδιον και τον ρηθέντα πληρεξούσιον δικηγόρον του....

κατά την ανωτέρω πλήρη και ανεπιφύλακτον αποζημίωσίν του συμπαρίστατο και ο ρηθείς πληρεξούσιος δικηγόρος του, ο οποίος προσυπέγραψε..." (βλ. το από 12-2-01 δικόγραφο των προτάσεων της διαδόχου ασφαλιστικής εταιρίας της ανωτέρω "VICTORIA AAEZ").

Στο σημείο αυτό γίνεται μνεία, ότι από κανένα άλλο στοιχείο δεν προέκυψε οποιαδήποτε εμπλοκή του υπευθύνου της ασφαλιστικής εταιρίας της "ΜΑΓΔΕΜΒΟΥΡΓΕΡ ΕΛΛΑΣ" στην κακουργηματική απάτη υπό τη μορφή της ηθικής αυτουργίας ή άλλως πως.΄Αλλωστε την εμφάνιση του κατηγορουμένου "ως δικηγόρου" στα γραφεία της ως άνω εταιρίας, επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας της τελευταίας, ο οποίος και συναλλάχθηκε μαζί του κατά τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς και μάλιστα κατά τρόπο που δεν επιτρέπει την παραμικρή αμφιβολία ότι ο ίδιος - ακόμα και τη στιγμή που καταθέτει κατά τη δικάσιμο της 14ης Φεβρουαρίου 2001 - διατηρεί ακλόνητη την πεποίθηση, ότι το πρόσωπο με το οποίο είχε έρθει σε επαφή τη δεδομένη χρονική στιγμή ήταν "δικηγόρος που εξυπηρετούσε τον πελάτη του" (βλ. την περιεχόμενη στα πρακτικά της με αριθμ. 4095/01 απόφασης κατάθεση του μάρτυρα .... ).

Ο κατηγορούμενος αρνείται κατηγορηματικά και την κατάρτιση της πλαστής απόφασης με αναγραφόμενο αριθμό 1875/1998 του Γ΄ Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι αυτή προσιδιάζει σε δημιούργημα προσώπου που δεν γνωρίζει την ελληνική δικαστηριακή πρακτική αλλά και τα εν γένει ελληνικά δεδομένα (φωτογραφίζοντας κατά τον τρόπο αυτό ως αληθινό συντάκτη της άγνωστο πρόσωπο του περιβάλλοντος του εγκαλούντος και οπωσδήποτε όχι ΄Ελληνα), πλην όμως υποδεικνύει τον τρόπο που κάποιος ΄Ελληνας - και γνώστης των ανωτέρω - θα μπορούσε να προβεί σε ένα τέτοιου είδους εγχείρημα.

Ωστόσο η ύπαρξη του πλαστού δικογράφου και πολύ περισσότερο η πρόθεση του κατηγορουμένου να παραπλανήσει τον εγκαλούντα με την εμφάνιση αυτού ως γνήσιου, επιβεβαιώνεται σθεναρά από το δεύτερο προτεινόμενο από αυτόν μάρτυρα, ο οποίος υπήρξε αυτόπτης, όταν σε χρόνο που δεν προέκυψε και πάντως πριν το έτος 1999, ο ίδιος και ο εγκαλών επισκέφθηκαν τον κατηγορούμενο στην κατοικία του, ο τελευταίος τους εμφάνισε κάποιο έγγραφο ως απόφαση δικαστηρίου, η οποία είχε εκδοθεί επί της δήθεν ασκηθείσας από αυτόν και για λογαριασμό του παθόντος αγωγής προσθέτοντας μάλιστα ότι κατά αυτής είχε ήδη ασκήσει έφεση καθόσον το αποτέλεσμα της δίκης δεν ήταν ικανοποιητικό.

Αναφέρει δε επί λέξει ο εν λόγω μάρτυρας "......δύο τρία χρόνια αργότερα, δεν θυμάμαι τώρα πότε ακριβώς, πήγα και εγώ ο ίδιος μαζί με το μηνυτή μία φορά στο σπίτι του κατηγορουμένου στον Πειραιά. Τότε ο κατηγορούμενος μας έδειξε ένα χαρτί και μας είπε ότι είναι απόφαση δικαστηρίου στο οποίο φαινόταν ότι ο ξαδερφός μου έπαιρνε αποζημίωση περίπου 2.500.000 δρχ...." (βλ.

την από 10-11-03 κατάθεση του μάρτυρα).

Σε ακολουθία με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν, προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος ήτοι ποσό 1.000.000 δρχ. εμφανίσθηκε στον εγκαλούντα ως δικηγόρος που θα διεκπεραίωνε την υπόθεσή του κι έπεισε αυτόν να προβεί στην υπογραφή της προδιαλαμβανόμενης απόδειξης ποσού 1.400.000 δρχ., τα οποία εισέπραξε ο ίδιος αποδίδοντας στον εγκαλούντα μόνο το ποσό των 400.000 δραχμών, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό βλάβη της περιουσίας του τελευταίου μεγαλύτερη των 5.000.000 καθόσον, έπεισε τον εγκαλούντα αφενός να υπογράψει το παραπάνω έγγραφο στερώντας έτσι από αυτόν τη δυνατότητα να αποζημιωθεί με ποσό πολύ μεγαλύτερο από εκείνο για το οποίο επήλθε εν αγνοία του ο σχετικός συμβιβασμός, αφετέρου δε να απόσχει από οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια διεκδίκησης αποζημίωσης για τις βλάβες που είχε υποστεί από το ατύχημα ύψους διακοσίων δεκαπέντε εκατομμυρίων πεντακοσίων δύο χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα εννέα (215.502.399) δραχμών, (όπως αυτές εκτιμώνται στην από 26-4-2000 αγωγή του).

Επιπλέον ενήργησε κατ΄επάγγελμα, αφού από τον τρόπο δράσης του καταδεικνύεται ότι τέλεσε την παραπάνω πράξη, με τέτοια ετοιμότητα, όπως ακριβώς θα ανέπτυσσε κάποιου είδους οικονομική δραστηριότητα, μετέτρεψε δηλ. με την μεθοδική και αποτελεσματική κατάστρωση σχεδίου την αξιόποινη συμπεριφορά του σε δραστηριότητα αναγόμενη στον κύκλο της φερόμενης ως νόμιμης επαγγελματικής του δραστηριότητας, ευελπιστώντας ότι η κοινωνική θέση του εγκαλούντος και η οικονομική του ανέχεια θα απέκλειαν την αποκάλυψη της εγκληματικής του δράσης.

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Συμβούλιο Εφετών, αφού έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για την πράξη της χρήσεως πλαστού εγγράφου, που εκτιμήθηκε ότι φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος, λόγω παραγραφής, έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή αυτού στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της απάτης κατ΄επάγγελμα, από την οποία η προξενηθείσα ζημία (στον εγκαλούντα) υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών και επικύρωσε τη σχετική παραπεμπτική διάταξη του εκκληθέντος βουλεύματος.

5. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αφού εκθέτει σ΄αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη.

Ειδικότερα ως προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, το Συμβούλιο Εφετών δεν δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε εισπράξει από την ασφαλιστική εταιρία το ποσό των 1.400.000 δραχμών και εν συνεχεία έπεισε τον εγκαλούντα με την εν γνώσει παράσταση των ανωτέρω ψευδών γεγονότων να υπογράψει τη σχετική απόδειξη και η αναφερόμενη φράση ότι "είχε, σε πρώτη φάση, καταφέρει να αποσπάσει το ποσό του 1.400.000 δραχμών" αντί της ορθής "είχε, σε πρώτη φάση εξασφαλίσει ή συμφωνήσει" οφείλεται σε παραδρομή, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών του.

Ακόμη, η παραδοχή του Συμβουλίου ότι "την ίδια κιόλας ημέρα, έχοντας ήδη εισπράξει για λογαριασμό του εγκαλούντος και σε εκτέλεση του παραπάνω συμβιβασμού το προαναφερθέν ποσό, παρέδωσε σ΄αυτόν τετρακόσιες χιλιάδες (400.000) δραχμές παρακρατώντας για τον εαυτό του...." έχει την έννοια, ότι ο αναιρεσείων, μετά την υπογραφή της προαναφερόμενης αποδείξεως, την ίδια ημέρα, αφού εισέπραξε το προαναφερόμενο ποσό, απέδωσε στον εγκαλούντα 400.000 δραχμές και παρακράτησε για τον εαυτό του το υπόλοιπο ποσό του 1.000.000 δραχμών.

Συνεπώς, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών αυτών του Συμβουλίου Εφετών. Εξάλλου, το ίδιο Συμβούλιο δέχθηκε πράγματι, ότι ο εγκαλών υπέγραψε την προαναφερόμενη απόδειξη στην οικία του. Η αναφορά δε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του προβληθέντος από την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "victoria AAEZ" κατά τη συζήτηση στις 14-2-2001 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου της κατ΄αυτής από 26-4-2000 αγωγής του εγκαλούντος ισχυρισμού ότι η προαναφερόμενη απόδειξη είχε υπογραφεί από τον τελευταίο και τον αναιρεσείοντα στα γραφεία της, δεν αποτελεί και παραδοχή ως προς τον τόπο υπογραφής της αποδείξεως αυτής, αλλά ενισχύει απλώς την κρίση του Συμβουλίου Εφετών, ότι ο αναιρεσείων εμφανιζόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο ως δικηγόρος.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως. Κατά το μέρος όμως που το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε, ότι η προξενηθείσα στον εγκαλούντα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών και συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος η επιβαρυντική περίσταση της κατ΄επάγγελμα τελέσεως της απάτης, η αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος είναι ελλιπής και ασαφής.

Ειδικότερα: α) δεν αιτιολογείται γιατί η ζημία που προξενήθηκε στον εγκαλούντα υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών και ούτε προσδιορίζεται το ύψος της. Και, β) ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ΄επάγγελμα τελέσεως της απάτης το Συμβούλιο Εφετών φαίνεται ότι στήριξε την κρίση του στην υποδομή, που είχε διαμορφώσει ο αναιρεσείων με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, χωρίς όμως να εκθέτει από ποιά συγκεκριμένα περιστατικά συνήγαγε την κρίση του αυτή περί διαμορφωμένης υποδομής και προθέσεως επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως.

Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Μετά από αυτά να αναιρεθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα και συγκεκριμένα κατά το μέρος που αφορά στις παραδοχές του για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της απάτης και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθ. 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ).

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Μαγκλάρας

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος.

Μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση της παρ. 3, ορίσθηκε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αφαιρέθηκε δηλαδή η επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη. Η διάταξη όμως αυτή αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3 Ιουνίου 1999 (άρθρο 55 του ίδιου νόμου) και ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών.

Η διάταξη αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο μόνο στην περίπτωση που το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία δεν υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), οπότε η πράξη, και αν ακόμη έχει τελεσθεί κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια, φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, όπως επίσης είναι ευνοϊκότερη αν το συνολικό ποσό, χωρίς τη συνδρομή της κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ).

Αν όμως το ποσό του οφέλους ή της ζημίας είναι ανώτερο των 5.000.000 δραχμών και συντρέχουν οι ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις ή είναι απλώς ανώτερο των 25.000.000 δραχμών η πράξη της απάτης έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και με τη νεότερη διάταξη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή, που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.

Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στο βούλευμα κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

ΙΙ.- Στην προκείμενη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο 178/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά του πρωτοδίκου 4450/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά το μέρος με το οποίο είχε παραπεμφθεί να δικασθεί για κακουργηματική απάτη με ζημία και αντίστοιχο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ήδη των 15.000 ευρώ, με την επιβαρυντική περίσταση για τον αναιρεσείοντα της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης.

Με το μόνο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης του εγκλήματος για το οποίο παραπέμπεται ακόμη δε και γιατί περιέχει αντιφατικές παραδοχές που ειδικά προσδιορίζονται.

Εν σχέσει με τις αιτιάσεις αυτές, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με αναφορά κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων επί των οποίων στήριξε την ουσιαστική κρίση του, δέχθηκε τα επόμενα "...το χρονικό διάστημα που ο εγκαλών βρισκόταν σε κατάσταση κλινοστατισμού, με πλήρη αδυναμία κινήσεως, ήρθε σε επαφή με τον κατηγορούμενο, ο οποίος του συστήθηκε ως Χ1, δικηγόρος στο επάγγελμα και του δήλωσε ότι προτίθεται να αναλάβει ο ίδιος το θέμα της αποζημίωσης από την άνω ασφαλιστική εταιρία...Την 14-10-1995 ο κατηγορούμενος ο οποίος στην πραγματικότητα ασχολείται με γενικές ασφάλειες και ουδέποτε άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου, επισκέφτηκε εκ νέου τον εγκαλούντα και του ανακοίνωσε ότι εν τω μεταξύ είχε έρθει σε επικοινωνία με την ανωτέρω εταιρία και είχε, σε πρώτη φάση, καταφέρει να της αποσπάσει το ποσό του 1.400.000 δραχμών, το οποίο, όπως ψευδώς του παρέστησε, αφορούσε μόνο την κάλυψη κάποιων εξόδων του έναντι της συνολικής αποζημίωσης που αυτή θα κατέβαλε, εκμεταλλευόμενος μάλιστα το γεγονός ότι αυτός δεν γνώριζε καλώς την γραπτή ελληνική γλώσσα, του παρουσίασε μία ισόποση απόδειξη πληρωμής με ημερομηνία 14-10-1995 την οποία είχε συντάξει ο ίδιος καθόλα τα στοιχεία αυτής.

Στην πραγματικότητα όμως, στο παραπάνω έγγραφο αναγραφόταν ότι ο εγκαλών ήταν συνυπαίτιος για το ως άνω ατύχημα κατά ποσοστό 50%, ότι ελάμβανε για το ατύχημα το οποίο υπέστη αποζημίωση 1.400.000 δραχμές και παράλληλα αναγνώριζε ότι κανένα άλλο ποσό δεν δικαιούται να λάβει από την ως άνω αιτία και ότι είχε εξοφληθεί ολοσχερώς από την ως άνω ασφαλιστική εταιρία, παραιτούμενος πάσης τυχόν αγωγής του κατ' αυτής....

παρα πόδας δε του εν λόγω εγγράφου υπέγραφε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του ως δικηγόρος ... Την ίδια κιόλας ημέρα, έχοντας ήδη εισπράξει για λογαριασμό του εγκαλούντος και σε εκτέλεση του παραπάνω συμβιβασμού το προαναφερθέν ποσό του 1.400.000 δραχμών παρέδωσε σ' αυτόν 400.000 δραχμές παρακρατώντας για τον εαυτό του το υπόλοιπο 1.000.000 δραχμές.

Με τις απατηλές αυτές παραστάσεις και τις ψευδείς διαβεβαιώσεις ότι δήθεν θα επιλαμβανόταν αυτός της υποθέσεως, έπεισε τον εγκαλούντα αφενός να υπογράψει το παραπάνω έγγραφο, στερώντας έτσι αυτόν της δυνατότητας να αποζημιωθεί με ποσό μεγαλύτερο από εκείνο για το οποίο επήλθε εν αγνοία του ο σχετικός συμβιβασμός, αφετέρου δε να απόσχει από οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια διεκδίκησης αποζημίωσης για τις βλάβες τις οποίες είχε υποστεί από το ατύχημα, ύψους 215.502.300 δραχμών (όπως αυτές εκτιμώνται στην από 26-4-2000 αγωγή του).

Δέχεται περαιτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι " ... η κρίση αυτή επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι στο από 12-2-2001 δικόγραφο των προτάσεων της ασφαλιστικής εταιρείας... χαρακτηριστικά επισημαίνεται η εμφάνιση του κατηγορουμένου ως δικηγόρου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα αφού σε αυτό, αναφέρεται επί λέξει....

Την 14η Οκτωβρίου 1995 ο πρώτος αντίδικος (εγκαλών) συνοδευόμενος από τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο του X1 προσήλθε εις τα τότε γραφεία της ΑΕ. ΜΑΓΔΕΜΒΟΥΡΓΕΡ ΕΛΛΑΣ και συνεβιβάσθη... κατά την ανωτέρω πλήρη και ανεπιφύλακτον αποζημίωσίν του συμπαρίστατο και ο ρηθείς πληρεξούσιος δικηγόρος του ο οποίος προσυπέγραψε..... " Και καταλήγει το βούλευμα "...

Επιπλέον ενήργησε κατ' επάγγελμα, αφού από τον τρόπο δράσης του καταδεικνύεται ότι τέλεσε την παραπάνω πράξη, με τέτοια ετοιμότητα, όπως ακριβώς θα ανέπτυσσε κάποιου είδους οικονομική δραστηριότητα, μετέτρεψε δηλαδή με την μεθοδική και αποτελεσματική κατάστρωση σχεδίου, την αξιόποινη συμπεριφορά του σε δραστηριότητα αναγόμενη στον κύκλο της φερόμενης ως νόμιμης επαγγελματικής του δραστηριότητας, ευελπιστώντας ότι η κοινωνική θέση του εγκαλούντος και η οικονομική του ανέχεια θα απέκλειαν την αποκάλυψη της εγκληματικής του δράσης.

Επι πλέον δε το συνολικό όφελος του δράστη με αντίστοιχη συνολική ζημία του παθόντος υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (ή το αντίστοιχο σε ευρώ).... ". Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο , τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο με την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης της απάτης, την δε συνδρομή του στοιχείου της κατ΄ επάγγελμα τέλεσης πλήρως και εμπεριστατωμένα αιτιολογεί.

Ούτε προκύπτει αντίφαση αιτιολογίας, από την οποία καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος από το γεγονός ότι στο βούλευμα αναφέρεται αρχικά μεν ότι η επίμαχη απόδειξη υπογράφηκε στην οικία του εγκαλούντος, όταν αυτός ήταν σε κατάσταση κλινοστατισμού, ενώ στην συνέχεια εκτίθεται ότι ο εγκαλών, συνοδευόμενος από τον κατηγορούμενο εμφανίσθηκε στα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρίας και εκεί εισέπραξε το ποσό του 1.400.000 δραχμών.

Τούτο δε διότι το τελευταίο δεν αποτελεί ίδια παραδοχή του βουλεύματος, αλλά παραπομπή στο κείμενο των προτάσεων της ασφαλιστικής εταιρείας που γίνεται για να καταδειχθεί η από τον κατηγορούμενο, με την ανύπαρκτη ιδιότητα του δικηγόρου, σύνταξη και υπογραφή της άνω από 14-10-1995 αποδείξεως. Σε κάθε περίπτωση, ο τόπος συντάξεως της αποδείξεως, είτε δηλαδή αυτή συνετάγη στην οικία του εγκαλούντος είτε στα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρείας, δεν αποτελεί στοιχείο για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης την οποία φέρεται ότι τέλεσε και για την οποία παραπέμπεται, ώστε η αιτιολογία του βουλεύματος να εκτείνεται και στο ζήτημα αυτό.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-3-2005 αίτηση του X1 , για αναίρεση του 178/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2006.

Εκδόθηκε στην Αθήνα την 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ