2158/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Δεκεμβρίου 1997 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/1999 μη οριστική και 112/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 228/2005 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2 Νοεμβρίου 2005 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated2158/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. .....
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2158 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2158/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ...... 2. ..... και 3. ...... ως ομορρύθμων μελών της υπό εκκαθάριση τελούσας ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία "...... Ε.Ε.", που εδρεύει στο Δ.Δ. ....... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος και 3ος παραστάθηκαν με τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Αντώνιο Χρυσώτη και Σπυρίδωνα Βελλή, ενώ ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τους ίδιους πληρεξουσίους δικηγόρους, εκ των οποίων μόνον ο Αντώνιος Χρυσώτης κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ....., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Παντελή Μήτση και Κωνσταντίνο Τζούμα, εκ των οποίων ο 1ος ανακάλεσε την από 23-4-2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. και μόνον αυτός κατέθεσε προτάσεις και 2. υπό εκκαθάριση τελούσας ετερρόρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "....... Ε.Ε.", που εδρεύει στο Δ.Δ. ....... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Δεκεμβρίου 1997 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/1999 μη οριστική και 112/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 228/2005 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2 Νοεμβρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην της 2ης αναιρεσίβλητης, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας, ανέγνωσε την από 12 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδαφ.β' και γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. .....
έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ...., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω από αυτή πράξη κατάθεσης και τέτοια ορισμού δικασίμου της 23-3-2007 καθώς και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 27-4-2007), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία ".....
ΕΕ".Επομένως, και αφού, όπως προεκτέθηκε, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση της αναιρεσίβλητης αυτής για τη μετ' αναβολή άνω δικάσιμο της 27-4-2007, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 576 Κ.Πολ.Δ, παρότι η αναιρεσίβλητη αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφαση του στερείται νόμιμης βάσης, διότι έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο αυτές, να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεία τους, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει και επί πλέον να αναφέρονται οι ως αντιφατικές φερόμενες παραδοχές του Εφετείου.
Η αντίφαση πρέπει να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης, όχι μεταξύ αυτών και άλλων εγγράφων, έστω και διαδικαστικών (βλ. σχ. ΑΠ 700/1986 και 403/1995). Επομένως, στην προκειμένη υπόθεση, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται αιτίαση, από το άρθρο 555 αριθ. 9 ΚΠολΔ, εκ του ότι το Εφετείο απέρριψε λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης και τους υποχρέωσε να καταβάλουν στον πρώτο αναιρεσίβλητο ποσό 21.027 ευρώ, αντιστοιχούν σε 7.164.975 δραχμές για οφειλόμενα σ' αυτόν μισθώματα από 16-4-1997 έως 15-1-1998, πλέον χαρτοσήμου, για το χρονικό διάστημα από 16-9-1996 έως 15-1-1998, από εκμίσθωση από αυτόν στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, της οποίας ομόρρυθμα μέλη ήταν οι αναιρεσείοντες, ιδανικού μεριδίου εξ 25% αντί 16,66% όπως αναφερόταν στην αγωγή, δεχθέν, κατά παραδοχή ενστάσεως συμψηφισμού, προβληθείσας από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, προσθέτως παρεμβάσα ετερόρρυθμη εταιρεία, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εν μέρει την αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε 9.576.000 δραχμές για τον πιο πάνω λόγο, πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι το επιδικασθέν ποσό δεν ήταν, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο και στην προσβαλλόμενη πλέον του με την από 23-12-1997 αγωγή αιτηθέντος, με βάση και την ανέλεγκτη παραδοχή ότι εκμισθώθηκε ιδανικό μερίδιο 25% (16,66% ποσοστό τέκνων αναιρεσίβλητου +8,34% ποσοστό που κατείχε από σχέση μίσθωσης) και όχι 20% που από παραδρομή έχει γραφεί.
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, εκ του ότι, υπάρχει αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών και του διατακτικού της προσβαλλόμενης, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος και απαράδεκτος αφενός διότι κατά τα ως άνω αναφερόμενα στην περίπτωση αυτή δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και αφετέρου διότι σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται σε τι συνίστανται οι αντιφάσεις και από που προκύπτουν (Ολ.
ΑΠ 32/1996), αφού, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων εξεμίσθωσε προς την ως άνω ετερόρρυθμη εταιρεία πράγματι ιδανικό μερίδιο εκ ποσοστού 25% (16,66 + 8,34) και όχι 20% όπως από παραδρομή έχει γραφεί, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.000.000 δραχμών, επί τη βάσει του οποίου και υπολόγισε το σύνολο των άνω οφειλομένων μισθωμάτων πλέον του ποσού του χαρτοσήμου.
Ως προς την αιτίαση δε για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς το συμφωνηθέν ύψος του μισθώματος το αντιστοιχούν στο εκ ποσοστού 16,66% ιδανικό του μερίδιο πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, αφού αντικείμενο της δίκης ήταν η καταβολή των οφειλόμενων στον αναιρεσίβλητο μισθωμάτων, τα οποία ανέρχονταν στο πιο πάνω αιτούμενο από αυτόν ποσό και όχι η αναγνώριση του ποσοστού του ιδανικού μεριδίου του που αυτός πράγματι εξεμίσθωσε (16,66%) και εκείνου που πράγματι υπεκμίσθωσε (8,34%) στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, για το οποίο πάντως συνολικό ποσοστό (25%) η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε ανέλεγκτα, ότι συμφωνήθηκε μηνιαίο μίσθωμα 1.000.000 δραχμών, με επιπλέον χαρτόσημο.
ΙΙΙ. Ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, εκ του ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, εφόσον δεν αναγράφονταν σ' αυτή τα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η κατάρτιση έγκυρης σύμβασης μισθώσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι εμπεριέχει τα κατά νόμο απαιτούμενα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων θεμελιούται η αξίωση του αναιρεσίβλητου να ζητήσει για το χρονικό διάστημα από 16-9-1996 έως 15-1-1998 τα οφειλόμενα σ' αυτόν μισθώματα συνολικού ύψους 9.576.000 δραχμών, που πηγάζει από την επικληθείσα (με χρονολογία 16-9-1996) έγκυρη και ισχυρή (όπως κρίθηκε με την 324/1999 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων) εμπορική μίσθωση ιδανικού μεριδίου καταστήματος που βρίσκεται στα.... (οδός .... ), την οποία (μίσθωση) κατάρτισε με την, μη κοινωνό του μισθίου, δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.000.000 δραχμών, πλέον χαρτοσήμου.
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, εκ του ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 574, 575, 174 και 180 Α.Κ., δεχθέν ότι η εκμίσθωση της ιδανικής μερίδος του αναιρεσίβλητου επί του μισθίου σε τρίτο μη κοινωνό δεν είναι επιτρεπτή, όμως η ακυρότητα αυτή είναι σχετική, παράγουσα αποτελέσματα μόνο έναντι των κοινωνών και συνεπώς μεταξύ των συμβαλλομένων η σύμβαση μίσθωσης αναδίνει όλες τις νόμιμες συνέπειες και ότι την ακυρότητα εδώ δεν μπορούν να επικαλεστούν και να προτείνουν η συμβληθείσα ως άνω μισθώτρια ετερόρρυθμη εταιρεία, καθώς και οι αναιρεσείοντες εξ ονόματος της μισθώτριας (όπως την προτείνουν στην παρούσα δίκη) ως ομόρρυθμα μέλη αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, με την πιο πάνω διαλαμβανόμενη στο αναιρετήριο παραδοχή του, που είναι σαφής, επαρκής και χωρίς κάποια αντίφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πιο πάνω επικαλούμενη πλημμέλεια.
Ο αυτός δε λόγος, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, εκ του ότι το Εφετείο διέλαβε τάχα αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, ιδίως διότι δεν εμπεριέχονται οι πλήρεις πραγματικές παραδοχές της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης (Ολ ΑΠ 32/1996, 28/1998, ΑΠ 618/2007),σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος.
IV. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλoμένης, απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων για έλλειψη τάχα ενεργητικής νομιμοποίησης του πρώτου των αναιρεσιβλήτων στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής του, επειδή το εκμισθωθέν από αυτόν ιδανικό μερίδιο ανήκε κατά κυριότητα στα τέκνα του και όχι σ' αυτόν, δεχθέν ότι ο αναιρεσίβλητος "στα πλαίσια της διοίκησης της περιουσίας των ανηλίκων τέκνων του, που του παρέχει η διάταξη του άρθρου 1510 παρ.1 ΑΚ και κατά την άσκηση της γονικής του μέριμνας, προέβη στην εκμίσθωση του ιδανικού μεριδίου των ανηλίκων τέκνων του στο όνομά του και για λογαριασμό του επί του επιδίκου μισθίου καταστήματος, ενεργώντας μόνο ως προς την εσωτερική οικογενειακή του σχέση με τα ανήλικα προς ευόδωση των συμφερόντων τους.
Μη απαιτουμένης δε κυριότητας του εκμισθωτή για το έγκυρο της σύμβασης μισθώσεως, η σύμβαση αυτή εγκύρως παρήγαγε τα έννομα αποτελέσματά της άμεσα στο πρόσωπό του. Το ότι δε ενήργησε στην εν λόγω μισθωτική σχέση αποκλειστικά για λογαριασμό του και κατά συνέπεια νομιμοποιείται ενεργητικά προς είσπραξη των μισθωμάτων, αποδεικνύεται από τα εξής στοιχεία:
α) Από το ίδιο το από 16-9-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο ευθέως συμβάλλεται στο όνομά του και για λογαριασμό του, χωρίς την παραμικρή αναφορά ότι ενεργεί ως αντιπρόσωπος ή για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του και β) Από την από 5-1-1998 (αρ.κατ.73/1998) αγωγή των εκκαλούντων-εναγομένων (αναιρεσειόντων) κατά του ήδη εφεσίβλητου-ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) επί της οποίας εκδόθηκε η αναφερόμενη παραπάνω 324/1999 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, στην οποία ακριβώς με αντικείμενο την ήδη ένδικη μίσθωση ενάγουν τον ενάγοντα τώρα ως εκμισθωτή αποκλειστικά αυτοπροσώπως και όχι ως εκπρόσωπο οιασδήποτε μορφής των ανηλίκων τέκνων του".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο ορθώς κατά νόμο απέρριψε την πιο πάνω ένσταση των αναιρεσειόντων και επομένως ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, καθό μέρος με αυτόν προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 (ή 1) ΚΠολΔ., πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στην πραγματικότητα πλήττει την ανέλεγκτη για τα ως άνω πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), με πρόσχημα την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος.
Κατά το μέρος του δε που προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ.12 του πιο πάνω άρθρου, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο σχετικός λόγος δεν ιδρύεται εδώ στις υποθέσεις της ειδικής διαδικασίας των μισθωτικών διαφορών, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι δεν προκύπτει από τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα και μάλιστα τις από 23-11-1998 και 31-3-1998 προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ότι αυτός, διευκρινίζοντας (άρθρο 224 ΚΠολΔικ) τάχα την αγωγή του, συνομολόγησε τη σχετική ένσταση των αναιρεσειόντων, ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης εκμισθώσεως του ιδανικού μεριδίου των ανηλίκων τέκνων του δήθεν "ενεργούσε για λογαριασμό τους και για λογαριασμό τους το εκμίσθωσε".
V. Ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, εκ του ότι το Εφετείο παραμόρφωσε τάχα το περιεχόμενο της από 10-7-1997 εξωδίκου δηλώσεως του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε την εντός τριάντα (30) ημερών καταβολή των οφειλόμενων σ' αυτόν μισθωμάτων, διαφορετικά θα ασκούσε τα δικαιώματα του για την απόδοση της χρήσης του μισθίου και δεν διέγνωσε σ' αυτή βούληση του περί καταγγελίας της συμβάσεως, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου της πιο πάνω δήλωσης (η οποία συνεκτιμήθηκε με άλλες αποδείξεις) από το Εφετείο για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρούσαν ορθό οι αναιρεσείοντες.
VI. Ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, εκ του ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με την επιδίκαση του πιο πάνω ποσού των οφειλομένων μισθωμάτων εντόκως, διότι δεν διέλαβε αιτιολογία ως προς την εύλογη αμφιβολία των αναιρεσειόντων περί το ύψος του μισθώματος που αντιστοιχούσε στο εκμισθωθέν ιδανικό μερίδιο, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, με πρόσχημα την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που απέρριψε κατ' ουσίαν ως αβάσιμο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι τάχα δεν είχαν καταστεί υπερήμεροι στην καταβολή των μισθωμάτων λόγω εύλογης αμφιβολίας ως προς το ύψος του οφειλόμενου μισθώματος ή ως προς το δικαιούχο, με την αιτιολογία ότι οι σχετικές συμφωνίες τους ήταν καθαρές και δεν δικαιολογούσαν τέτοια αμφιβολία, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος διότι η αιτιολογία αυτή είναι σαφής, επαρκής και χωρίς αντίφαση.
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση, από την ίδια πιο πάνω διάταξη, εκ του ότι στην προσβαλλομένη δεν διαλαμβάνεται αιτιολογία για την απόρριψη πρόσθετου λόγου έφεσης με τον οποίο προβαλλόταν ότι η αξίωση του αναιρεσίβλητου για καταβολή τόκων επί των μισθωμάτων έχει υποπέσει δήθεν σε πενταετή παραγραφή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο, επιδίκασαν με τις σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που περιέχει η προσβαλλόμενη απόφασή του, τα οφειλόμενα μισθώματα, πλέον χαρτοσήμου, νομιμοτόκως, αφής κατέστησαν απαιτητά, απέρριψε εκ του πράγματος τον ως άνω πρόσθετο λόγο έφεσης, μη απαιτουμένης ιδιαίτερης άλλης αιτιολογίας εν προκειμένω, εφόσον οι τόκοι αποτελούν παρεπόμενη παροχή της κύριας αξιώσεως, η οποία συνίστατο στην καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων, περί της επιδικάσεως των οποίων δεν προβάλλεται άλλωστε έλλειψη αιτιολογίας προς θεμελίωση του λόγου αυτού.
VII. O έκτος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, εκ του ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 250 περ.16 ΑΚ, 22,23-26 ΕΝ, 29 Εισ.ΝΑΚ, απέρριψε ένσταση των αναιρεσειόντων περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης λόγω παρελεύσεως πενταετίας, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, ιδίως διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι αναγκαίες πλήρεις παραδοχές της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά παρατίθεται κυρίως η μείζων πρότασή της και ως εκ τούτου δεν καθίσταται εφικτό να διαπιστωθεί εάν έλαβε χώρα ή μη υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ζήτημα αυτό.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον δέχτηκε και τα ακόλουθα: " Η παθητική νομιμοποίηση για την εις ολόκληρο ευθύνη των ομόρρυθμων εταίρων για τα χρέη της ομόρρυθμης και της ετερόρρυθμης εταιρείας κρίνεται από την ύπαρξη και μόνο της ιδιότητας αυτής του ομορρύθμου εταίρου κατά το χρόνο γενέσεως του χρέους και η ευθύνη αυτή δεν έχει "παρακολουθητικό" χαρακτήρα σε σχέση με την ενοχή της εταιρείας αλλά είναι άμεση, αυτοτελής και κυρίως πρωτογενής (ΑΠ 797/1999), με την έννοια ότι ουδόλως επηρεάζεται από την τύχη της εις ολόκληρον συνενοχής του εις ολόκληρον συνευθυνομένου, συνεπώς η ευθύνη των εναγομένων (αναιρεσειόντων) για την καταβολή των μισθωμάτων που γεννήθηκαν από 16-4-1996 μέχρι 15-1-1998 δεν υπέπεσαν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ.16 ΑΚ, δεδομένου ότι η αγωγή για την αιτία αυτή ασκήθηκε εναντίον του το 1997 χωρίς έκτοτε να συμπληρωθεί νέα εν επιδικία (έκδοση απόφασης, άσκησης έφεσης και λοιπές διαδικαστικές πράξεις), ενώ η παραγραφή των μισθωμάτων σε σχέση με την ευθύνη της ΕΕ, ουδόλως επηρεάζει την πρωτογενή δική τους ευθύνη".
Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-11-2005 αίτηση των ...... κ.λ.π., για αναίρεση της 228/2005 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του πρώτου των αναιρεσιβλήτων (....), την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ