Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding unexamined document and legal interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's conviction for fraud and perjury. The appellant argued that the trial court relied on an unexamined letter, violating procedural rights, and misinterpreted the law regarding the validity of a community president's certificate. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning sufficient and the certificate admissible as evidence of intent to defraud.
Legislator headnote
AI generatedArticles 329, 331, 333, 364, 369, 171, 510 of the Code of Criminal Procedure; The court held that reliance on an unexamined document does not automatically render a trial void if the document was not intended to be a primary proof of guilt but rather corroborative evidence, and that the lower court's reasoning was adequate.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2158 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2158/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 31/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 551/2005.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και, εφόσον η πράξη έχει παραγραφεί να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- .Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο.
Εξ άλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 2 ΚΠΔ στο ακροατήριο διαβάζονται τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί, κατά δε την διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ.β΄ του ίδιου Κώδικα, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει την κατά το άρθρο 171 εδ. δ΄του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενος ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του και στήριξε την περί της ενοχής κρίση του σε μη αναγνωσθέν έγγραφο και συγκεκριμένα στην από 20-2-1999 ιδιόγραφη επιστολή προς αυτόν του Ψ, που ήταν συγκατηγορούμενός του στη δευτεροβάθμια δίκη.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, παραδεκτά επισκοπούμενα για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, προκύπτει μεν, κατ' αρχήν, ότι το παραπάνω έγγραφο δεν περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που αναγνώσθηκαν στην δευτεροβάθμια δίκη, αναγνώσθηκαν όμως κατ' αυτήν η πρωτόδικη απόφαση και τα πρακτικά της από τα οποία αποδεικνύεται ότι μεταξύ του καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων περιλαμβάνεται και η προς αυτόν απευθυνόμενη από 20-2-1999 επιστολή του Ψ.
Επομένως, το έγγραφο αυτό ως αναφερόμενο στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, θεωρείται αναγνωσθέν και παραδεκτά ελήφθη υπόψη και είναι αβάσιμος ο προσάπτων την άνω πλημμέλεια λόγος αναιρέσεως.
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 του ΠΚ όποιος παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την στοιχειοθέτηση της απλής συνέργειας σε απάτη, απαιτείται οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική η οποία χωρίς να είναι άμεση, παρέχεται στον αυτουργό της απάτης πριν ή κατά την τέλεση της κύριας πράξης με γνώση του συνεργού ότι ο αυτουργός τελεί απάτη και με την θέληση και αποδοχή του συνεργού να συμβάλλει με την συνδρομή του στην πραγμάτωση της τελευταίας και.
Εξάλλου έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε΄ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Κερκύρας που την εξέδωσε, δέχθηκε, με την κατ' είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων στα οποία στήριξε την ουσιαστική κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα επόμενα "... Ο κατηγορούμενος Χ, στην ...., την 30-10-1997 ενεργώντας με πρόθεση, όντας Πρόεδρος της Κοινότητας ....
και γνωρίζοντας ότι ο α΄ κατηγορούμενος είχε αποφασίσει να τελέσει την ως άνω υπό στοιχ. 1 περιγραφόμενη άδικη πράξη της απάτης, χορήγησε σ' αυτόν το υπ' αριθμ. 560/30-10-1997 πιστοποιητικό, με το οποίο βεβαίωνε ότι ο α΄ κατηγορούμενος κατείχε με χρησικτησία, ήτοι με μακροχρόνια νομή και κατοχή πάνω από 30 χρόνια διανοία κυρίου, με τίτλους και καλή πίστη, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί παρ' ουδενός ή διαταραχθεί, τα ανωτέρω υπό στοιχ.1 ακίνητα, βοηθώντας τον έτσι, πριν από τη τέλεση της άδικης πράξης της απάτης, την οποία αυτός και τελικά τέλεσε, κάνοντας χρήση και του πιστοποιητικού αυτού, ως ανωτέρω υπό στοιχ.1 αναλυτικά αναφέρεται ...".
Δέχθηκε περαιτέρω το δικαστήριο για την άλλη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα για την οποία τον κήρυξε επίσης ένοχο " ... ότι ο κατηγορούμενος Χ στην .... την 27-11-2000, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...., κατά τη συζήτηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων των τέκνων του α΄ κατηγορουμένου .....
και ....., στρεφομένης κατά της εγκαλούσας ..... και του συζύγου της ....., κατέθεσε μεταξύ άλλων και επί λέξει τα εξής: Εγώ από το 1962 ήξερα ιδιοκτήτη των κτημάτων τον Ψ... στα συγκεκριμένα αυτά κτήματα... ξέρω αφεντικό τον Ψ, αυτός ήταν ιδιοκτήτης... έδωσα πιστοποιητικό που γράφει την πραγματικότητα.... Απ' ό,τι ξέρω τα κτήματα τα είχε ο Ψ...
Από τότε που έγινε η διανομή μέχρι σήμερα ξέρω αφεντικό το Ψ... Ξέρω για διαθήκη του Ψ, δεν γνωρίζω τι διαθήκη, όμως... Έχει αφήσει διαθήκη ο Ζ. Την είδα πριν 4-5 χρόνια... Δεν έλεγξα που την έφτιαξαν. Η διαθήκη ήταν 1973. Ο θείος μου Ζ ήταν αγράμματος. Για υπογραφή ήξερε. Δεν γνωρίζω την υπογραφή του.... Μου έστειλε επιστολή ο Ψ από Γερμανία το 1999.
Μαζί ήταν ο Ζ και ο Ψ και έκανε κουμάντο ο Ψ... Εγώ ξέρω από το 1962 αφεντικό τον Ψ. Δεν είχα ιδεί κανέναν άλλο μέσα..." αν και γνώριζε ότι όλα τα παραπάνω, τα οποία κατέθεσε είναι ψευδή και πως η αλήθεια είναι ότι όλα τα επίδικα ακίνητα ανήκαν στον Ζ, που πέθανε το 1989, χωρίς να αφήσει διαθήκη και μετά το θάνατό του κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους νόμιμους κληρονόμους του, μεταξύ των οποίων και η ανωτέρω καθής η αίτηση εγκαλούσα που ήταν τέκνο του....".
Εκτίθεται περαιτέρω στην ίδια απόφαση "... ότι ο Ζ, μέχρι το θάνατό του το έτος 1989, δεν είχε αποξενωθεί από την περιουσία του, αλλά από κοινού με τον άνω κατηγορούμενο γιό του διαχειριζόταν και νεμόταν αυτή και είναι ψευδής ο ισχυρισμός του τελευταίου και το γεγονός που δήλωσε και παρέστησε στην άνω συμβολαιογράφο ως αληθές.....
ότι τα μεταβιβαζόμενα στα τέκνα του ακίνητα, που ανήκαν στην ιδιοκτησία του πατέρα του, μέχρι τον θάνατό του, τα είχε αυτός αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία, με νομή άνω των 30 ετών. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το ότι στην από 20-2-1999 ιδιόγραφη επιστολή που έστειλε αυτός στον δεύτερο κατηγορούμενο (νοείται ο Χ), όπως δεν αμφισβητεί, αναφέρει ότι το έτος 1996 συμφώνησε με τα αδέλφια του να συναντηθούν για να "κανονίσουν τα της πατρικής περιουσίας" και ότι " συνεδρίασαν, εκτός της ..... (πολιτικώς ενάγουσας) και υπήρχε απόλυτη ομοφωνία την περιουσία του πατέρα τους να την κληρονομήσει αυτός" και τέλος, ότι " ομόφωνα τα αδέλφια του ( τα υπόλοιπα) τον όρισαν υπεύθυνο κληρονόμο του πατέρα τους Ζ", πράγμα που ασφαλώς δεν θα συνέβαινε, αν του είχαν παραχωρηθεί τα κληρονομιαία ακίνητα από τον πατέρα του, από το έτος 1968, τα περιστατικά δε αυτά, ήταν σε γνώσει του δεύτερου κατηγορούμενου (νοείται ο Χ) αποδέκτη της επιστολής και στενού συγγενή των διαδίκων, ο οποίος, παρόλα αυτά, προέβη στη χορήγηση στον πρώτο του αναφερόμενου παραπάνω πιστοποιητικού, όσο και στην ένορκη κατάθεση με το προαναφερόμενο ψευδές περιεχόμενο ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... ...".
Με τις παραδοχές αυτές, στο διατακτικό που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το σκεπτικό, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για απλή συνέργεια στην πράξη της απάτης την οποία τέλεσε ο συγκατηγορούμενός του Ψ και για ψευδορκία μάρτυρα. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο , τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 47 και 224 παρ.1 Π.Κ τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, οι δε παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με το έγκλημα της ψευδορκίας αναφέρονται σε ψευδή περιστατικά τα οποία κατέθεσε ο κατηγορούμενος που σχετίζονται απολύτως και αφορούν το αντικείμενο της δίκης αφού τα περιστατικά αυτά κατατίθενται με σκοπό να αποδείξουν πέραν της 30ετίας νομή, ανύπαρκτη στην ουσία, στο πρόσωπο του συγκατηγορούμενού του, πατέρα και δικαιοπάροχου των κατά τη δίκη εκείνη αιτούντων.
Εξάλλου η αιτίαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 47 του Π.Κ με επίκληση του γεγονότος ότι, ως πρόεδρος της Κοινότητας, δεν μπορούσε κατά το νόμο να εκδίδει πιστοποιητικά για την περιουσιακή κατάσταση των κατοίκων της κοινότητας, εντεύθεν δε με το πιστοποιητικό αυτό, που δεν είχε οποιανδήποτε έννομη συνέπεια, δεν μπορούσε να παράσχει οποιανδήποτε συνδρομή στον συγκατηγορούμενο για απάτη Ψ είναι αβάσιμη.
Είναι μεν αληθές ότι από το άρθρο 100 του Π.Δ/τος 410/1995 στον Πρόεδρο της Κοινότητας δεν παρέχεται η εξουσία να εκδίδει πιστοποιητικά σχετικά με την περιουσιακή κατάσταση των κατοίκων της Κοινότητας, για τυχόν δε εκδιδόμενα με αναληθές περιεχόμενο δεν διαπράττει το από το άρθρο 242 του Π.Κ προβλεπόμενο έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως, εκ τούτου όμως δεν έπεται ότι σε περίπτωση εκδόσεως υπέρ κάποιου προσώπου τέτοιου αναληθούς κατά περιεχόμενο πιστοποιητικού, δεν μπορεί αυτό, ως απλό έγγραφο μαρτυρίας, να δοθεί σε τρίτο ως ενισχυτικό στοιχείο και με το σκοπό της συνδρομής στην από τον τελευταίο επιχειρούμενη πράξη της απάτης.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι και οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου..
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Φεβρουαρίου 2005 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 31/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ